ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ – ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Οι σκέψεις που ακολουθούν αποτελούν το σημείωμα του σκηνοθέτη της παράστασης “ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ”. Ο σκηνοθέτης τότε ήταν ο Πέλος Κατσέλης. Επιχειρεί μια αποτίμηση του εγχειρήματος του Μίκη Θεοδωράκη να ασχοληθεί με αυτό το είδος του θεάτρου. Η ανάλυσή του δικαιώνει τον Μίκη θεωρώντας ότι το έργο αποτελεί ορόσημο για το περιεχόμενο και τη δομή του. Μπορείτε να διαβάσετε τα λόγια του. Η επόμενη ανάρτηση θα αφορά στα λόγια του ίδιου του Μίκη, όπου εξηγεί το στόχο που είχε γράφοντας αυτό το θεατρικό έργο.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΠΕΛΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ

Εδώ και μερικά χρόνια ο Φώτος Πολίτης – ο αξέχαστος δάσκαλός μου – έγραφε: «Μονάχα όταν το θέατρο αναβλύζει από το λαό μπορεί να γίνει αισθητική ανάγκη μιας κοινωνίας». Και να, που σήμερα το Ελληνικό Θέατρο επιχειρώντας με «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» ένα ξεκίνημα από τις γνήσιες δημοτικές μας ρίζες, σαν μια απαρχή επιστροφής στις λαϊκές μας θεατρικές φόρμες δέχεται την επίθεση μιας μερίδας της θεατρικής μας κριτικής.
Το φαινόμενο δεν είναι ασύνηθες. Κάθε φορά που η δραματική μας παραγωγή ξεφεύγει από τα καθιερωμένα καλούπια και παραβιάζει τους κανόνες της παραδομένης τεχνικής, που μας μόρφωσαν οι ξενικές μας επιδράσεις, εκδηλώνεται μια αντίθεση του λεγόμενου «ανεπτυγμένου» θεατρικού κοινού. Η αντίθεση κυρίως εκδηλώνεται όταν επιχειρηθεί μια επιστροφή στα είδη της λαϊκής μας τέχνης, όπου περισώζεται μια ιδιοτυπία υπόκρισης, ένας ζωντανός ρυθμός και ενότητα μορφής και περιεχομένου.
Η επιστροφή αυτή προς τις μορφές του λαϊκού ρυθμικού θεάτρου υπήρξε κατά καιρούς ένα σωτήριο αίτημα στο διεθνή θεατρικό χώρο, όσες φορές η δραματική παραγωγή ξέπεφτε στον άδροσο ρεαλισμό, στον φτηνό νατουραλισμό ή στα φιλολογικής φορμαλιστικής αξίας έργα. Δυστυχώς όμως στον τόπο μας τούτο το σωτήριο πισωδρόμισμα, που θα μπορούσε να μας δώσει έργα με ταυτότητα ελληνική, έμεινε γενικά και ξέχωρα από σποραδικές, σπάνιες εξαιρέσεις, καταφρονεμένη από τη σοβαρή λεγόμενη θεατρική τέχνη του τόπου μας. Και τούτο για δυο λόγους: Πρώτα γιατί μας φαίνονταν αφύσικη, μονοκόμματη και η υγεία της χτυπούσε άσχημα στον «αστικό μας καθωσπρεπισμό» και στη νατουραλιστική χοντροκεφαλιά μας. Ύστερα γιατί θύμιζε πάρα πολύ… Καραγκιόζη και επιθεώρηση. Δηλαδή στα δυο είδη της θεατρικής λαϊκής μας τέχνης όπου περισώζεται η ρυθμική εκφραστικότητα της μιμικής πράξης. Αυτό που ήταν, είναι και θα είναι ο πιο γνήσιος πυρήνας, η ζωτική αρχή του Δράματος και του Θεάτρου.
Πώς είναι δυνατόν τώρα να χωρέσει στο ξεροκέφαλο των «λογίων» του θεάτρου μας ότι στα είδη αυτά υπάρχει ένα γνήσιο ξεκίνημα του καθαρού, λεγόμενου, θεάτρου; Εκεί, δηλαδή, όπου συνεργάζονται οργανικά ο Λόγος, η Μιμική, το Τραγούδι, ο Χορός και λυτρώνουν τη συλλογική τέχνη μας από την φιλολογίτιδα και την ατομικιστική της μονομέρεια, φέρνοντάς την πίσω στις πρωταρχικές μορφές της, απ’ όπου ξεκίνησε στην εξελικτική της πορεία κάθε αναγέννηση της Δραματικής Τέχνης. Εκεί, δηλαδή, όπου εξαφανίζεται το άτομο και τυποποιούνται πράξεις μόνο και όχι δραματικές συγκρούσεις, πράξεις με έντονο ρυθμό και με πλούσια εκμετάλλευση όλων των εκφραστικών στοιχείων – ο λόγος γίνεται τραγούδι, η κίνηση γίνεται Χορός – που επεκτείνουν τη μιμική παράσταση στη μορφή του συμβόλου και σε λειτουργία καθολικής προσδοχής.
Είτε το θέλουμε, είτε όχι, οι γνήσιες αυτές λαϊκές θεατρικές μας φόρμες, όσες φορές έδωσαν από σκηνής το αγνό τους παρόν, ενθουσίασαν το μεγάλο κοινό μας και καθόρισαν το υγιές ξεκίνημα για μια γνήσια ελληνική δραματική παραγωγή.
Ένα τέτοιο ξεκίνημα, όλο υγεία και πίστη θεωρώ το πρώτο αυτό θεατρικό σχεδίασμα που μας έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης με το «Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού». Εδώ υπάρχει όχι απλώς μια συμπτωματική επιστροφή στη δημοτική μας παράδοση, αλλά πίστη για τη δημιουργία ενός γνήσιου λαϊκού θεάτρου. Και εξηγούμαι: Υπάρχει μια ύλη δραματική που ίσως να μην φθάνει να ολοκληρωθεί με τη σύγκρουση και να γίνει Δράμα αλλά γίνεται «πράξη» με θέσεις και αντιθέσεις, που πάλλεται σα ζωικό κύτταρο, που κινιέται και μεταμορφώνεται από την ίδια της ιδιοσυστασία, άρα δραματική πράξη με θέσεις και αντιθέσεις. Και προπαντός μια πράξη, που προκαλεί την καθολική συμμετοχή – με την αποδοχή ή την άρνηση – όλων των δρώντων προσώπων. Έτσι στην κοινότητα αυτή, που μας θυμίζει αρχαίο τραγικό χορό στις πρώτες του μορφές, υπάρχει μια έντονη εκφραστικότητα, που αποζητά να διοχετευθεί όχι μόνον με το λόγο, αλλά με το τραγούδι και τη μιμική παράσταση. Έτσι ο λόγος κατ’ ανάγκην περιορίζεται, γίνεται αποσπασματικός και πολλές φορές αφηγηματικός. Παρόμοια γίνονταν και στις προϊστορικές μορφές του θεάτρου, όπου οι μιμικοί χοροί και τα επικά μέρη κατέληγαν στο τραγούδι για να στεφανώσουν ένα δραματικό υλικό. Κατηγόρησαν οι φιλόλογοι του θεάτρου μας τον Θεοδωράκη ότι ο λόγος του είναι «αφηγηματικός». Και πώς αλλιώς μπορούσε να ήταν στο αρχέγονο αυτό, ιδιότυπο, αλλά γνήσιο θεατρικό σχεδίασμα που μας έδωσε ο έξοχος μουσουργός μια και ο λόγος μια και μόνο αποστολή είχε, να καθορίσει απλώς το δραματικό γεγονός; Ξεχνούν οι φιλόλογοι ότι ο διθύραμβος, το χορικό τραγούδι, είχε καταρχάς αφηγηματικό χαρακτήρα;
Ό,τι κυριαρχεί εδώ είναι ο άνθρωπος, στην καθολική του έννοια, όχι το άτομο με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και την διαμορφωμένη ψυχολογία του. Ο άνθρωπος ξεγυμνωμένος να δοκιμάζεται μπρος στο δραματικό γεγονός που παρασταίνει τη ζωή να παίζει με το θάνατο. Μπρος σε τούτη τη δοκιμασία – μπρος στην ώρα του θανάτου – το άτομο διαλύεται και χωνεύεται μέσα στην ομάδα.
Η ομάδα αυτή, στην ταύτισή της με το δραματικό γεγονός, που από παντού τη ζώνει – όπως γίνεται στο Δημοτικό μας τραγούδι – αποκαλύπτει κρίσεις, αγωνίες, απολυτρωτικές κινήσεις, μια πηγαία και γνήσια σύνθεση ζωής. Τούτη η σύλληψη, μια και δεν πηγάζει από τη δράση και τις τύχες ενός ή πολλών ατόμων αλλά από το πάθος για τη ζωή και την αγάπη για τον άνθρωπο, μπορεί να μην είναι, και ασφαλώς δεν είναι, σύλληψη του Δράματος στην εξελιγμένη του μορφή. Είναι όμως σύλληψη που οδηγεί στην γνήσια έκφραση δραματικής ζωής που αποζητάμε εμείς οι άνθρωποι του θεάτρου για να ξεφύγουμε από τη χλωρίαση της ατομικιστικής αστικής μας ζωής, που ‘ναι από τις μονομέρειες της κλειστής Σκηνής, όπου ασφυκτιά και απονεκρώνεται το θεατρικό πάθος.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply