ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ, ΠΡΑΞΗ 2η

Ήρθε η στιγμή να δημοσιεύσουμε τη Δεύτερη Πράξη από το έργο του Μίκη Θεοδωράκη, “Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού“.
Ίσως είναι και το δραματικότερο μέρος, όταν η μάνα αποχωρίζεται το γιο, όταν η προδοσία πονάει, όπως το μαχαίρι που βυθίζεται στο σώμα. Η αγαπημένη που στέκεται ανάμεσα σ’ αυτόν που αγαπά και στον αδελφό της, στον πατέρα και στη μάνα. Ο τυφλός που “βλέπει” τον πόνο γύρω του, αλλά δεν έχει καταλάβει τη συμφορά που έχει ζώσει τη δική του ζωή.
Μια Ελλάδα που βγαίνει από έναν τρομακτικό πόλεμο, μια Ελλάδα που μετρά τους νεκρούς της και τους ήρωές της, μια Ελλάδα που προσπαθεί να μαζέψει τις πληγές και τα κουρέλια της, και να μετατρέψει την οδύνη σε τραγούδι.
Κι όμως, αυτή η χώρα ξαναβυθίζεται στο βάραθρο του μίσους, όπου τον πρώτο λόγο τον έχουν τα όπλα, όπου ο αδελφός καταδίδει τον αδελφό. Και μιλάμε για τον Εμφύλιο. Αργά, πολύ αργά, θα καταλάβουν ότι τα απόνερα της προδοσίας και του μίσους θα απλωθούν σαν το δηλητήριο της οχιάς στο κορμί του Έθνους όλου. Θα ποτίσουν τις ψυχές και θα χαράξουν μαύρες σελίδες στην Ιστορία μας. Και είναι σελίδες, που δύσκολα θα μπορούμε να ερμηνεύσουμε στις επόμενες γενιές.
Ίσως, η Τέχνη, το Τραγούδι, η Ζωγραφική, η Ποίηση, η Λογοτεχνία θα μπορέσουν να αγγίξουν τα κατάβαθα της ψυχής μας βοηθώντας μας να κατανοήσουμε τα αδιανόητα, στα οποία προχωράει το ανθρώπινο μυαλό, η ανθρώπινη ματαιοδοξία.
Γνωστά τα τραγούδια και σ’ αυτή τη δεύτερη πράξη. Αν είχαμε τη δυνατότητα του ήχου, θα τα τραγουδούσαμε μαζί με τους φίλους μας και ένα δάκρυ θα κυλούσε από τα μάτια μας.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

Π Ρ Α Ξ Η
(Στο ίδιο μέρος. Νύχτα. Στη θέση των μουσικών κρεμασμένες μάσκες. Μπαίνουν ο Τυφλός με την κόρη του, την Τασία).

ΤΥΦΛΟΣ
Κόρη γέρου τυφλού, πες μου Τασία, σε ποιους τόπους φτάσαμε ή σε τίνων ανθρώπων την πόλη; Ποιος για σήμερα θε να δεχθεί και λιγοστή θα δώσει στον δύστυχο εμένα βοήθεια, που όσο μικρά αν ζητά κι από το λίγο λιγότερο παίρνει, μα που του φτάνει κι αυτό, γιατί να υπομένω μ’ έχουν μάθει τα πάθη μου και τα πολλά τα χρόνια που επάνω μου σηκώνω, και πάνω απ’ όλα η αλύγιστη καρδιά μου. Μα αν εσύ κάπου βλέπεις, κόρη μου, μέρος ελεύθερο για να ξαποστάσω και να τσιμπήσουμε κάτι, ακούμπα με και βάλε με νά καθίσω, για να μάθουμε πού είμαστε, γιατί σαν ξένοι που ήρθαμε εδώ πέρα πρέπει απ’ τους ντόπιους να τα μαθαίνουμε όλα και να κάνουμε και μεις ό,τι ακούμε.

ΤΑΣΙΑ
Ταλαίπωρέ μου πατέρα, όσο μπορώ να διακρίνω, χαμόσπιτα και ξερολιθιές ζώνουν την πόλη, μα όσο για εδώ, είμαι βέβαιη πως είναι τόπος ιερός. Κι αν δεν υπάρχει ψυχή ζωντανή, τα όργανα κι ο λαϊκός τραγουδιστής, μας κοιτάζουν με μάτια ορθάνοιχτα σαν της κουκουβάγιας, που βλέπουν μέσα στη νύχτα, και ξέρει να διαβάζει τη σκέψη των άλλων. Και κάτσε εδώ πλάι στην ξερολιθιά ν’ αναπάψεις τα μέλη σου, γιατί ήταν μακρύς για γέρο ο δρόμος που ‘χεις κάνει.

ΤΥΦΛΟΣ
Κάθισέ με, λοιπόν, κι έχε το νου σου στον τυφλό σου γονιό.

ΤΑΣΙΑ
Χάρη στον τόσο καιρό δεν είναι ανάγκη νά μάθω τώρα αυτή τη δουλειά.

ΤΥΦΛΟΣ
Λοιπόν, μπορείς να μου πεις πώς λέγεται το μέρος που φτάσαμε;

ΤΑΣΙΑ
Ξέρω πως είναι η Αθήνα. Δεν ξέρω μόνο σε ποια συνοικία.

ΤΥΦΛΟΣ
Μα βέβαια, για την Αθήνα ακούμε σήμερα όλη μέρα απ’ τα χαράματα που ξεκινήσαμε.

ΤΑΣΙΑ
Επιμένεις να χτυπήσω καμιά πόρτα για να μάθω το όνομα της συνοικίας;

ΤΥΦΛΟΣ
Φοβάμαι πως είναι αργά κόρη μου κι όλοι θα κοιμούνται.
(Μπαίνει με προφύλαξη ο Παύλος).

ΤΑΣΙΑ
Δεν έχω ανάγκη να ξυπνήσω κανέναν γιατί βλέπω κάποιον να μας πλησιάζει.

ΤΥΦΛΟΣ
Έρχεται κατά μας;

ΤΑΣΙΑ
Έφτασε κιόλας κι ό,τι θέλεις μπορείς να τον ρωτάς.

ΤΥΦΛΟΣ
(Μιλά στον Παύλο που ξαφνιάζεται). Ξένε μου, μόλις αυτή την στιγμή φτάσαμε σ’ αυτή τη συνοικία και θα ‘θελα να ‘ξερα πού βρισκόμαστε.

ΠΑΥΛΟΣ
Σε παρακαλώ να μιλάς όσο γίνεται πιο σιγά. Από πού έρχεσαι;…

ΤΥΦΛΟΣ
Από τη Θεσσαλία. Μου ‘παν πως οι γιοι μου γυρνούν στα μέρη σας και ψάχνουμε να τους βρούμε. Περάσαμε από τον Πειραιά και μέσα από το Φάληρο και τώρα τραβάμε για την Αθήνα… Θέλω νά ξέρω αν είμαστε κοντά.

ΠΑΥΛΟΣ
Ούτε μιας ώρας δρόμος. Όμως εξαρτάται πού θέλεις να πας. Πού βρίσκονται οι γιοι σου;

ΤΥΦΛΟΣ
Πού να στα λέω παιδί μου. Μας είπαν πως τους είδαν στην Αττική. Άλλος στον Πειραιά. Άλλος στην Ελευσίνα. Άλλος στην Αθήνα… Όμως κανένας τους δεν ήταν βέβαιος. Στο χωριό για νά γυρίσουν ούτε λόγος. Κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει… Κοιμάσαι και δεν είσαι σίγουρος αν θα ξυπνήσεις ποτέ… Ένα θεριό μ’ εκατό κεφάλια και χίλια χέρια κάθεται από πάνω μας, και μας ξεκληρίζει… Δε μας έφτανε ο πόλεμος και η Κατοχή. Δε μου ‘φταναν όσα μου ‘καναν οι εχθροί!

ΤΑΣΙΑ
Δεν είναι ώρα πατέρα για τέτοιες θύμησες… Εξάλλου ο κύριος δεν έχει όρεξη ν’ ακούει τα βάσανά μας.

ΤΥΦΛΟΣ
Έχεις δίκιο, κόρη μου, και καλά κάνεις να με σταματάς. Όταν αρχίζω δεν θα ‘θελα νά τέλειωνα ποτέ. Γιατί ξαλαφρώνω, όσο μιλώ.

ΠΑΥΛΟΣ
Όταν έχεις μια τόσο καλή κόρη, γέρο, και δυο γιους, τι άλλο θέλεις; Σάμπως υπάρχει σπίτι χωρίς πίκρες και συμφορές;

ΤΑΣΙΑ
(Ιδιαίτερα στον Παύλο). Πώς να του το πει κανείς κύριε… Πάνε δυο χρόνια που σκοτωθήκανε τ’ αδέρφια μου… Εγώ τους είδα με τα ίδια μου τα μάτια κρεμασμένους στο σιδηροδρομικό σταθμό στη Λάρισα… Ο ένας φάτσα στον άλλο. Φορούσαν τα πλεχτά που τους είχα πλέξει όλο το χειμώνα δίπλα στη λάμπα. Το ‘να το ‘χα κάνει κίτρινο. Το άλλο γαλάζιο, νά ‘ναι χαρούμενα χρώματα γιατί περιμέναμε την απελευθέρωση. Μα δεν τους άρεσαν… Τέλος τα ‘βαλαν μόνο μες στη φυλακή γιατί ήταν υγρή και πάγωναν.

ΠΑΥΛΟΣ
Και γιατί τους κρέμασαν;

ΤΑΣΙΑ
Όταν οι αντάρτες τίναξαν το τραίνο με τους Γερμανούς έξω από τα Φάρσαλα, την άλλη μέρα ο Κομαντατούρας κρέμασε πενήντα στα Φάρσαλα και πενήντα στη Λάρισα!

ΠΑΥΛΟΣ
Και πώς βρέθηκαν στη φυλακή τ’ αδέρφια σου;

ΤΑΣΙΑ
Ο πιο μεγάλος μας αδερφός, ο Νίκος, είχε βγει στο βουνό κι όταν οι Γερμανοί έφτασαν στο χωριό μας, ξαφνικά μες στη νύκτα, βάλανε φωτιά στο σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν πιασμένη από ρευματισμούς, εγώ κοιμόμουνα πλάι της. Στο άλλο δωμάτιο ο πατέρας. Μόλις βρεθήκαμε τυλιγμένοι από τις φλόγες, τρέχει ο πατέρας, πιάνει τη μάνα απ’ την μασχάλη και την τράβαγε προς τη σκάλα, εγώ προσπαθούσα, μα ήμουν μικρή και δεν μπορούσα να βοηθήσω. Τρέξε, μου λέει ο πατέρας, να φωνάξεις τ’ αδέρφια σου! Τρέχω, περνώ τις φλόγες, πάω στο στάβλο να τους βρω και πέφτω πάνω στους Γερμανούς. Με κλωτσούν και με σπρώχνουν κατά την πυρκαγιά. Άρχισα να φωνάζω δίχως να μπορώ να ξαναμπώ. Τότε βλέπω τον πατέρα μου να βγαίνει μες απ’ τις φλόγες. Έσερνε πάντα τη μάνα μας, όμως, μόλις την απίθωσε καλά στο χώμα, ήταν πια μισοκαμένη. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά της… Κι ο πατέρας, κι αυτός άναβε σα λαμπάδα. Όμως σώθηκε, αν κι έχασε το φως του για πάντα.

ΠΑΥΛΟΣ
Πόση συμφορά, Θεέ μου! Κι εγώ που ‘χασα τον πατέρα μου κι έλεγα ότι δεν υπάρχει άλλος πιο δυστυχισμένος από μένα…

ΤΑΣΙΑ
Πέθανε από φυσικού του ή σκοτώθηκε κι αυτός;

ΠΑΥΛΟΣ
Αστειεύεσαι; Ποιος πεθαίνει σήμερα από φυσικού του; Κοίταξε σύμπτωση! Κι αυτόν τον σκότωσαν οι Γερμανοί, στη Θεσσαλία! Τον είχαν πιάσει όμηρο στο μεγάλο μπλόκο της Καλλιθέας. Μετά μπήκε στην κλούβα – ξέρεις το βαγόνι που βάζανε οι Γερμανοί μπροστά στα τραίνα γεμάτα ομήρους – για να τιναχτεί πρώτο στον αέρα. Στο τέλος μάθαμε πως τον τουφέκισαν. Πού; Πότε; Μόνο ένα σημείωμα, δίχως ημερομηνία λάβαμε. «Σοφία μου, είναι τ’ όνομα της μητέρας μου, με ειδοποίησαν να ετοιμαστώ. Σε λίγο δεν θα ‘μαι πια ζωντανός. Συχώρα με που σ’ αφήνω μόνη με δυο παιδιά. Όμως το ξέρω πως θα τα καταφέρεις, θέλω να γίνουν τίμιοι, καλοί κι εργατικοί και να σ’ αγαπούν. Κι όταν μεγαλώσουν, πες τους πως ο πατέρας τους έπεσε για την Ελλάδα και για τη λευτεριά μας».

ΤΥΦΛΟΣ
Μου φαίνεται πως με μισοπήρε ο ύπνος… Σας ακούω που μιλάτε. Παιδί μου, δεν είμαστε πλούσιοι, το βλέπεις, όμως, αν πεινάς, έχει λίγο ψωμί και κρεμμύδι και για σένα. (Στην Τασία). Κόρη μου, ετοίμασε να φάμε κάτι, γιατί από το μεσημέρι, το ξέρεις, δεν βάλαμε μπουκιά στο στόμα μας… Μόλις τώρα δα ονειρευόμουν πως είμαστε μαζί με το Λεωνίδα και τον Κώστα… Θα ‘ναι κανένα προαίσθημα! (Προς τον Παύλο). Πιστεύεις εσύ, παιδί μου, σ’ αυτά τα πράγματα; Λένε πως πολλές φορές βγαίνουν αληθινά! (Αλλάζει τόνο). Όμως ξέχασα να σε ρωτήσω, γιατί τάχα μέσα στην νύχτα μένουν τα όργανα και ο λαϊκός τραγουδιστής στη μέση του δρόμου; Για ποιον παίζουν; Ή μήπως πρόκειται να γίνει καμιά γιορτή;

ΠΑΥΛΟΣ
Και βέβαια κάθονται και περιμένουν τη μεγάλη γιορτή! Άλλωστε είχαμε κι άλλες εδώ στη γειτονιά μας. Όμως σαν κι αυτή που θα ‘ρθει δεν έχει ξαναγίνει.

ΤΥΦΛΟΣ
Ίσως κανένας γάμος;

ΠΑΥΛΟΣ
Και τι γάμος! Ο γαμπρός είναι ο πιο ξακουστός γαμπρός της οικουμένης.

ΤΑΣΙΑ
Πώς τον λένε;

ΠΑΥΛΟΣ
Ο Μαύρος Καβαλάρης!

ΤΥΦΛΟΣ
Μη μου πεις πως παντρεύεται ο Άρης Βελουχιώτης!

ΠΑΥΛΟΣ
Ο Άρης, γέρο, είναι παιχνιδάκι μπροστά του! Για ρώτησε την κόρη σου να σου πει με τι μοιάζουν τα όργανα κι ο τραγουδιστής.

ΤΑΣΙΑ
Ναι, πατέρα, δεν είναι συνηθισμένα όργανα. Είναι μαυροντυμένοι, σοβαροί, χλωμοί και ακίνητοι, σα νεκροί…

ΠΑΥΛΟΣ
Κι ό,τι παίζουν – κι ό,τι τραγουδούν είναι νόμος. Αυτό που θα πουν πρέπει να γίνει και δεν υπάρχει ανθρώπινη δύναμη για να το εμποδίσει!

ΤΥΦΛΟΣ
Και ποια είναι η νύφη;

ΠΑΥΛΟΣ
Τη λένε Ισμήνη και η ομορφιά της δεν χωράει στα λόγια.

ΤΑΣΙΑ
Κάθεται εδώ κοντά;

ΠΑΥΛΟΣ
(Γυρίζει και κοιτάζει το μπαλκόνι). Πίσω απ’ αυτές τις γλάστρες όπου κρατούν την αρμονία του κόσμου…
(Η πόρτα στο μπαλκόνι μισανοίγει και φαίνεται η Ισμήνη, με άσπρη μακριά νυχτικιά).

ΠΑΥΛΟΣ
Νά την κιόλας η νύφη που μάντεψε τα λόγια μας και βγήκε να μας δει! (Πάει με προφύλαξη πίσω απ’ το μπαλκόνι).

ΙΣΜΗΝΗ
(Σκύβει και μιλάει με προφύλαξη). Ξέρεις καλά πως σε κυνηγούν θεοί και δαίμονες κι έρχεσαι κατευθείαν μέσα στο στόμα του θηρίου; Φύγε γρήγορα, αν μ’ αγαπάς!..

ΠΑΥΛΟΣ
(Δήθεν αδιάφορα). Ούτε λόγος! Θα φύγω!… Άλλωστε δεν το ‘χα καθόλου στο νου μου νά σ’ ενοχλήσω. Είναι ανάγκη να δω τη μάνα μου.

ΤΥΦΛΟΣ
(Τρώγοντας). Είναι αλήθεια όμορφη η νύφη, όπως μας την είπε;

ΤΑΣΙΑ
Κι ακόμα πιο πολύ, πατέρα. Φορεί το νυφικό της. Ήρθαμε πάνω στην ώρα. Σε λίγο θα ‘ρθει κι ο γαμπρός. Από τον γάμο του Πετζαρόπουλου και της Ευανθίας δεν ξανάδαμε πια γάμο στο χωριό μας.

ΤΥΦΛΟΣ
Κι ο Νίκος μας ήτανε κουμπάρος! Τον θυμάμαι που ήρθε καβάλα στο άλογο. Ίδιος μαύρος καβαλάρης!

ΤΑΣΙΑ
Όμως αυτός εδώ φαίνεται πως είναι κανείς μεγάλος. Ίσως μοίραρχος της χωροφυλακής!

ΠΑΥΛΟΣ
Δεν τολμώ να χτυπήσω την πόρτα του σπιτιού μου. Μπας και με δαγκώσει κανένας λύκος.

ΙΣΜΗΝΗ
Δεν πιστεύω πως θα ‘ναι μέσα. Πάντως ο Περικλής έχει να φανεί από τότε.

ΠΑΥΛΟΣ
Τι φοβάται; Με τα λεφτά που πήρε θα γυρίζει τώρα με καινούργιο κοστούμι.

ΙΣΜΗΝΗ
Δεν το συνηθίζουμε στην οικογένειά μας νά πουλιόμαστε.

ΠΑΥΛΟΣ
Πληρωμένοι – ξεπληρωμένοι…

ΙΣΜΗΝΗ
Αν είναι έτσι, τότε περιττό να κουβεντιάζουμε. Μόνο μάθε πως ο πατέρας μου δεν μας αφήνει να μιλήσουμε μπροστά του για τον Περικλή. Ντρέπεται σε σημείο που, αν τον δεις, δεν θα τον αναγνωρίσεις. Μηδέ τρώει!

ΠΑΥΛΟΣ
Θες να πεις πως ο αδερφός σου δεν βρίσκεται τώρα, αυτή τη στιγμή, μέσα στο σπίτι σου; Και θες να σε πιστέψω; Θέλεις νέα για την υγεία του Νικολιού;

ΙΣΜΗΝΗ
(Σκύβει το κεφάλι).

ΠΑΥΛΟΣ
Δε θα ‘θελες να μιλάμε γι’ αυτόν; Χμ;

ΙΣΜΗΝΗ
Τα ξέρω όλα. Όλες τις λεπτομέρειες. Κι αρρωσταίνω όταν τα σκέπτομαι. Όμως τον Περικλή δεν τα κατάφερα να τον μισήσω. Νιώθω πως αυτό που έκανε ήταν γι’ αυτόν καθαρό – τίμιο. Είναι, αν θέλεις, θυσία.

ΠΑΥΛΟΣ
Γιατί δεν λες καλύτερα: Ηρωισμός!

ΙΣΜΗΝΗ
Ναι ηρωισμός! Γιατί θα μπορούσε νά το κάνει κρυφά. Δίχως να τον πάρει κανείς είδηση! Χωρίς να το μάθει ποτέ κανείς. Όπως τόσοι και τόσοι… Κι όμως προτίμησε να εκτεθεί εκεί, μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Σε μένα, σε σένα, στον πατέρα, κι ακόμα στα λαϊκά όργανα.

ΤΥΦΛΟΣ
Άκουσα τη λέξη: Λαϊκά Όργανα. Η νύφη θέλει να παίξουν τα όργανα; Κι όμως δεν τους άκουσα ακόμα…

ΤΑΣΙΑ
Φαίνεται σαν κάτι να περιμένουν. Ίσως να περιμένουν να ‘ρθει πρώτα ο γαμπρός για ν’ αρχίσουν.

ΤΥΦΛΟΣ
Κι όμως παράξενος καιρός, παράξενη ώρα για γάμο, δε σου φαίνεται;

ΤΑΣΙΑ
Την ημέρα γίνονται μάχες. Τ’ αγόρια πολεμούν με το ντουφέκι στα χέρια. Τα κορίτσια τούς ετοιμάζουν φαί και τους κουβαλούν σφαίρες – όπως κάναμε στο χωριό μας με τους Γερμανούς.

ΤΥΦΛΟΣ
Και το βράδυ παντρεύονται και ξεγελούν το Χάρο!

ΠΑΥΛΟΣ
Ό,τι κι αν πεις – αίμα σου είναι – θα τον υπερασπιστείς. Το αίμα ξέρεις είναι πονηρό. Από δω τα φέρνει – από κει τα φέρνει – στο τέλος θα σε κάνει νά πιστέψεις εκείνο που το συμφέρει να πιστέψεις!

ΙΣΜΗΝΗ
(Σα να φοβάται να του το πει. Με θλίψη).Η πίστη μου ήσουν εσύ. Αυτό το ξέρεις!

ΠΑΥΛΟΣ
(Ξαφνιασμένος. Με θλίψη). Ήμουν. Μια φορά!… Όμως τώρα…

ΙΣΜΗΝΗ
(Ξεσπά). Παύλο, αυτή τη στιγμή τ’ αφήνω όλα! Τη μάνα μου, τον πατέρα μου, το σπίτι μου! Φτάνει νά ‘μαι μαζί σου! Θα φύγουμε μαζί. Μακριά απ’ την Αθήνα! Μακριά απ’ τον πόλεμο! Θα πάμε σ’ ένα χωριό. Όπου νά ‘ναι. Στην Πελοπόννησο, στη Ρούμελη, στη Μακεδονία! (Φωνάζει). Άγνωστοι! Άγνωστοι! Άγνωστοι! (ΜΟΥΣΙΚΗ: «Το Όνειρο», από ορχήστρα. Συνοδεύει σε όλη τη διάρκεια της ερωτικής σκηνής. Η Ισμήνη ηρεμεί, τον πλησιάζει και του χαϊδεύει με στοργή τα μαλλιά, ονειροπολώντας). Πρώτα – πρώτα θα βρούμε έναν παπά να μας στεφανώσει! Θα φτιάξουμε την καλύβα μας μόνοι μας! με καλαμιές! Εσύ θα βρεις δουλειά στα χωράφια, εγώ θα κεντώ, θα πλέκω! Θα φτιάξω και περιβολάκι – δικό μου! Θα σου μαγειρεύω! Θα σε πλένω! Θα καθαρίζω τα ρούχα σου! Θα σιδερώνω τα πουκάμισά σου!.. Κι όταν θα φεύγεις για τη δουλειά, θα βγαίνω στην πόρτα νά σε καμαρώνω.

ΠΑΥΛΟΣ
(Που έχει κερδηθεί απ’ την οπτασία). Η πιο όμορφη στιγμή είναι το βράδυ, όταν γυρνάς απ’ τη δουλειά, μουσκίδι στον ιδρώτα, βρώμικος! Περνάς το κατώφλι και σε περιμένει μια ζεστή αγκαλιά, δυο μάτια φτιαγμένα με φως .(Της πιάνει τα χέρια και τα βάζει στοκεφάλι του). Δυο χέρια – περιστέρια, που σου χαϊδεύουν το κουρασμένο σου κεφάλι και νιώθεις μεμιάς αλαφρύς σαν πουλί. Ελεύθερος σαν αέρας!

ΙΣΜΗΝΗ
(Που σφίγγεται απάνω τον).Παύλο! Δεν ξέρω, όμως όταν είμαστε μαζί το καθετί – το καθετί, εκτός από μας τους δυο, μου φαίνεται πως δεν έχει σημασία. Πώς να σε κάνω να με καταλάβεις; Νιώθω πως η ζωή ενδιαφέρεται πιότερο για μας τους δυο, για την ένωσή μας, για την ευτυχία μας, παρά για ο,τιδήποτε άλλο! Δέν είναι εγωιστικό αυτό;

ΠΑΥΛΟΣ
(Τη φιλά). Όταν θέλω να χαρώ μέσα μου βαθειά, ξέρεις τι σκέφτομαι;

ΙΣΜΗΝΗ
Το μαντεύω.

ΠΑΥΛΟΣ
Θυμάσαι και συ;

ΙΣΜΗΝΗ
Μόνο αυτό κάνω!

ΠΑΥΛΟΣ
Θυμάσαι όλες τις λεπτομέρειες;

ΙΣΜΗΝΗ
Όλες – όλες!

ΠΑΥΛΟΣ
«Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
Υπάρχει μια αγάπη
Υπάρχει μια έκσταση»!

ΙΣΜΗΝΗ
Το ‘κανες κιόλας το ποίημα!

ΠΑΥΛΟΣ
Ήταν ποίημα! Απ’ την πρώτη στιγμή! Απ’ τη στιγμή που μπήκαμε στο λεωφορείο και βγήκαμε στην αμμουδιά! Είχαμε τη σπηλιά μας! Τη θαλασσινή σπηλιά μας! Τη δική μας σπηλιά! Και το μυστικό μας το ξέραμε μόνο εμείς και η θάλασσα!.. (Συνέρχεται). Ισμήνη, γιατί τα θυμόμαστε τώρα όλ’ αυτά;

ΙΣΜΗΝΗ
(Τον αγκαλιάζει με απελπισία). Παύλο, πάρε με! Ποτέ μου δεν ένιωσα τόσο δική σου όσο αυτή τη στιγμή. (Ήχοι μάχης).

ΠΑΥΛΟΣ
(Ξεφεύγοντας). Είναι αργά, Ισμήνη. Καί πρέπει να φύγω. Μόνος. Εκεί που πηγαίνω δεν ξέρω καλά -καλά…

ΙΣΜΗΝΗ
Αν είχες να διαλέξεις; Ανάμεσα σε μένα και στους άλλους;

ΠΑΥΛΟΣ
Δέν υπάρχει διάκριση! Για να σ’ αγαπώ πρέπει να νιώθω τίμιος και για νά ‘μαι τίμιος πρέπει να πάω με τους άλλους!

ΙΣΜΗΝΗ
(Στο χείλος της απελπισίας). Ώστε σε χάνω; Για πάντα;

ΠΑΥΛΟΣ
(Μπαίνοντας σε απόσταση) Γι’ αυτό δεν φταίω εγώ! (Κερδίζεται από το μίσος) .Κι όσο ο φταίχτης ζει, θα μας χωρίζει! Χάρη στην προδοσία του, ο καλύτερός μου φίλος πάει πια. Κι όσο για μένα! (Πιάνει το λαιμό του). Οι ώρες μου είναι μετρημένες…. (Η μουσική σβήνει. Θόρυβος από το σπίτι του Παύλου. Κρύβονται).

ΤΑΣΙΑ
Θεέ μου, πιάνει το λαιμό του σα να ‘θελε να πνιγεί!

ΤΥΦΛΟΣ
Το λαιμό του;

ΤΑΣΙΑ
Ναι, ναι, το λαιμό του! Ω, να ‘ξερες τι πράμα είναι ο λαιμός του ανθρώπου, πατέρα!

ΤΥΦΛΟΣ
Εμένα το λες, παιδί μου; Νά ‘ναι καλά οι Γερμανοί! Γίναμε σοφοί πια σ’ όλα τα είδη του θανάτου… Κι όσο για την κρεμάλα! Τι τους στοίχιζε; Μόνο το σαπούνι, γιατί με το ίδιο σχοινί πνίξανε τη μισή Ελλάδα!

ΤΑΣΙΑ
Όσο για μάς, αυτό το μισό ήταν ολόκληρο και πολύ πιο πολύ κι απ’ το ολόκληρο! (Μπαίνει η μάνα του Παύλου).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Άκουσα στ’ αλήθεια τη φωνή του Παύλου ή μήπως ήταν στ’ όνειρό μου; Από την ώρα πού ‘φυγε μπερδεύτηκε ο ύπνος με το ξύπνιο. Άλλοτε ονειρεύομαι και νομίζω πως ζω. Άλλοτε κάθομαι στο παράθυρο και θαρρώ πως ονειρεύομαι. Μαύρα όνειρα – μαύρα πουλιά, που πετούν πάνω από μαύρα άλογα, σε μαύρα χωράφια. Κι οι καβαλάρηδες είναι μαύροι καί στα σπίτια μαύρα κι ο ήλιος μαύρος. Μόνο το φεγγάρι μένει ασημένιο και με βλέπει με το πεθαμένο φως του. (Κοιτάζοντας τον ουρανό). Τι περιμένεις να δεις ακόμα; Δε σου φτάνουν τόσα κουφάρια; Τόσοι λεβέντες – τόσες μάνες χαροκαμένες; Τι θέλεις; Τι θέλεις; Αν θες να δεις έτσι και το παιδί μου, κάνεις λάθος… Κάνεις λάθος!… (Μπαίνει ο Παύλος. Τρέχουν κι αγκαλιάζονται). Αγόρι μου γλυκό. Περιστεράκι μου ακριβό. Τώρα δα μιλούσα με το φεγγάρι για σένα.

ΠΑΥΛΟΣ
Σ’ άκουσα μάνα.
(Η Ισμήνη φαίνεται πίσω από την πόρτα, αλλά μόλις τους βλέπει σταματά και ακούει μισοκρυμμένη).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παιδί μου, μη συνορίζεσαι τα λόγια μου… Δέν ξέρω πια τι λέω. Απ’ τη στιγμή που μου ‘φυγες, μου ‘φυγαν τα μυαλά. Τα λόγια, η ζωή μου… Είσαι καλά; Να σε δω (Τον περιεργάζεται).Δέν τρως και δεν πλένεσαι; Πού κοιμάσαι;

ΠΑΥΛΟΣ
Όπου βρω, μάνα.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ποιος σου στρώνει, παιδί μου;

ΠΑΥΛΟΣ
Εκεί που ξαπλώνω δεν έχω ανάγκη από στρωσίδια.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Είσαι τουλάχιστον σε ασφάλεια;

ΠΑΥΛΟΣ
Μ’ αγκαλιάζεις και με ρωτάς αν είμαι σε ασφάλεια; Και βέβαια είμαι! Ποιο θηρίο μπορεί ν’ αρπάξει το παιδί μεσ’ απ’ την αγκαλιά της μάνας;

ΤΥΦΛΟΣ
Αλήθεια, δεν υπάρχει θηρίο. Εξόν αν περάσει πάνω από τη μάνα. Όλοι στην Αετοράχη θυμόμαστε την ιστορία μιας Όρνιθας που πάλεψε με το φίδι κι ύστερα, σαν απόκαμε, μάζεψε τα κλωσσόπουλα κάτω από τα φτερά της και κάθισε ήσυχη να την φάει ο όφις. Στο τέλος, την βρήκαμε μισοφαγωμένη και το φίδι στο πλάι της να κοιμάται χορτάτο. Όμως όλα τα κλωσσόπουλα ήταν απείραχτα κάτω από τα ζεστά φτερά της.

ΠΑΥΛΟΣ
(Τον δείχνει με το κεφάλι). Ναι, μάνα! Είναι ξένος. Δεν είναι ζητιάνος. Και δεν υπάρχει συμφορά που να μην έχει πέσει απάνω του, όμως ξέρει μόνο τις μισές. Είναι τυφλός καί δεν βλέπει τις άλλες μισές… κι έτσι ευτυχεί…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Μιλάς μ’ αινίγματα, γιέ μου, και δε σε καταλαβαίνω.

ΠΑΥΛΟΣ
Ρώτησέ τον τι γυρεύει στην Αθήνα.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ξένε, καλησπέρα… Γιατί κάθεσαι κατάχαμα στη μέση του δρόμου; Κόπιασε μέσα στο φτωχικό μας να πλαγιάσεις λιγάκι σαν άνθρωπος.

ΤΥΦΛΟΣ
Σ’ ευχαριστώ, κυρά μου. Κοιμάμαι μήνες τώρα στο χώμα, που ξέχασα τα κρεβάτια καί την ανθρώπινη ζωή… Κι αν ζω ακόμη, ζω μονάχα με την ελπίδα να ξαναβρώ τους γιους μου.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Έχεις τη διεύθυνσή τους; Γνωρίζεις πού κάθονται;

ΠΑΥΛΟΣ
Τούς είδαν να γυρνούν στην Αθήνα. Αύριο, άμα ξημερώσει, θα ρωτήσει και θα τους βρει. (Στη μάνα του). Συφορά του! Κάλλιο να πεθάνει παρά να μάθει την αλήθεια. Πάνε δυο χρόνια που τους κρέμασαν αντικριστά, την ίδια μέρα, στο ίδιο μέρος…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Πάει να ξεφωνίσει, όμως ο Παύλος την προφταίνει και της κλείνει το στόμα).

(Ακούγονται βήματα).

ΠΑΥΛΟΣ
(Βιαστικά). Πρέπει να του δίνω. Πάρε αυτό το σημείωμα να το πας στον Βαγγέλη τον τσαγκάρη. (Της το δίνει). Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου! Θα ξανάρθω τα μεσάνυχτα, ακριβώς, στο ρέμα κάτω από το γεφύρι. Να μου έχεις ένα δέμα τροφές. Βάλε και κανένα καθαρό ρούχο. Και προπαντός την απάντηση του Βαγγέλη. Θυμήσου: Είναι υπόθεση ζωής ή θανάτου!

ΙΣΜΗΝΗ
(Βγαίνει). Παύλο, φεύγεις; Πού πάς;

ΠΑΥΛΟΣ
Ίσως πολύ κοντά – ίσως πολύ μακριά…
(Μπαίνουν μια ομάδα ένοπλοι με πολιτικά).

ΓΡΗΓΟΡΗΣ (Επικεφαλής)
Πιάστε γρήγορα τα πόστα. Ο Χαράλαμπος στο γεφύρι. Γιώργο, στη Γωνιά. Ο Έξαρχος κι ο Σοφοκλής μαζί μου. (Βλέπει τον τυφλό ). Μέρος που το διάλεξες, γέρο, για νά περάσεις τη νύχτα!

ΤΥΦΛΟΣ
Γιατί; Τι έχει παιδί μου;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Δε λέω! Αν σ’ αρέσουν τα πανηγύρια, καλύτερη θέση δεν μπορούσες να βρεις… (Γελούν).

ΤΥΦΛΟΣ
Έχετε γάμους και χαρές, φέρατε και τα όργανα!..

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Παρ’ ολίγο να μην το προσέξω. (Προς τα όργανα). Φωνή του λαού! Οργή του Θεού. Σύμμαχε του φτωχού, οδήγησέ με σωστά! Εδώ που έχω φτάσει, στο σύνορο του κόσμου, μ’ ένα μου βήμα κερδίζω ή χάνω την ψυχή μου. Εσύ, που ξέρεις, που έρχεσαι από μακριά και βλέπεις μακριά – πες μου: Πού βρίσκω την τόση δύναμή μου – την τόση σιγουριά και κάνω πράξεις πάνω από το μέτρο μου και τα μέτρα των άλλων; (Στο γέρο). Σωστά το είπες. Μόνο που το γλέντι έχει από μέρες ανάψει και δεν λέει να σταματήσει. Μα το σωστό το πανηγύρι μόλις τώρα αρχίζει, κι έτσι δεν έχασες ακόμα τίποτα.

ΤΥΦΛΟΣ
Νέε μου, το νιώθω πια καλά πως τα λόγια σας έχουν διπλό νόημα. Χάνεις τον καιρό σου, αν στ’ αλήθεια με προσκαλείς σε τέτοιου είδους πανηγύρια. Μια μονάχα ευχή σας δίνω: Να σας βοηθήσει ο Θεός να βγείτε απ’ αυτό το καζάνι που βράζει. Γιατί στο τέλος δε θα μείνει παρά μονάχα το ζουμί σας, για να ποτίσουνε οι ξένοι τα γουρούνια τους… Αυτό μόνο σου λέω.

ΤΑΣΙΑ
Πατέρα, έχουν όλοι τους όπλα σαν τους αντάρτες, κι είναι το ίδιο βρώμικοι και αξύριστοι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Βρόμικοι και αξύριστοι! Ε! Για να μην υπάρχουν ζητιάνοι και να κρατούν ξυπόλυτα παιδιά, αντί για ραβδί.

ΤΥΦΛΟΣ
Στην Αθήνα ζητιάνος παιδί μου! Όμως, στην Αητοράχη, γεροπλάτανος, με τρεις γιους, σαν κάστρα βενετσιάνικα!

ΙΣΜΗΝΗ
Για πού τρανοί μου καπεταναίοι; Εκεί δε θα βρείτε παρά μονάχα γυναίκες και γέρους.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Και κάποιον άλλο! Εκτός αν τον έπιασαν οι κατάρες της μάνας του Νικολιού… Μα τέτοια καθάρματα δεν τα πιάνει τίποτ’ άλλο εξόν απ’ αυτό το ευλογημένο σίδερο! (Φιλάει το αυτόματο. Κάνει νόημα στον Έξαρχο και στο Σοφοκλή να μπούνε στο σπίτι της Ισμήνης).

ΙΣΜΗΝΗ
Τσάμπα πάνε τα φιλιά σου, Κολοκοτρώνη! Αν ζητάς να μας δείξεις την παλληκαριά σου, χτύπησες λάθος πόρτα! Αλήθεια, πώς αλλάζουν οι καιροί. Εσύ δεν είσαι, Γρηγόρη, που μού ‘λεγες ένα βράδυ: «Ισμήνη είσαι το πιο σπουδαίο κορίτσι που υπάρχει στον κόσμο, θέλω να μ’ έχεις φίλο σου σ’ όλη σου τη ζωή. Όποτε κι αν με χρειαστείς!»

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Είμαι δεμένος μέσα στην ομάδα. Δέν ξέρω αν με νιώθεις.
(Βγαίνουν οι δυο οπλίτες μαζί με τους γονείς της Ισμήνης).

ΣΟΦΟΚΛΗΣ
Ψάξαμε καλά παντού.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Εκτός αν υπάρχει καμιά κρύπτη.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ
Απίθανο… Σού ‘πα πως κοιτάξαμε καλά.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Μάνα, πού ‘ναι ο Περικλής σου;

ΤΥΦΛΟΣ
(Στην Τασία). Κόρη μου, όσο πιο γρήγορα φύγουμε, τόσο το καλύτερο… Νιώθω πως έρχονται συμφορές μεγάλες, αβάσταχτες, μα μεις δεν έχουμε καρδιά γι’ άλλους θρήνους. Το μερτικό μας το πληρώσαμε ακριβά και, με τη βοήθεια της Παναγιάς, από αύριο θα ‘χουμε χαρές.

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Πολέμησα στο Μπιζάνι τους Τούρκους, στήθος με στήθος. Τραυματίστηκα βαριά και μ’ έβαλαν σ’ ένα κάρο για να με πάνε στο Νοσοκομείο στην Πρέβεζα – μια βδομάδα δρόμο. Θυμάμαι πως μια μέρα είδα από πάνω μου σκυμμένο τον αρχιστράτηγο να μου χαμογελά κι εγώ έκλαιγα από τη χαρά μου που, αν και φτωχόπαιδο, βοήθαγα με το αίμα μου να ξεσκλαβωθούν οι σκλαβωμένοι μας αδερφοί. Γράμματα δεν ξέρω. Όμως ξέρω ποιο είναι το σωστό και ποιο το άδικο. Την προδοσία δεν θα την καταλάβω ποτέ – ακόμα κι από το παιδί μου.

ΤΥΦΛΟΣ
Τα λόγια σου μ’ άγγιξαν βαθειά… Οι νέοι δε μας νιώθουν πια εμάς τους γέρους που πήραμε την πατρίδα έξω από τα Φάρσαλα και την πήγαμε ως την Πόλη και την Αγιά Σοφιά. Τους δώσαμε ένα έθνος κι αυτοί το παίζουν στα ζάρια σαν τους χαρτοπαίχτες!

ΙΣΜΗΝΗ
Κι αυτοί για το έθνος μιλούν – για το έθνος ζητούν να σκοτώσουν και να σκοτωθούν!

ΤΑΣΙΑ
Εκτελέσεις, καμμένοι, κρεμασμένοι. Όλοι για το έθνος!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Ναι! για το έθνος δεν μπορούν να υπάρξουν πρόσωπα – σχέσεις – φιλία και συμπόνια…. Ούτε πράξη αισχρή ή άδικη, όταν υπηρετείς έναν λαό κι ένα ιδανικό. Γι’ αυτό κι αυτή τη στιγμή τα λόγια είναι περιττά. (Προς την Ισμήνη). Αν το θέλεις, παίρνω απάνω μου όλο το κρίμα. Όμως πιστεύω πως η προδοσία του Περικλή πρέπει να πληρωθεί. Θα πάρουμε μαζί μας τον πατέρα σου, κι αν τον αγαπάς στείλε μας γρήγορα τον αδερφό σου. (Βγαίνουν).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παιδί μου, πώς τολμάς! Γέρο άνθρωπο, πιο αθώο κι από πουλί…

ΙΣΜΗΝΗ
Γρηγόρη, γύρνα πίσω, γιατί σε λίγο θα είναι αργά. Για όλους!

ΤΥΦΛΟΣ
Τι γίνεται κόρη μου;

ΤΑΣΙΑ
Τον πήραν τον πατέρα καί πάνε.

ΤΥΦΛΟΣ
Θα πληρώσει αυτός που δεν πρέπει, κι αυτός που πρέπει θα πληρώσει διπλά, σαν θα μάθει πως, για δικό του φταίξιμο, με κόκκινο βάφτηκαν αίμα τα κάτασπρα μαλλιά τα πατρικά.

ΙΣΜΗΝΗ
(Κρατώντας στην αγκαλιά της τη μάνα της που ‘χει σωριαστεί μπρος στην πόρτα. Μιλά στην Τασία). Τρέξε στη γωνιά στο φούρνο. Χτύπα τρεις φορές και φώναξε δυνατά να σ’ ακούσουν καλά. Νά ‘ρθουν ευθύς γιατί ο κόσμος γκρεμίστηκε πια… Τρέξε τώρα!

(Ο τυφλός, η Ισμήνη και η μάνα της μένουν ακίνητοι. Το φως χαμηλώνει. Μπαίνει διακριτικά ο Χάρος).

ΧΑΡΟΣ
(Προς τα όργανα).Όταν σας βλέπω και σας συγκρίνω με τον εαυτό μου, θυμάμαι μια φράση – νομίζω του Καρλ Μαρξ – μια φράση για την ενότητα των αντιθέσεων. Εμείς θα ‘ταν νομίζω πιο σωστό αν χαρακτηρίζαμε τις σχέσεις μας με τον όρο: αντιθετική ενότης! Γιατί κι οι δυο μας βγαίνουμε απ’ το χρόνο – κι οι δυο μας μένουμε και νικάμε το χρόνο – όμως εσείς υπηρετείτε τη ζωή, ενώ εγώ… Τέλος πάντων! (Τρίβει τα χέρια του). Χαίρομαι που σας βλέπω σ’ αυτή τη γωνιά της υφηλίου, που τη λατρεύω. Άλλωστε με κούρασε αφάνταστα η πρωσική γραφειοκρατία του Ντόκτορ Αϊχμαν… Δεν υπήρχε πια η έκπληξη! Στο τέλος, όλα αυτά τα εκατομμύρια Εβραίοι, Σλάβοι καί Βαλκάνιοι που περνούσαν με μαθηματική τάξη πρώτα από τα ντους και μετά από τα κρεματόρια, άρχισαν να με κουράζουν! Η ρουτίνα τσακίζει τα νεύρα! Έτσι, αυτή η κρουαζιέρα μου στην Ελλάδα μου φάνηκε σαν όαση! Κάθε στιγμή η καρδιά μου χτυπά δυνατά, γιατί αυτοί οι άνθρωποι, πρέπει να τ’ ομολογήσω, έχουν φαντασία, έχουν έμπνευση, έχουν προ παντός πρωτοτυπία! Κάθε νεκρός, σχεδόν, έρχεται αναπάντεχα – ανέλπιστα! Από κει που δεν το περιμένεις! Σαν δώρο!

(Πλησιάζει τους μουσικούς).
Μ’ αρέσουν τα λαϊκά τραγούδια! Κι αν στο βάθος είναι η άρνησή μου, μήπως για να υπάρξει άρνηση δεν πρέπει πρώτα να υπάρξει σχέση; Υπάρχει ζωή επειδή υπάρχει θάνατος! Δεν είναι έτσι; Το καθετί θα ξεκινήσει από μένα για να καταλήξει σε μένα! Είμαι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων! Κι όμως, για ένα μικρό επεισόδιο, γι’ αυτό το ελάχιστο πέρασμα κάτω από τη νύχτα των άστρων, πόση αγωνία και πάθος, πόσος πόνος καί δάκρυα! Όχι, δεν θα μπορέσω ποτέ νά καταλάβω τη νοοτροπία των ανθρώπων! Εκατομμύρια χρόνια σκοτώνονται και πεθαίνουν! Κι όμως δεν το ‘χουν πάρει απόφαση ακόμα… (Γυρνά προς την Ισμήνη).
Δεσποινίς, θα υποθέσατε ασφαλώς πως είμαι κανένας τρελός. Για να λυθεί λοιπόν η παρεξήγηση σας αφιερώνω αυτό το παλιό αργεντινό τραγούδι, σε ρυθμό ταγκό, βεβαίως!

Ποιος δεν ξέρει τον Εφιάλτη;
Ο Εφιάλτης ήταν ο πρώτος προδότης!
Τότε ακόμα η προδοσία ήταν αμάρτημα!
Θεοί και άνθρωποι τιμωρούσαν σκληρά τον προδότη.
Ποιος δεν ξέρει τον Εφιάλτη;
Αργότερα ή προδοσία έγινε επάγγελμα!
Οι προδότες πήγαιναν στη δουλειά τους,
όπως οι μαγαζάτορες στα μαγαζιά τους.
Πουλούσαν την πραμάτεια τους
κι έπαιρναν το μισθό τους τακτικά.
Παντρεύονταν ανάμεσα τους
να μη προδώσουν της ράτσας τη σειρά!
Κι όμως όλος ο κόσμος θυμόταν ακόμα
την ιστορία του Εφιάλτη – τόσα χρόνια!
Ώσπου η προδοσία γίνηκε αρετή!
Έγινε καθήκον και για τους προδότες
θεσπίστηκε εύφημος μνεία ειδική!
«Στο σεμνό προδότη τη μεγάλη προδοσία πιστοποι¬ούσα
η πατρίς ευγνωμονούσα!»
Ποιος θυμάται πια τον Εφιάλτη!

(Γυρίζει προς τον τυφλό).

Για σένα, γέροντα, έχω φυλάξει κάτι πιο εύθυμο και πιο μοντέρνο σε ρυθμό σουίνγκ:
Με το ‘να χέρι κρατά το κίτρινο!
Με τ’ άλλο το γαλάζιο!
Τί είναι;
Κι ένα ακόμα εύθυμο!
Αυτό που ψάχνεις περπατώντας
σχηματίζει μαζί σου ορθή γωνία.

(Εξαφανίζεται).

ΤΥΦΛΟΣ
(Σα να ξυπνά). Λες κι είχα εφιάλτη! Κι όμως τα αινίγματα τ’ άκουσα καθαρά. Κίτρινο καί γαλάζιο. Δυο χρώματα χαμένα μέσα στο σκοτάδι του νου μου. Μπορώ άραγε να ξαναθυμηθώ ακριβώς το κόκκινο του κόκκινου (Μπαίνει η Τασία), το κίτρινο του κίτρινου ή το γαλάζιο…

ΤΑΣΙΑ
(Ξεφωνίζει). Τί λες πατέρα;

ΤΥΦΛΟΣ
(Ξαφνιάζεται). Τι σου ‘ρθε και στριγγλίζεις έτσι, παιδί μου;

ΙΣΜΗΝΗ
(Προς το κοινό). «Τη μεγάλη προδοσία πιστοποιούσα η πατρίς ευγνωμονούσα!».

ΤΑΣΙΑ
(Στην Ισμήνη). Ο κύριος Τάκης έρχεται ευθύς να σας βρει.

ΙΣΜΗΝΗ
Ποιος τον ζήτησε; (Δυνατά). Είπα, ποιος τον ζήτησε;

ΤΑΚΗΣ
(Μπαίνει τρέχοντας). Ήρθα, Ισμήνη!

ΙΣΜΗΝΗ
Και να μη ‘ρχόσουνα καλύτερα θα ‘κανες.

ΤΑΚΗΣ
Με φώναξες!

ΙΣΜΗΝΗ
Τώρα πια είναι αργά.

ΤΑΚΗΣ
Αργά για ποιο πράγμα;

ΙΣΜΗΝΗ
Για την προδοσία.

ΤΑΚΗΣ
Ποιος μιλάει για προδοσία;

ΙΣΜΗΝΗ
«Ο Εφιάλτης ήταν ο πρώτος προδότης. Ποιος θα ‘ναι τάχα ο τελευταίος;»

(Γενικό σκοτάδι. Οι ηθοποιοί μένουν στις θέσεις τους).
(Οι μουσικοί κι ο τραγουδιστής ξαναπαίρνουν τις θέσεις τους. Τα φώτα ανάβουν απότομα. Βγαίνει από το σπίτι η μάνα του Παύλου. Με προφύλαξη).

ΤΑΚΗΣ
Για πού το βάλατε, κυρά Σοφία; Αν ζητάτε τον Ανδρέα, είναι στο φούρνο.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ευχαριστώ. (Προχωρεί προς την έξοδο).

ΤΑΚΗΣ
Χτυπήσατε τρεις φορές. Εξάλλου ο φρουρός θα σας γνωρίσει.

ΙΣΜΗΝΗ
Δεν πάει να την αφήσεις, Τάκη, μονάχη μες στη νύχτα. Καλύτερα να την συνοδέψεις.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ξέρω καλά το δρόμο, Ισμήνη. Εξάλλου φέγγει σαν ημέρα.

ΙΣΜΗΝΗ
Όμως από στιγμή σε στιγμή μπορεί ν’ αρχίσει η μάχη.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Τότε γυρνώ και κρύβομαι.

ΙΣΜΗΝΗ
Από τόσο μακριά;

ΤΑΚΗΣ
Μα ο φούρνος είναι δυο βήματα, Ισμήνη!

ΙΣΜΗΝΗ

Ο φούρνος ναι! Ο τσαγκάρης όχι!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Είσαι με τα καλά σου, παιδί μου; Για ποιον τσαγκάρη μιλάς;

ΙΣΜΗΝΗ
Ζήτημα ζωής ή θανάτου;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Φίδι φαρμακερό! Από πού κινδύνεψα να πιάσω αγγόνι!

ΙΣΜΗΝΗ
Τάκη, ρώτησέ την. Ζήτημα πιότερο ζωής ή θανάτου;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Θανάτου για το δύστυχο προδότη!

ΤΑΚΗΣ
Μα επιτέλους εξήγησέ μου, Ισμήνη, να καταλάβω τι συμβαίνει!

ΙΣΜΗΝΗ
Ούτε έγκλημα, ούτε επάγγελμα – ούτε καθήκον. Προδοσία για έρωτα μόνο καί πόνο. Σκύψε ν’ ακούσεις.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Γέροντα, γκρεμίζομαι και σηκωμό δεν έχω. Τα μεσάνυχτα τελειώνουν όλα για μένα… Το παιδί μου δεν μπορώ πια να ειδοποιήσω και σαν το αθώο ελάφι θα ‘ρθεί να πέσει στο φονικό το δόκανο. Μπροστά στα ίδια μου τα μάτια.

ΤΥΦΛΟΣ
Τα μάντεψα όλα κι’ αλήθεια δε βρίσκω συφορά πιο μεγάλη απ’ τη δική σου.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Πες μου κάτι κι εσύ να ελπίζω.

ΤΑΣΙΑ
Μπορεί ο γιος σου να εμποδιστεί…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Θα κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για να ‘ρθει, γιατί καθώς είπε είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Τώρα πια ξέρουμε…
(Μπαίνει ο Περικλής).

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Ισμήνη! (Τρέχει και πέφτει στην αγκαλιά της).

ΙΣΜΗΝΗ
Ήρθες αργά! Όλα ήρθαν αργά! Ο χρόνος έχασε το μέτρο του! Καλπάζει και δεν μπορεί να τόνε φτάσεις πια.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Μη χάνεις την ελπίδα! Τίποτα δεν τέλειωσε ακόμα αφού τίποτα δεν άρχισε.

ΙΣΜΗΝΗ
Πώς δεν άρχισε; Τον πήραν τον πατέρα μας καί πάνε.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Όμως θα τον αφήσουν μόλις παραδοθώ.

ΙΣΜΗΝΗ
Ποια συμφορά απ’ τις δυο είναι η πιο μικρή; Δε μου λες;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Τρέχω πριν είναι πολύ αργά!

ΤΑΚΗΣ
Δεν έχεις να πας πουθενά! (Μπαίνουν ο Ανδρέας με τους άλλους).

ΑΝΔΡΕΑΣ
Μάνα!

ΜΑΝΑ
Μάνα το Χάρο πια να κράζεις.

ΑΝΔΡΕΑΣ
Μάνα, δε σε καταλαβαίνω.

ΜΑΝΑ
Μου μένει δε μου μένει μια ώρα να ζήσω ακόμα. Αυτό δε ζητούσες; Σε λίγο θα δεις με τα ίδια σου τα μάτια τη σφαγή του αδελφού σου!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Πού; – Πώς; – Πότε;

ΜΑΝΑ
Τους φίλους σου ρώτα. Θα σου πουν αυτοί καλύτερα με ποιο τρόπο και πού θα πιουν του γιου μου το αίμα.

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ερχόμουν να σου πω πως μού ‘ρθε κλήση για το στρατό. Σε δυο μέρες φεύγω για το βουνό και σ’ αφήνω μανούλα, ολομόναχη.

ΜΑΝΑ
Τώρα μπορείς να φύγεις ήσυχος. Πίσω μανούλα δεν αφήνεις.

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Στον Τάκη). Εξήγησέ μου εσύ γιατί η μάνα μου μιλά με γρίφους.

ΤΑΚΗΣ
Με γρίφους σωστούς. Μες στα δόκανά μας σε λίγο θα πέσει ο Παύλος!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν μ’ άφηνες να φύγω.

ΤΑΚΗΣ
Τους έχουμε στο χέρι! Πόσο μπορεί νά βαραίνει ο πατέρας σου μπρος στο κεφάλι ενός αρχηγού;

ΙΣΜΗΝΗ
(Με αγωνία). Θα τους ανταλλάξετε;

ΤΑΚΗΣ
Είσαι τρελή! Πρώτα θ’ αφήσουν το γέρο σας κι ύστερα εμείς τον κανονίζουμε. Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει η αστυνομία!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ποιος σου ‘πε να ειδοποιήσεις;

ΤΑΚΗΣ
Κανένας! Μόνος μου το αποφάσισα!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Κι από πότε μπορείς ν’ αποφασίζεις για τη ζωή του αδελφού μου εσύ;

ΤΑΚΗΣ
Αδερφός σου ο Παύλος; Εσύ δεν είσαι που ‘θελες να του πιεις το αίμα;

ΑΝΔΡΕΑΣ
Να του το πιω εγώ, ο ίδιος! Άλλος κανένας δεν έχει το δικαίωμα ν’ αγγίξει απάνω του! Ποιος τον πρόδωσε;
(Σιγή).

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ποιος τον πρόδωσε;

ΜΑΝΑ
Με το ίδιο του το αίμα ζέσταινε την οχιά!

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Στην Ισμήνη). Με τόση αγάπη! Πώς μπόρεσες;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Και τον πατέρα μου; Ξεχνάς πως είναι και δικός της πατέρας;

ΤΑΚΗΣ
Ανδρέα, πάρε τη μάνα σου και φεύγα! Άλλο τίποτα δεν μπορεί να γίνει.

(Μπαίνει η μάνα του Νικολιού).

ΤΥΦΛΟΣ
Κόρη μου, γιατί αυτή η ξαφνική ησυχία; Έφτασε τάχα η φοβερή στιγμή;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Μαύρα πουλιά που πετάτε στον ουρανό.
Μαύρα πουλιά που ‘χετε νύχια γαμψά
με ράμφη βαμμένα στο αίμα.
Πάρτε μιαν ανάσα στην πούλια.
Πάρτε δυο ανάσες στο φεγγάρι.
Πάρτε τρεις ανάσες στον Υμηττό
καί χιμήξτε κατά πάνω μου.
Βγάλτε μου τα μάτια – τα σπλάχνα.
Φάτε μου την καρδιά.
Να μου γλυκάνει ο πόνος.

ΜΑΝΑ ΝΙΚΟΛΙΟΥ
(Προς το κοινό).
Το Νικολιό μου τον πήγα στο σχολείο.
Στην αυλή του αγόρασα κουλούρι και τυρί.
Του ‘δωσα και μια δραχμή να πάρει σάμαλι που του αρέσει.
Ο τσαγκάρης μου ‘πε να του τον δώσω παραγιό,
να μάθει την τέχνη και να τον βοηθάει στο σπίτι.
Όμως εγώ προτίμησα να δουλεύω διπλά
για να τόνε σπουδάσω, να γίνει άνθρωπος σωστός
και να ξεφύγει απ’ τη μιζέρια του φτωχού και του αγράμματου.
Σήμερα μόλις μου ‘παν στο σχολείο
πως είναι ο πρώτος μαθητής
και θα του δώσουν και βραβείο.

(Μπαίνουν βιαστικά η ΠΟΠΗ και ο ΠΑΤΕΡΑΣ της).

ΠΑΤΕΡΑΣ ΠΟΠΗΣ
Φέρνουν το Νικολιό αλυσοδεμένο. Τους είδαμε από την οδό Άγκυρας να κατηφορίζουν. Τον φρουρούν άνδρες οπλισμένοι σαν αστακοί!

ΠΟΠΗ
Εγώ τον γνώρισα! Από τα ρούχα του!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Τα λογαριάσατε όλα χωρίς τον ξενοδόχο! Μάνα μείνε εδώ! Εγώ τρέχω να προλάβω τον Παύλο!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παιδί μου, να ‘χεις την ευχή μου! Το ‘ξερα εγώ πως πάνω απ’ όλα είναι η αγάπη του αδελφού.

ΤΑΚΗΣ
(Με το όπλο μπροστά). Το όπλο κάτω και τα χέρια ψηλά!
Αδέρφι σου – ξαδέρφι σου ο Παύλος Παπαμερκουρίου θα πεθάνει!

(Μπαίνει το απόσπασμα).

ΤΑΚΗΣ
Σας τον παραδίνω. Ήταν δικός μας. Όμως το αίμα το αδελφικό ξύπνησε μέσα του και τα χτύπησε όλα κάτω.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Φωνάζει). ΠΑΥΛΟΟΟ (Καθώς τρέχει προς το γεφυράκι όπου την πιάνουν και την φέρνουν πίσω).

ΤΥΦΛΟΣ
(Προς το κοινό).
Μπροστά σε μας. (Δείχνει τη σάλα) και μπροστά σ’ αυτούς (Δείχνει τα όργανα) γίνονται πράξεις ανίερες.
Τόσο μακριά έφτασε πια η τόλμη του ανθρώπου, που ξεπέρασε τα όρια της ανθρωπιάς. Μια τέτοια τόλμη πληρώνεται βαριά, κι από τον ένοχο κι από τον αθώο!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ήθελα να μείνω πάντα Έλληνας και μου ξέσχισαν την καρδιά.
Θέλω μονάχα όταν θα ‘ρθεί και η δική σας η σειρά, να ‘ναι μπροστά σας μάτια αγαπημένα,
να δουν το τέλος σας, ώσπου να γίνουν κόκκινα από το αίμα και τον πόνο σαν τα δικά μας…
(Τον οδηγούν μαζί με τη μάνα του στο βάθος).

(ΜΟΥΣΙΚΗ: Σόλο κλαρίνο με σαντούρι. Τα φώτα χαμηλώνουν. Προετοιμάζονται τα μεσάνυχτα).

ΤΥΦΛΟΣ
Θυμάσαι, Τασία, το χειμώνα που έπλεκες στη λάμπα τα πουλόβερ του Λεωνίδα καί του Κώστα;

ΤΑΣΙΑ
Όχι, πατέρα!

ΤΥΦΛΟΣ
Για θυμήσου καλά. Τότε που καυγάδιζες μαζί τους για τα χρώματα.

ΤΑΣΙΑ
Θυμάμαι. Αλλά πολύ λίγο.

ΤΥΦΛΟΣ
Τι χρώμα, αλήθεια, είχες διαλέξει;

ΤΑΣΙΑ
Μαύρο, όπως πάντα!

ΤΥΦΛΟΣ
Όχι, όχι! Κάτι άλλο που δεν το ‘θελαν εκείνοι γιατί το ‘βρισκαν γυναικίσιο. Θυμάσαι;

ΤΑΣΙΑ
Ίσως πράσινο…

ΤΥΦΛΟΣ
(Μιμείται). Με το ‘να χέρι κρατά το κίτρινο με τ’ άλλο το γαλάζιο! Τι είναι;

ΤΑΣΙΑ
Τι είναι πατέρα;

ΤΥΦΛΟΣ
Μήπως ήταν το ‘να κίτρινο και τ’ άλλο γαλάζιο;

ΤΑΣΙΑ
Ίσως, πατέρα. Γιατί;

ΤΥΦΛΟΣ
Τα φορούσαν στη φυλακή;

ΤΑΣΙΑ
Μπορεί!

ΤΥΦΛΟΣ
Να τα φορούν ακόμα;

ΤΑΣΙΑ
(Με υψωμένη φωνή). Και βέβαια θα τα φορούν!

ΤΥΦΛΟΣ
Χωρίς ν’ αλλάξουν;

ΤΑΣΙΑ
Γιατί ν’ αλλάξουν;

ΤΥΦΛΟΣ
Τα φορούν πάντα;

ΤΑΣΙΑ
Ίσως για να μας θυμούνται.

ΤΥΦΛΟΣ
Λες να μας θυμούνται όπως εμείς;

ΤΑΣΙΑ
Όπως ακριβώς και μεις!

ΤΥΦΛΟΣ
Και γι’ αυτό δεν αλλάζουν;

ΤΑΣΙΑ
Γι’ αυτό δεν αλλάζουν!

(Φτάνουν τα μεσάνυχτα. ΜΟΥΣΙΚΗ: ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ. Η Ισμήνη τραγουδά ακουμπισμένη στην πόρτα του σπιτιού της. Προς το τέλος κοιτάζει με αγωνία προς το γιοφύρι).

ΙΣΜΗΝΗ
Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες,
προδομένη μου αγάπη,
τα μεσάνυχτα που σμίγουν οι καρδιές μας,
προδομένη μου αγάπη,
ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – σημαίνει
ΝΤΑΝ το τέλος της αγάπης.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουν μες’ στ’ αστέρια.

Τα μεσάνυχτα που ‘ναι μακριά ο ήλιος
προδομένη μου αγάπη,
τα μεσάνυχτα που ‘ναι κοντά οι ζωές μας,
προδομένη μου αγάπη,
ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – σημαίνει
ΝΤΑΝ το τέλος της αγάπης.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε στ’ αστέρια.

Τα μεσάνυχτα θα σε περιμένουν,
προδομένη μου αγάπη,
σαν θα φύγει το φεγγάρι, στο σκοτάδι,
προδομένη μου αγάπη,
ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – σημαίνει
ΝΤΑΝ το τέλος της ζωής μας.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουν μες στ’ αστέρια.

(Μπαίνει ο Παύλος).

ΙΣΜΗΝΗ (Με κραυγή).

Φύγε Παύλο!

(Τρέχει προς το γιοφύρι. Πυροβολισμοί απ’ όλες τις μεριές. Η Ισμήνη μένει κεραυνόπληκτη στη μέση. Τραυματισμένος έως θανάτου, σωριάζεται στο μέσον της σκηνής. Παύση. Η μάνα του κι ο Περικλής τρέχουν και πέφτουν απάνω τους αμίλητοι. Το απόσπασμα και οι ένοπλοι πιάνουν τον Παύλο.

Όταν η κίνηση σταματήσει, στο βάθος δεξιά έρχεται μέσα στο ημίφως η σκιά του Νικολιού ανάμεσα στους φρουρούς του. Ο επικεφαλής τον πλησιάζει και του μιλά. Ο Νικολιός θα πρέπει να παραμένει πάντοτε στο ημίφως).

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος σ’ έστειλε και τους ειδοποίησες στον Άη -Γιάννη;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος σ’ οργάνωσε;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος ο Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος πήγε στην Καλλιθέα και στείλανε ενισχύσεις;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος διέταξε να συλλάβουν τον κ. Στεφάνου;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος δολοφόνησε την Ισμήνη Στεφάνου;

(ΜΟΥΣΙΚΗ: ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΙΚΟΛΙΟ).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Τον Παύλο και το Νικολιό
τους πάνε για ταξίδι,
με βάρκα δίχως άρμενα,
με πλοίο δίχως ξάρτια.

(Η μουσική συνεχίζεται).

ΤΥΦΛΟΣ
Πάμε κόρη μου, Τασία. Είναι η πρώτη φορά που ευλογώ τον Θεό που δεν έχω φως. Πώς θα φτάσει ο άνθρωπος σε τόση δυστυχία, μόνο αν το δεις με τα ίδια σου τα μάτια μπορείς να το πιστέψεις. Δεν έχω μάτια κι έτσι, αν και τ’ ακούω όλ’ αυτά καθαρά, μπορώ ακόμα να ελπίζω.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Να ελπίζεις σε τι, γέρο;

ΤΥΦΛΟΣ
(Κεραυνωμένος, γυρίζει αργά προς τη μεριά της). Δύστυχη μανούλα. Απ’ όλους τους γονιούς της γης η πιο δυστυχισμένη είσαι σύ…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Και συ, γέρο, τι να ‘σαι;

ΤΥΦΛΟΣ
Πόνεσα βαθιά. Όμως ο δικός σου ο πόνος δεν έχει βυθό. (Πάει να φύγει).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Τον παρακολουθεί χαμένη μέσα στον πόνο της).

ΤΥΦΛΟΣ
Τώρα διπλά λαχταρώ να σφίξω τους γιους μου. Γι’ αυτό πρέπει να βιαστούμε κόρη μου!

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Τ’ άρμενα τα ‘καψε φωτιά.
Τα ξάρτια καταιγίδα.
Και το ταξίδι θάνατος,
που γυρισμό δεν έχει.

(Η μουσική συνεχίζεται).

ΤΥΦΛΟΣ
Πονώ για τον πόνο σου, μανούλα. Όμως ό,τι κι αν πω, κι όσο κι αν κλάψω ξένος θα ‘μαι.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Υπόκωφα).Ναι•…Γιατί είσαι τυφλός και δεν βλέπεις τον δικό σου, που ‘ναι διπλός!

ΤΥΦΛΟΣ (Με ανατριχίλα).Τι θες νά πεις;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Αυτό που εσύ δεν είδες κι ούτε θα δεις πια, εγώ το βλέπω και το ξέρω…

ΤΑΣΙΑ
(Τον τραβά). Πατέρα, καιρός να φεύγουμε πια.

ΤΥΦΛΟΣ
(Ακίνητος). Για πού, κόρη μου;

ΤΑΣΙΑ
(Ψιθυριστά). Νά βρούμε το Λεωνίδα και τον Κώστα!

ΤΥΦΛΟΣ
(Αποκαμωμένος). Με το ‘να χέρι κρατά το κίτρινο. Με τ’ άλλο το γαλάζιο.

ΟΛΟΙ
(Με κραυγή). Τι είναι;

ΤΥΦΛΟΣ
Στ’ αριστερό τη θάλασσα και στο δεξί τους κάμπους!

ΠΑΥΛΟΣ
Μάνα μου, έχε γεια. (Γυρνά προς την Ισμήνη). Οι γλάστρες σου θα μένουν απότιστες καί συ δεν θα το ξέρεις! (Τον βγάζουν). Ακολουθεί ο Νικολιός, οι μανάδες τους και οι φρουροί. Το φως χαμηλώνει κλιμακωτά).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Του Παύλου και του Νικολιού
οι μάνες πάνε αντάμα.
Ρωτούν το χώμα να τους πει
και κείνο στάζει αίμα.
Δεν είναι αναστεναγμός
που βγαίνει από το χώμα,
μόνο πηγή λαχταριστή
νά πιεις να ξεδιψάσεις.

(ΣΚΟΤΑΔΙ. Αρχίζει η ΕΙΣΑΓΩΓΗ. ΜΟΥΣΙΚΗ: ΣΤΑ ΠΕΡΙΒΟΛΙΑ. Το φως ξανάρχεται αργά. Πρώτα στα όργανα. Μετά στις τρεις μάνες που είναι καθισμένες με τις μάσκες μπροστά στις πόρτες τους καί γνέθουν. Μπαίνουν τρεις στρατιώτες. Η μουσική σταματά. Οι μάνες δεν απαντούν, δεν αντιδρούν, δεν συμμετέχουν).

Α’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Ζητάμε την κυρία Παπαμερκουρίου.

( Παύση).
Β’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Είμαστε μαζί με το γιο της τον Ανδρέα, στην ίδια διμοιρία.

(Παύση).
Α’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Σκοτώθηκε στο πλευρό μου. Από βλήμα όλμου. Είχαμε μείνει σύμφωνοι όποιος ζήσει νά πάει στο σπίτι του άλλου…

Γ’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Εγώ φέρνω τα ατομικά του είδη!

Ξαναρχίζει η ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Βγαίνουν οι ηθοποιοί κρυμμένοι πίσω από κινητά ντεκόρ, που παριστάνουν περβόλια κι ανθισμένους κήπους. Μαζί με το τραγούδι μπαίνει ο Ανδρέας αγκαλιά μ’ άλλους φαντάρους σκοτωμένους για να χορέψει τον τελευταίο του χορό μπρος στη μάνα του.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Στα περιβόλια μες στους ανθισμένους κήπους
σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό
και το Χάρο θα καλέσουμε
να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί.
Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά
και γω θα ‘ρθώ με το μικρό μου μπαγλαμά.
Αχ! και γω θα ‘ρθώ.
Μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες Χάρε.
Πάμε στα περιβόλια για χορό
Στα περιβόλια μες στους ανθισμένους κήπους
αν σε πάρω Χάρε στο κρασί
αν σε πάρω στο χορό και στο τραγούδι
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή.
Κράτα την καρδιά σου μάνα γλυκιά
κι εγώ είμ’ ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά.
αχ, για μια ματιά -
Για το μέτωπο σαν έφυγα μανούλα
συ δεν ήρθες να με δεις.
Ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τραίνο
που με πήγε πέρ’ απ’ τη ζωή…

(Η μουσική συνεχίζει με την ΕΙΣΑΓΩΓΗ απ’ το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ. Στο τραγούδι – που το λεν όλοι μαζί – ξαφνικά τα φώτα γίνονται εκτυφλωτικά και οι ηθοποιοί αποκαλύπτονται καθώς υψώνουν απότομα τα ντεκόρ, γυρίζοντάς τα συγχρόνως ανάποδα όπου θα ‘ναι σχεδιασμένα πολύχρωμα βυζαντινά ψηφιδωτά. Οι μάνες γνέθουν απορροφημένες στο έργο τους. ΟΛΟΙ οι ηθοποιοί του έργου με μέτωπο προς τό κοινό τραγουδούν το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ).

ΟΛΟΙ
Ενωθείτε βράχια – βράχια.
Ενωθείτε χέρια – χέρια.
Τα βουνά και τα λαγκάδια πιάστε το τραγούδι.
Πολιτείες και λιμάνια μπείτε στο χορό.
Σήμερα παντρεύουμε τον ήλιο,
τον ήλιο με την νύφη την μονάκριβη την Πασχαλιά!
Πασχαλιά μας κοπελιά μας
κάμποι, θάλασσες, βουνά μας,
μάνες, κόρες – σκοτωμένα αδέλφια – πατεράδες
ένα δέντρο, με μια ρίζα, μια πηγή, μια βρύση.
Σήμερα παντρεύουμε τον ήλιο
τον ήλιο με τη νύφη την μονάκριβη την Πασχαλιά.
Πολυχρόνιος ημέρα – Υπερμάχω! – Υπερμάχω!

ΑΥΛΑΙΑ

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply