ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ – ΜΕΡΟΣ 6ο

Στο σημερινό απόσπασμα της ανάρτησής μας για τα “Παιδομαζώματα” διαβάσαμε συγκλονιστικές και συγκινητικές μαρτυρίες παιδιών και μανάδων.
Θεωρούμε πως τα δικά μας σχόλια θα βαρύνουν και θα μειώσουν την αξία αυτού καθαυτού του κειμένου. Επιλέγουμε, λοιπόν, τη σιωπή τη δική μας και αφήνουμε τα παιδιά της εποχής εκείνης, τους γονείς τους, όσους τα έζησαν και τα μελέτησαν να μιλήσουν στην ψυχή και στο μυαλό των αναγνωστών μας.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων
Για τον Παληοτάκη

ΜΕΡΟΣ 6ο – ΤΟ ΠΑΡΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ

Οι νέοι ως εκτελεστικά όργανα και των δυο στρατοπέδων αποτέλεσαν την πρώτη ύλη, που άλεσε η πολεμική μηχανή και οι συνακόλουθες συνέπειες του διχασμού. Είναι τα παιδιά που γεννήθηκαν στις φυλακές, είναι τα παιδιά θύματα αντεκδικήσεων, τα μεγαλύτερα παιδιά τα έγκλειστα σε παιδικές φυλακές, είναι τ’ ανήλικα της Μακρονήσου και άλλες αδιανόητες κατηγορίες, που μπορούμε να βρούμε στις παρακάτω μαρτυρίες:
«Ήταν τότε επτά μωρομάνες στο θάλαμο, όλες αγρότισσες. Τα παιδιά τους ήταν από δυόμισι ως τριών χρόνων, σε λίγο θα τα έπαιρναν από τη φυλακή, για να τα στείλουν στα ιδρύματα της Φρειδερίκης – στα χωριά τους δεν μπορούσαν να τα στείλουν, ήταν κατεστραμμένα, οι δικοί τους σκοτωμένοι, διωγμένοι, ξεκληρισμένοι. Εκεί, στη φυλακή, γινόταν ένα αληθινό «παιδομάζωμα» – αληθινή αρπαγή των παιδιών από την αγκαλιά των μανάδων – κι οι μανάδες δεν ήξεραν πού και πώς θα ζούσαν και θα μεγάλωναν τα παιδιά τους. Όταν πήγα εγώ, λεχώνα, στο θάλαμο, τα παιδιά ήταν μεγαλωμένα, προσαρμοσμένα στις συνθήκες της φυλακής» [48. Έλλη Παππά, Μαρτυρίες μιας διαδρομής, εκδ. «Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη». 2010, σελ. 121].
Η Μαστρολέων-Ζέρβα επιβεβαιώνει για το άρπαγμα των παιδιών, στις φυλακές της Χίου, όταν γράφει, ότι «ποτέ δεν έμαθαν οι μανάδες πού τα είχαν πάει… στα αναμορφωτήρια της Φρειδερίκης», πράγμα που πρέπει να δημιουργούσε έντονες αντιδράσεις και προσφυγές σε ντόπιες και αλλοδαπές οργανώσεις, ενώ για την επιστροφή στις μανάδες γράφει: «η Ζωζώ σκέφτηκε να φτιάξει μια παιδική χαρά και να παίρνει τα λίγα παιδάκια που μας είχαν έρθει από το παιδομάζωμα της Φρειδερίκης…» [49. Μαριγούλα Μαστρολέων-Ζέρβα, Εξόριστες. Χίος, Τρίκερι, Μακρονήσι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1986, σελ.13 και 56].
Το πιο χαρακτηριστικό, αξιόπιστο και αδιαμφισβήτητο γεγονός μαζικού αρπάγματος παιδιών, από τις κρατούμενες στις φυλακές Αβέρωφ μανάδες, για να τις τιμωρήσουν, επειδή με τις έντονες πολιτικές κινητοποιήσεις τους ξεσήκωναν την κοινή γνώμη: Το 1950 «πενήντα τέσσερα παιδιά δόθηκαν σε θετούς γονείς καθώς οι μητέρες τους φοβούνταν ότι, σε διαφορετική περίπτωση, το κράτος θα τα έστρεφε εναντίον τους, και άλλα τριάντα επτά στάλθηκαν σε κρατικά ιδρύματα όπου παρέμειναν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960» [50. Μαντώ Δαλιάνη-Mark Mazower, Παιδιά στη δίνη τον Εμφυλίου πολέμου. Οι ενήλικες του σήμερα, στο Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους, επιμ. Mark Mazower, έκδ. «Αλεξάνδρεια», 2000, σελ. 107]. Ο τραγικός επίλογος των παιδιών αυτών κλείνει όταν τον Οκτώβριο του 1962 τρία από αυτά και στα τέλη του 1965 τα εναπομείναντα τρία εγκαταλείπουν τα ιδρύματα που φιλοξενήθηκαν.
Η τότε γιατρός Μαντώ Δαλιάνη ήταν συγκρατούμενη των γυναικών αυτών. Εξειδικεύθηκε στην παιδοψυχιατρική, παρακολούθησε και μελέτησε την πορεία των παιδιών και των οικογενειών τους μέχρι το 1986, οπότε και κατέθεσε τη διατριβή της (516 σελίδων) με αυτό το αντικείμενο. Η μελέτη αυτή, μεταξύ πολλών άλλων ευρημάτων, καταλήγει ότι: «Τα περισσότερα από τα παιδιά είχαν το αίσθημα ότι είχαν εξαναγκαστεί να μεγαλώσουν γρήγορα», [51. Μαντώ Δαλιάνη, Παιδιά στη δίνη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, σημερινοί ενήλικες, εκδόσεις της «Σχολής I. Μ. Παναγιωτόπουλου», 2010, σελ. 498] και παραθέτει κάποιες αποκαλυπτικά χαρακτηριστικές εκφράσεις τους: «δεν θυμάμαι την παιδική μου ηλικία», «δεν έπαιξα ποτέ», «δεν ήμουν ποτέ παιδί ή έφηβος», «έμαθα να παίζω όταν έγινα γονιός». Επίσης «Όλα τα παιδιά είχαν εκτεθεί σε ακραίους τραυματισμούς πολέμου… σε συνεχή καταπίεση, σε ατομική και κοινωνική περιθωριοποίηση κατά τη διάρκεια ολόκληρης της παιδικής και εφηβικής ηλικίας… η πλειονότητα των παιδιών επέτυχε επαρκή ψυχοκοινωνική προσαρμογή κατά την ενήλικη ζωή…η αντοχή των παιδιών είχε ευοδωθεί από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας κάθε παιδιού, από παράγοντες σχετικούς με την οικογένεια και τα δίκτυα υποστήριξης του…» [52. Μαντώ Δαλιάνη, 2010, σελ. 502-503].
Υπολογίζεται, ότι στο ΔΣΕ οι μάχιμες γυναίκες έφτασαν στο 20-30% του συνόλου και οι απασχολούμενες σε βοηθητικές υπηρεσίες, όπως την υγειονομική, την ταχυδρομική, την επιμελητεία κ.λ.π., μπορεί να έφταναν και το 70%. Υπήρχαν πολλά ζευγάρια που είχαν βγει στο βουνό ή που η γυναίκα ακολούθησε μεταγενέστερα τον άνδρα. Επίσης κατά τη διάρκεια της πολεμικής περιόδου δημιουργήθηκαν ερωτικές σχέσεις και γάμοι. Οι γυναίκες που έμεναν έγκυοι στέλνονταν για να γεννήσουν στις γειτονικές χώρες, κυρίως την Γιουγκοσλαβία, και μετά τον τοκετό επέστρεφαν. Οπότε στη δύναμη των πρώτων παιδουπόλεων πρέπει να περιλαμβάνονται και αυτά τα παιδιά, που οι γονείς τους ήταν στο πολεμικό μέτωπο.
Μια άλλη κατηγορία παιδιών-θυμάτων είναι αυτά που, όπως γράφει η Μαργαρίτα Λαζαρίδη, προέκυψαν από «εύθραυστες και εφήμερες σχέσεις» [53. Μαργαρίτα Λαζαρίδη, Πόλεμος και αίμα. Ταξίδι στο παρελθόν. Ταξίδι στον πόνο, εκδ, «Διογένης», 2004, σελ. 309], που δημιουργήθηκαν στο βουνό μέσα στις φλόγες του πολέμου, από παιδιά που «παθιασμένα ζούσαν το σήμερα», γιατί αύριο δεν ήξεραν τι τους ξημερώνει και μετά τις μάχες γιόρταζαν το γεγονός ότι επέζησαν, παρ’ ότι είχαν χαθεί (στη μάχη) καρδιακοί τους φίλοι. Είναι γνωστές οι απαγορεύσεις, ακόμα και επί ποινή θανάτου, για σύναψη και λύση ερωτικών σχέσεων. Ήταν η εποχή που χρειαζόταν άδεια από το κόμμα ακόμα και για τη σύναψη γάμου. Και όταν το ζευγάρι παντρευόταν στο βουνό, ο κανόνας ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικές απομακρυσμένες μεταξύ τους μονάδες. Ακόμα η συγγραφέας διαβεβαιώνει ότι ανακοίνωσε τον χωρισμό με τον σύζυγό της στο κόμμα [54. Μαργαρίτα Λαζαρίδη, ό.π., σελ. 201].
Η ίδια συγγραφέας, από την εμπειρία της στη Ρουμανία, γράφει για μάνες παιδοκτόνες. Είναι οι μάνες εκείνες των οποίων οι άντρες είχαν σκοτωθεί σε μάχη ή που ο πατέρας αρνιόταν την αναγνώριση των παιδιών. Κορίτσια παραμεθορίων περιοχών που είδανε και πάθανε να τις πείσουν να «βγάλουν τα τσεμπέρια από τα κεφάλια τους, να βγάλουν τις χωριάτικες μακριές ως το χώμα φούστες». Η προκατάληψη ότι έχουν «νόθο» παιδί πολλές φορές τις οδηγούσε σε απόγνωση. Αναφέρεται ακόμα και σε εμπόριο παιδιών και σε παιδιά που ποτέ δεν γνώρισαν τους φυσικούς τους γονείς ή ότι αυτοί ήταν Έλληνες.
Η Βιργώ Βασιλείου [55. Βιργώ Βασιλείου, Ένα κλωνάρι ανθισμένο ρείκι, εκδ. «Θεμέλιο», σελ. 17] σε μαρτυρία της γράφει για μια άλλη κατηγορία γυναικών σε κατάσταση κύησης από βιασμό κατά τη διάρκεια ανακρίσεων και βασανιστηρίων, που προσπαθούσαν να αποβάλουν το έμβρυο κτυπώντας την κοιλιά τους. Γυναίκες που μισούσαν θανάσιμα τον αντίπαλο βιαστή και πατέρα του παιδιού τους. Γυναίκες ψυχολογικά τραυματισμένες με ανάμικτα και αντιφατικά αισθήματα απέναντι στο σπλάχνο τους. Στιγμές αισθημάτων μίσους και άλλες στιγμές στοργής. Ποιος ξέρει, σημειώνει, πόσο τραυματικά εξελίχθηκε η παραπέρα ζωή αυτής της κατηγορίας των παιδιών και κάθε μάνα πώς αντιμετώπισε τη σχέση με το παιδί, όταν αυτό άρχισε να αποκτά συνείδηση; Πώς απαντούσε στις πολύ φυσιολογικές και αυθόρμητες ερωτήσεις του παιδιού; Πώς αυτό το παιδί αντιμετώπισε και αντιμετωπίστηκε από το συντροφικό και συγγενικό περίγυρο; Και βέβαια, σε μια εποχή που οι τρέχουσες ανάγκες καθιστούσαν την επίσκεψη στον ψυχίατρο όνειρο.
Η ίδια πάλι μιλάει για ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, τη Νίνα, που καταδικάστηκε, όπως αναφέρει και η Ε. Παππά, σε διετή φυλάκιση από το στρατοδικείο Αθηνών, μια και φαίνεται δεν είχαν σκεφτεί, τότε, να δημιουργήσουν στρατοδικείο ανηλίκων. Και μια απορία και ερώτημα ταυτόχρονα: Πώς είναι δυνατό αυτοί που θεωρούσαν αδιανόητη τη στράτευση των γυναικών, για πιθανά αδικήματα να τις παραπέμπουν σε στρατιωτικά δικαστήρια;
Η Τ. Βερβενιώτη καταθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία από εκθέσεις, που συντάχθηκαν από εκπροσώπους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, μετά από επισκέψεις τους στους τόπους κράτησης, με φωτογραφίες «που προσθέτουν στο ιστορικό περιεχόμενο [της εργασίας της], το φωτίζουν και το τεκμηριώνουν». Στο παράρτημα περιλαμβάνονται πολλά στοιχεία για ανήλικα παιδιά. Σε ένα μόνο από τα στρατόπεδα της Μακρονήσου βρίσκονται 372 καταδικασμένοι ανήλικοι [56. Τασούλα Βερβενιώτη, Αναπαραστάσεις της ιστορίας: Η δεκαετία του 1940, μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, εκδ. «Μέλισσα», 2009, σελ. 305. Είναι συγκλονιστική η φωτογραφία (σελ. 127) από το «Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών» (Μακρονήσου), με τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά τους], πολλοί από αυτούς καταδικασμένοι σε ισόβια.
Μερικές συναφείς μαρτυρίες:
«Φέρνουν στη φυλακή ταχτικά, και εκείνη και άλλες γειτόνισσες, τα παιδιά των κρατουμένων μανάδων… Πώς να φαίνεται σ’ αυτά τα παιδιά άραγε η μάνα τους, πίσω απ’ αυτά τα σύρματα… τι θα χαραχτεί στην ψυχή τους για όλη τους τη ζωή… πώς να βλέπουνε το γονιό τους πίσω από το ανεξήγητο γι’ αυτά εμπόδιο της «σίτας», που δεν αφήνουν τα χεράκια τους, να πιάσουν με τα χεράκια τους τη μαμά. Κολλάνε τα χειλάκια τους πάνω στη σίτα, το ίδιο κι η μαμά από δω, και δίνουνε ένα φιλάκι». [57. Ολυμπία Παπαδούκα, Γυναικείαι φυλακαί Αβέρωφ, Αθήνα, 1981, σελ. 141].
«Πέντε παιδιά άφησε στους πέντε δρόμους. Έρχονται τακτικά και τις τρεις φορές τη βδομάδα που είναι το επισκεπτήριο… τα παιδιά φέρνουν επισκεπτήριο στη μάνα τ’ άπλυτα ρούχα τους και παίρνουνε τα καθαρά. Φέρνουνε άδεια τα κατσαρολάκια και τα παίρνουνε γεμάτα με το φαΐ της φυλακής… Τους δίνει και λεφτά για να πληρώνουνε το νοίκι. Πλένει τα ρούχα των υπαλλήλων της φυλακής για να εξοικονομήσει αυτό το νοίκι» [58. Ολυμπία Παπαδούκα ό.π., σελ. 60].
«Πώς δέθηκαν – κι αν δέθηκαν – τα τρυφερά νήματα της πιο τρυφερής, της γλυκιάς, της θείας σχέσης, που είναι η σχέση μάνας με τα παιδιά της και των παιδιών με τη μάνα τους, που τη στερήθηκαν χιλιάδες Ελληνόπουλα;» [59. Ολυμπία Παπαδούκα ό.π., σελ. 58].
Δεν έλειψε και το εμπόριο παιδιών, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, όπως: «Η αρχηγός άνοιξε πάλι εκείνο το μεγάλο βιβλίο, όπου ήταν γραμμένα όλα τα παιδιά της παιδούπολης, με κοίταξε για πολλήν ώρα στα μάτια και μετά με ρώτησε αν θα ήθελα να με πάρει μια καλή και πλούσια οικογένεια στην Αμερική. «Θα σ’ έχουν σαν δικό τους παιδί και θα έχεις καλά ρούχα και παιχνίδια και ό,τι άλλο θέλεις», μου είπε» [60. Γιάννης Ατζακάς, Θολός βυθός, εκδ. «Άγρα», 2009, σελ. 68].
Σύμφωνα με καταγγελίες Συλλόγων Υιοθετημένων παιδιών: μιλάνε για αγοραπωλησίες παιδιών ή εκδόσεις πλαστών πιστοποιητικών θανάτων ή με άλλο τρόπο εξαφάνιση παιδιών, προκειμένου να δοθούν προς υιοθεσία. Αναφέρεται επίσης ότι τα παιδιά του Αργυριάδη, που εκτελέστηκε μαζί με τον Μπελογιάννη, απήχθησαν προς υιοθεσία και στάλθηκαν στις ΗΠΑ [61. Δημήτρης Σέρβος, ό.π., σελ. 162-163].
Η Μαργαρίτα Λαζαρίδη [62. Μαργαρίτα Λαζαρίδη, ό.π., σελ. 145-150], μητέρα δίχρονου και άρρωστου παιδιού, γράφει για την καταναγκαστική αποστολή της μια βραδιά του Δεκέμβρη 1947, από το Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας, όπου διέμενε, στο βουνό, καθώς και άλλης γυναίκας μητέρας δύο παιδιών, εκ των οποίων το ένα ήταν 10 μηνών – τα μικρά παιδιά τα ανελάμβαναν οι παιδουπόλεις. Ήταν μια αποστολή 130 ατόμων. Γράφει ότι οι αποστολές γίνονταν πάντα βράδυ και κρυφά. Γράφει ακόμα για την καταναγκαστική επιστράτευση κοριτσιών 13 και 15 ετών. Αργότερα το 1949 η ίδια πάλι ως ανακρίτρια ή πρόεδρος λαϊκού δικαστηρίου βρέθηκε αντιμέτωπη με 7 παιδιά, που είχαν απαχθεί και επιστρατευθεί από το χωριό τους σε επιδρομή ανταρτών. Τα παιδιά αυτά είχαν αυτοτραυματιστεί, για να αποφύγουν τις μάχες [63. Μαργαρίτα Λαζαρίδη, ό.π., σελ. 166]. Αναφέρεται στις πιέσεις που είχε από ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση θανατικής καταδίκης, για παραδειγματισμό μη επανάληψης παρόμοιων φαινομένων. Μετά την άρνησή της να εκδώσει θανατική καταδίκη αναφέρεται στην απομάκρυνσή της από το δικαστικό σώμα [64. Βλέπε ΓΕΣ/Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, ό.π., τόμος 9ος, σελ. 55, όπου η Λαζαρίδη, σύμφωνα με πληροφορίες του κυβερνητικού στρατού, είναι υπεύθυνη της διεύθυνσης δικαστικού του ΔΣΕ]. Αναφέρεται επίσης σε ομιλία του Βασίλη Μπαρτσιώτα, ηγετικού στελέχους, που λέει [Ιανουάριος 1949], ότι «μετά την αποτυχία της μάχης πληθαίνουν οι λιποταξίες: Μέσα σε 11 μέρες είχαμε 40 λιποταξίες, απ’ αυτούς 16 πήγαν προς τους «μοναρχοφασίστες» και 40 στα Σκόπια». Σε απόφαση του Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ της 1/11/48 διαβάζουμε: «Είχαμε και έχουμε λιποταξίες. Το Σεπτέμβρη λιποτάχτησε ένας αριθμός ίσος προς το ένα έβδομο των δυνάμεων που επιστρατεύσαμε» [65. ΚΚΕ, Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, τόμος 6ος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1987, σελ.295-296].
Αλλού διαβάζουμε μαρτυρία, που διαδραματίζεται σε πόλη της Β. Ελλάδας: «Ήμουν έντεκα χρονών το 1954, όταν με κάλεσαν στην ασφάλεια. Κι ακούω τον διοικητή της Ασφάλειας να λέει: -Φέρτε το φάκελο του μικρού Κιάου. Δεν πολυκαταλάβαινα, αλλά αυτό που τους ενδιέφερε ήταν πού έβρισκα χρήματα κι έστελνα στον πατέρα μου στην εξορία. Προφανώς οι δικοί μου βάζαν το όνομά μου για να βλέπει ο πατέρας μου το όνομα του παιδιού του» [66. Νίκος Κιάος, Τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς γονείς, εφημερίδα «Η Αυγή», 29/11/2009]. Αυτό συμβαίνει πέντε χρόνια μετά τη λήξη των ένοπλων συρράξεων, και όταν η χώρα έχει μπει για τα καλά στον κοινοβουλευτικό δρόμο!

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply