ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ – ΜΕΡΟΣ 12ο

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η σημερινή ανάρτηση, κατά τη γνώμη μας. Και είναι ενδιαφέρουσα γιατί, μέσα από τις πηγές και τα συμπεράσματα του συντάκτη, επιβεβαιώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο πως τα παιδιά υπήρξαν θύματα διπλωματικών και πολιτικών πιέσεων μεταξύ των Δυνάμεων της εποχής και των συμφερόντων που διακυβεύονταν στην περιοχή.
Το τμήμα αυτό παρακίνησε κι εμάς να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και από μόνοι μας τη σχετική βιβλιογραφία, προκειμένου να γνωρίσουμε καλύτερα το παρόν της Ελλάδας και των Βαλκανίων, να είμαστε πληρέστερα ενημερωμένοι και να καταλάβουμε τα παιχνίδια που εξακολουθούν να παίζονται στις πλάτες των σύγχρονων Ελλήνων.

Για τον Παληοτάκη
Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

12. ΜΕΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Οι Γιουγκοσλάβοι, μετά τη ρήξη Στάλιν-Τίτο, που επέφερε την οικονομική απομόνωση της χώρας τους από το ανατολικό μπλοκ, έπρεπε να αναζητήσουν συμμάχους. Το 1948 οι εισαγωγές της Γιουγκοσλαβίας από τις υπόλοιπες ανατολικές χώρες αντιστοιχούσαν στο 47% του συνόλου των εισαγωγών της, ενώ το 1949 έπεσαν στο 14% και το 1950 μηδενίστηκαν [98. Γεώργιος Χρηστίδης, Τα κομμουνιστικά Βαλκάνια, εκδ. «Βάνιας», σελ. 117. Ο ίδιος γράφει (σελ. 86), ότι οι αμυντικές δαπάνες μεταξύ 1948 και 1950 αυξήθηκαν από 9,4% στο 16,7 του ΑΕΠ και ότι η δύναμη του στρατού από 400.000 το 1947, έφτασε τις 600 000 το 1951]. Ήταν τώρα απαραίτητα τα διπλωματικά ανοίγματα προς τη Δύση, που οδηγούσαν στην επείγουσα προτεραιότητα της στήριξης και ανόρθωσης της κατεστραμμένης οικονομίας τους.
Η καλή θέληση για την επιστροφή των παιδιών ήταν η χρυσή ευκαιρία. Ήταν η εποχή της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, που όλες οι χώρες είχαν ανάγκη από δάνεια, αλλά και του ψυχρού πολέμου, που κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει πού και πώς θα δημιουργηθούν νέες θερμές εστίες, πράγμα που ενίσχυε την ανάγκη των απαραίτητων διπλωματικών ανοιγμάτων.
Στην εκδήλωση της «ημέρας εθνικού πένθους» για τη διεκδίκηση της επιστροφής των παιδιών που έγινε στη Ν. Υόρκη [99. Milan Ristovic 2008, σελ. 175-176], οι διαμαρτυρόμενοι ελληνοαμερικάνοι υπέβαλαν την ερώτηση, που εμπεριείχε έντονη αποδοκιμασία, γιατί η κυβέρνησή τους δίνει δάνεια στη Γιουγκοσλαβία, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση την επιστροφή των παιδιών.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 άνοιξαν οι κρουνοί των δυτικών δανείων και λοιπής βοήθειας σε τρόφιμα, αγροτικά είδη και ακολούθησε η στρατιωτική βοήθεια, προς την «αποστάτισσα» της ανατολής» [100. Γεώργιος Χρηστίδης, ό.π., σελ. 118., ο οποίος υπολογίζει, ότι η αμερικανική βοήθεια το έτος 1951 και 1952 έφτασε τα 200 εκατ. δολάρια, πλέον της απροσδιόριστης στρατιωτικής βοήθειας, που ξεκίνησε το 1950. Ο ίδιος επικαλούμενος άλλη πηγή υπολογίζει ότι η στρατιωτική βοήθεια προς την Γιουγκοσλαβία την περίοδο 1952-53 έφτασε τα 296 εκ. δολάρια. Ο Γιώργος Σταθάκης, Το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ. Η ιστορία της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, εκδ. «Βιβλιόραμα», 2004, σελ. 376, υπολογίζει ότι η βοήθεια στην Ελλάδα για το ’51-’52, έφτασε τα 180 εκατ. δολάρια. Το αναφέρουμε ως συγκριτικό στοιχείο, γιατί τα εθνικά νομίσματα υποχωρούσαν διαρκώς έναντι του δολαρίου]. Ο μόνος και αδιαπραγμάτευτος όρος που έθεταν οι ΗΠΑ για παροχή βοήθειας [101. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις την περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου (1947-1949), εκδ. «Πατάκη», 2007, σελ. 187 και μετά. Ο ίδιος υπολογίζει, ότι το σύνολο της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας μεταξύ 1949 και 1955 ανήλθε στο μεγάλο ποσό των 1.200 εκατομμυρίων δολαρίων] και η Ελλάδα για την εξομάλυνση και αποκατάσταση των σχέσεων, ήταν «η πλήρης εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας διακοπή πάσης βοήθειας προς τους υπό την κομμουνιστικήν ηγεσίαν έλληνας συμμορίτας». Ποιος νοιαζόταν για τα παιδιά! Έτσι, μετά την έμπρακτη συμμόρφωση της Γιουγκοσλαβίας, η οποία διαβεβαίωνε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δανείων θα χρησιμοποιούνταν για καταναλωτικούς σκοπούς και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου [102. Elisabeth Barker, Η Γιουγκοσλαβική πολιτική προς την Ελλάδα 1947-1949, στο Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο 1945-1949, επιμ. Lars Baerentzen, Γιάννης Ιατρίδης, Ole Smith εκδ «Ολκός», 2002, σελ. 315], άνοιγε ο δρόμος. Άρχισε η σταδιακή βελτίωση των διπλωματικών σχέσεών της με τον δυτικό κόσμο και την Ελλάδα, παρά τις αρνητικές και πυροδοτούμενες από ακροδεξιές οργανώσεις αντιδράσεις.
Στις 25 Νοεμβρίου 1950 στα Ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, σε πανηγυρικό κλίμα, έγινε η παράδοση 21 παιδιών από την Γιουγκοσλαβία. Μετά τη διακοπή βοήθειας από τη Γιουγκοσλαβία προς τους αντάρτες, όπως αποκαλύπτει η Ειρήνη Λαγάνη [103. Ειρήνη Λαγάνη, 1995, σελ. 117] από διπλωματικά έγγραφα του Νοεμβρίου 1951, η ελληνική κυβέρνηση άλλαξε στάση και έπαψε να ανακινεί το θέμα της επιστροφής των παιδιών των σλαβομακεδόνων, διότι ήθελε να αποπέμψει το σύνολο αυτής της μειονότητας, πράγμα που τότε ακόμα και ο δοτός πρωθυπουργός Ν. Πλαστήρας αγνοούσε. Ήταν μια κίνηση κατευνασμού των εξτρεμιστικών ακροδεξιών δυνάμεων, με ταυτόχρονη επιδίωξη να ανακόψει τις επεκτατικές ορέξεις της γειτονικής χώρας, η οποία ήθελε να κατοχυρώσει την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα [104. Σωτήρης Βαλντέν, Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία. Γέννηση και εξέλιξη μιας κρίσης και οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια 1961-1962, εκδ. «Θεμέλιο», 1991, σελ. 48]. Ένα ακόμα επιπρόσθετο στοιχείο, ότι τα παιδιά χρησιμοποιήθηκαν για άλλους σκοπούς.
Ο πρώτος (και οι επόμενοι) επαναπατρισμός προκάλεσε την άμεση και έντονη αντίδραση του ΚΚΕ, με την κατηγορία ότι η παράδοση αυτή είναι «αποτρόπαιο έγκλημα με εμπνευστή τον Τίτο, που πέρασε στο στρατόπεδο των ιμπεριαλιστών… έγινε φίλος και σύμμαχος των Ελλήνων μοναρχοφασιστών… που ξεπερνά και τον Χίτλερ…». Όπως αναφέρει ο Μ. Ristovic [105. Milan Ristovic 2008, σελ. 218], ο Γιουγκοσλάβος Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη σε έκθεσή του εκτιμάει ότι οι Ελληνικές αρχές δυσανασχετούσαν και δεν φαίνονταν πολύ ευχαριστημένες για την εξέλιξη αυτή. Η παράδοση παιδιών συνεχίστηκε, όπως επίσης η επιδείνωση των σχέσεων της Γιουγκοσλαβίας όχι μόνο με το ΚΚΕ, αλλά και τις άλλες ανατολικές χώρες. Οι παραδόσεις παιδιών στην Ελλάδα συνεχίστηκαν μέχρι το 1954 που ήταν και η τελευταία (54 παιδιά). Στο διάστημα αυτό παραδόθηκαν μερικά παιδιά που οι γονείς τους είχαν μεταναστεύσει στην Αυστραλία και τον Καναδά. Ήταν κι αυτή μια κίνηση που άνοιγε διπλωματικούς δρόμους.
Στο μεταξύ οι Γιουγκοσλάβοι ζητούσαν την επιστροφή των παιδιών που οι γονείς τους ζούσαν στην Γιουγκοσλαβία και τα παιδιά τους στις ανατολικές χώρες. Αντίστροφα έπρατταν οι γονείς που ζούσαν στις ανατολικές χώρες και είχαν παιδιά στη Γιουγκοσλαβία, με σφοδρούς αμοιβαίους διαξιφισμούς. Δηλαδή όλες οι χώρες κατακρατούσαν παιδιά, ως εμπόρευμα ή ανταλλακτικό ή διαπραγματευτικό μέσο, ενόσω οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν τεταμένες.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στάλιν, το 1954, άρχισαν να λιώνουν οι πάγοι στις σχέσεις μεταξύ της Σ. Ένωσης, των φιλικών της κρατών (άρα και του ΚΚΕ) και της Γιουγκοσλαβίας. Οι προσχηματικές οξύνσεις αρχίζουν να εξασθενούν. Έτσι μεταξύ Μαρτίου 1955 και μέχρι το τέλος 1958 έγιναν οι ανταλλαγές παιδιών μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και αυτών που ζούσαν στις ανατολικές χώρες. Επίσης, μέχρι το 1954, με τη μεσολάβηση του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού, επέστρεψαν από τις λοιπές ανατολικές χώρες στην Ελλάδα περίπου 5.000 παιδιά και παρέμειναν περίπου 18-20.000 [106. Γιώργος Γκαγκούλιας, ό.π., σελ. 78]. Άρα καταλυτικός παράγοντας για τη μερική επιστροφή των παιδιών ήταν το νέο διαμορφούμενο παγκόσμιο status, στις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ήταν τα εγκαίνια της λεγόμενης εποχής ειρηνικής συνύπαρξης.
Με το τέλος του εμφυλίου, η ηγεσία του «Εράνου», αποφάσισε την επιστροφή των παιδιών στα σπίτια τους. Εξαίρεση αποτέλεσε η κατηγορία των ορφανών και από τους δύο γονείς ή «των προς τούτοις εξομοιουμένων (παιδιά με γονείς συμμορίτας ή καταδίκους ή εν εξορία)». Όπως λέει η Τ. Βερβενιώτη [107. Τασούλα Βερβενιώτη, Καλλιόπη  Μουστάκα: Αρχηγός παιδούπολης “Αγίας Σοφίας” Βόλου, περιοδικό «Αρχειοτάξιο» τεύχος 10, Ιούνιος,-2008] «το σκεπτικό με βάση το οποίο προσφερόταν η “προστασία”, του “εράνου” ή σε όλα τα ορφανά (πραγματικά ή μη), ήταν ότι ως “Ελληνόπαιδες” αποτελούσαν “Εθνικό κεφάλαιο” και γι’ αυτό δεν έπρεπε να εγκαταλειφθούν “εις την επίδρασιν των αντεθνικών διδαγμάτων”». Ουσιαστικά εξομοιώνονται οι φυλακισμένοι, οι πρόσφυγες και οι εξόριστοι με νεκρούς και κρατούνται παρά τη θέληση των οικογενειών τους τα παιδιά για «εθνική διαπαιδαγώγηση.
Με την πάροδο του χρόνου παραμονής, που τα παιδιά μεγάλωναν και άρχισαν να αποκτούν γνώση και συνείδηση της κατάστασής τους, αρχίζουν να εμφανίζονται προβλήματα που πονοκεφαλιάζουν τις κυβερνητικές στρατηγικές. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται το περιστατικό [108. Milan Ristovic, σελ. 134] μιας «στασιαστικής ομάδας», ηλικίας 15-19 ετών, που διαδραματίστηκε τον Φεβρουάριο του 1951, στο Curug της Γιουγκοσλαβίας, όπου τα 12 μεταξύ των 70, ήθελαν να επιστρέψουν στους γονείς τους, ενώ τα υπόλοιπα ήθελαν να πάνε στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply