ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

Με πολύ μεγάλη καθυστέρηση – ενός μήνα και βάλε – προχωράμε στο πρώτο μέρος της ανάρτησης που ο Παληοτάκης είχε επιλέξει και περίμενε όσο τίποτα άλλο.
Πρόκειται για το θεατρικό έργο “ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ”, το οποίο είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης.
Βλέπετε, ήδη δυσκολευόμαστε να πούμε σκέτο “Μίκης”. Αυτός που κρατούσε γερό το νήμα της οικειότητας που μας συνέδεε με τον μεγάλο Έλληνα δεν είναι πια μαζί μας. Αλλά, προσπερνάμε τον πόνο… Γιατί, διαφορετικά, δεν θα μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε το έργο που αναλάβαμε να συνεχίσουμε.
Την έκδοση αυτή την είχε βρει πρόσφατα ο Παληοτάκης στο αρχείο του. Είναι του 1962. Αν θυμόμαστε καλά, ο Παληοτάκης είχε πει πως λίγοι και καλοί σύντροφοι είχαν αναλάβει τη διακίνηση του βιβλίου στα δύσκολα αλλά δυναμικά εκείνα χρόνια. Έτσι, του έμεινε ένα αντίτυπο. Πιθανόν και κάποιοι άλλοι να κατάφεραν να διατηρήσουν στη βιβλιοθήκη τους το μικρό αυτό βιβλιαράκι.
Από όσο μπορούμε να πούμε πως ξέραμε τον Παληοτάκη, επιθυμούσε τη δημοσίευση αυτού του έργου όχι μόνο για την ιστορική αξία της έκδοσης αλλά, κυρίως, για την επικαιρότητα του μηνύματος.
Ένα έργο για τη ματαιότητα, τη σκληρότητα, την καταστροφή, τον κίνδυνο που σπέρνει ο εμφύλιος σπαραγμός.
Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία – όσοι επιβιώνουν ακόμα – τα έζησαν στο πετσί τους. Οι κάπως νεότεροι ζήσαμε τα απόνερα του μίσους και του διχασμού. Οι νέοι τα έχουν διαβάσει, όσοι το έχουν κάνει. Σίγουρα, όμως, η Ελλάδα πληρώνει ακόμα τις πληγές αυτού του διχασμού.
Ο Παληοτάκης δεν έπαυε να μας λέει πως οι μέρες που ζούμε είναι επικίνδυνες και πονηρές. Συχνά τον ακούγαμε με ελαφρό μειδίαμα πιστεύοντας πως κάποιες πολιτικές φιγούρες είναι απλώς καρικατούρες και μάλιστα θλιβερές και γελοίες. Φοβόμαστε, όμως, ότι αυτά που ακούγαμε από το στόμα του Παληοτάκη, οι σκέψεις και οι αγωνίες που τον βασάνιζαν δεν θα αποδειχθούν τόσο ανεδαφικές. Αρχίζουν να μας προβληματίζουν – ίσως και να μας τρομάζουν – κάποιες πολιτικές συμπεριφορές που βλέπουμε να ξεδιπλώνονται αυτές τις μέρες. Έτσι, παρά τη δυσκολία μας λόγω του χαμού του φίλου και συντρόφου, του Παληοτάκη, επιταχύναμε και “βιάσαμε” τα συναισθήματά μας, προκειμένου να δημοσιεύσουμε αυτή την ανάρτηση.
Καλούμε τους φίλους να διαβάσουν το έργο αυτό με τα αδέλφια που αλληλοσφάζονται. Το έργο, για την εποχή, δεν ήταν μόνο συμβολικό. Για πολλές οικογένειες υπήρξε ζοφερή πραγματικότητα.
Το δεύτερο μέρος, ελπίζουμε, θα ακολουθήσει σύντομα.
Δεν συνεχίζουμε με τα εισαγωγικά σχόλια, γιατί νιώθουμε πόσο μας λείπει ο εμπνευστής αυτής της προσπάθειας και πόσο στερεύουμε από λόγια, όταν δεν αντλούμε από την πηγή της εμπειρίας και της ανάλυσης του Παληοτάκη.
Σου το αφιερώνουμε, Παληοτάκη, για όσα πάλεψες, γι’ αυτά που πίστεψες, για όσα ήθελες και δεν τα έφτασες… Όσο περνάει από το χέρι μας, θα ικανοποιήσουμε αυτό που μας ζήτησες… κάποτε που κανείς δεν πίστευε πως το τέλος ήταν τόσο κοντά και τόσο αιφνίδιο…

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΝΗ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ
ανεβάστηκε για πρώτη φορά από το
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΘΕΑΤΡΟ του ΜΑΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΗ
στις 15 Οκτωβρίου του 1962
στο
ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΛΟΥΤΑ
στην
ΑΘΗΝΑ

Με σκηνοθεσία του ΠΕΛΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ
Σκηνικά και κοστούμια του ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
και χορογραφίες της ΖΟΥΖΟΥ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ

ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

ΠΡΩΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (Παπαμερκουρίου)

ΜΑΝΑ                                                          ΛΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
ΠΑΥΛΟΣ, γιος της, 20 ετών (αριστερός)    Ν. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ, γιος της, 25-30 ετών, (δεξιός)   ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΠΑΣ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (Στεφάνου)

ΠΑΤΕΡΑΣ                                     ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΜΕΝΙΔΗΣ
ΜΑΝΑ                                         ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
ΙΣΜΗΝΗ, κόρη τους, 18 ετών     ΒΕΡΑ ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΥ
ΠΕΡΙΚΛΗΣ, γιος τους, (δεξιός)    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΤΡΙΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ΜΑΝΑ                                             ΜΠΕΤΤΥ ΑΡΒΑΝΙΤΟΥ
ΝΙΚΟΛΙΟΣ, 20-25 ετών, (αριστερός)   ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΡΑΣ

ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Κος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ                      ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΟΠΗ, κόρη του                            ΖΩΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΑΚΗΣ, αρχηγός των Δεξιών      ΘΟΔΩΡΟΣ ΕΞΑΡΧΟΣ
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ, που σκότωσαν το παιδί της  ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΠΕΜΠΕΔΕΛΗ
ΕΝΑΣ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ μαζί με τούς άνδρες του  ΝΙΚΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ
ΕΝΑΣ ΤΥΦΛΟΣ                                  ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
ΤΑΣΙΑ, κόρη του, 16 ετών               ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΟΥ
ΧΑΡΟΣ, με άσπρο κοστούμι και παπιγιόν     ΜΑΚΗΣ ΠΑΝΟΡΓΙΟΣ
ΓΡΗΓΟΡΗΣ, αρχηγός των ανταρτών με τούς άνδρες του Κ. ΧΡΕΛΙΑΣ
ΛΑΪΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ          ΓΡ. ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ

ΛΑΙΚΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΝΕΖΗΣ (Μπουζούκι)
ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΛΕΣΣΑΣ
(Κιθάρα)

ΛΑΪΚΟΙ ΧΟΡΕΥΤΕΣ Δ. ΑΠΥΡΑΝΘΙΤΗΣ, Α. ΜΙΧΑΣ, Ζ. ΣΟΚΟΡΕΛΛΗΣ

ΟΜΑΔΑ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ (Μάνα και δύο αδέλφια)
ΖΟΥΖΟΥ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ (ΛΥΔΙΑ ΓΡΑΒΑΝΗ)
Κ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ Κ. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αρχίζοντας απ’ τ’ αριστερά : Μια χαλασμένη ξύλινη γέφυρα, το σπίτι του Νικολιού, η εξέδρα των μουσικών, άνοιγμα που βγαίνει προς τον Υμηττό, το σπίτι της Ισμήνης δίπατο, με λίθινη σκάλα που οδηγεί σ’ ένα μπαλκόνι – χαγιάτι. Τα τρία σπίτια χτισμένα σε ημικύκλιο σχηματίζουν μπροστά τους ένα είδος ορχήστρας. Πίσω απ’ τα σπίτια συνοικιακές πολυκατοικίες. Στο μέσον πίσω απ’ τον Υμηττό, ένα μεγάλο κομμάτι ουρανού.

ΜΟΥΣΙΚΗ: Δοξαστικό (Με όργανα). Ανοίγει η αυλαία. Φωτισμός ουδέτερος. Οι τρεις μάνες, με μάσκες, πλέκουν καθισμένες μπροστά στις πόρτες τους. Δύο – τρία παιδιά χαζεύουν το φωνόγραφο – με χωνί – απ’ όπου βγαίνει η μουσική.
Μπαίνουν ο Περικλής με τον Ανδρέα. Έχουν σχολάσει απ’ τη δουλειά. Είναι ακόμη βρώμικοι. Ο πρώτος πηγαίνει κατά τη μάνα του, ο δεύτερος προχωρεί προς το φωνόγραφο. Βγάζει τη βελόνα. Σιωπή. Επακολουθεί σκοτάδι.

ΜΟΥΣΙΚΗ : Απρίλης. Οι μάνες στην ίδια θέση και κίνηση αλλά δίχως μάσκες. Τρεις λαϊκοί χορευτές, μπροστά χορεύουν. Οι τρεις της παντομίμας στο βάθος πλάι στην εξέδρα. Ο Ανδρέας πλάι στον Περικλή, μπροστά στο σπίτι του τελευταίου. Η Πόπη κι ο Νικολιός πλάι στη μάνα του. Ο ουρανός αλλάζει χρωματισμούς απ’ το μενεξεδί προς το κόκκινο – αιμάτινο – όλοι γυρνούν και τον παρακολουθούν. Εκτός από τους χορευτές και τις μάνες.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ «Ο ΑΠΡΙΛΗΣ»

Απρίλη μου —Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε
Καρδιά μου πως αντέ-
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
Μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές.

Αστέρι μου – Αστέρι μου χλωμό του φεγγαριού αχτίδα,
στο γαϊτανόφρυδο – στο γαϊτανο – στο γαϊτανόφρυδό σου
κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξώβεργο.

Λουλούδι μου – Λουλούδι μυριστό και ρόδο μυρωδάτο
στη μάνα σου θα ‘ρθώ
Στη μάνα σου – στην μάνα σου θα ‘ρθώ
να πάρω την ευχή της και το ταίρι π’ αγαπώ.

Γιομίζ’ η γειτονιά – τραγούδια και φιλιά.
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
μα το ‘χω μυστικό.

Μπαίνει απ’ το σοκάκι ορμητικά, λαχανιασμένος ο Τάκης ανεμίζοντας το ρεβόλβερ του. Σταματά απότομα και μαζί του ακινητούν τα πάντα. Η μουσική κόβεται με το μαχαίρι και όλοι γυρίζουν κατά τον Τάκη. Όμως πριν ο τελευταίος προφτάσει να σταματήσει το λαχάνιασμά του, για να μιλήσει, ακούγονται ριπές πολυβόλου, στο βάθος αριστερά. Το φως χαμηλώνει: Γίνεται κίτρινο.

Προετοιμάζεται η ΠΑΡΟΔΟΣ.

ΠΑΡΟΔΟΣ
Μπαίνουν στη σειρά, τελετουργικά απ’ το γιοφυράκι πρώτα τα όργανα και στο τέλος ο τραγουδιστής. Είναι όλοι ντυμένοι κατάμαυρα. Τα πρόσωπα έντονα ασπροκίτρινα. Κρατούν τα όργανα παράλληλα προς το σώμα τους, στο δεξί τους χέρι. Πηγαίνουν με βήματα αργά κατευθείαν προς την εξέδρα και κάθονται στη θέση τους.
Μια κοπέλα και δυο παλικάρια έρχονται μπροστά στο προσκήνιο και παίρνουν θέσεις για την παντομίμα. Η κοπέλα περνάει ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της γιατί θα παραστήσει τη μάνα.

Τα παιδιά παίρνουν θέση πλάι τους.

Αρχίζει η Εισαγωγή. Το φως υπάρχει ακόμη ώσπου να μη φαίνονται παρά οι μουσικοί και η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ»

Δυο γιους είχες μανούλα μου, δυο δένδρα, δυο ποτάμια,
Δυο κάστρα Βενετσιάνικα, δυο δυόσμους δυο λαχτάρες.
Ένας για την Ανατολή, κι ο άλλος για τη Δύση
και συ στη μέση μοναχή, μιλάς ρωτάς τον ήλιο:
- Ήλιε, που βλέπεις τα βουνά, που βλέπεις τα ποτάμια,
όπου θωρείς τα πάθη μας και τις φτωχές μανούλες,
αν δεις τον Παύλο φώναξε και τον Ανδρέα πες μου.
Μ’ ένα καημό τ’ ανάστησα, μ’ ένα λυγμό τα εγέννα.
Μα κείνοι παίρνουνε βουνά, διαβαίνουνε ποτάμια.
Ένας τον άλλον ψάχνουνε για ν’ αλληλοσφαγούνε.
Και κει στο πιο ψηλό βουνό, την πιο ψηλή ραχούλα
σιγά – κοντά πλαγιάζουνε κι όνειρο ίδιο βλέπουν.
Στης μάνας τρέχουνε κι οι δυο το νεκρικό κρεβάτι,
μαζί τα χέρια δίνουνε, της κλείνουνε τα μάτια
και τα μαχαίρια μπήγουνε βαθειά μέσα στο χώμα
κι απ’ έκει ανάβλυσε νερό, να πιεις, να ξεδιψάσεις.

Η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ θα πρέπει να είναι απλή ερμηνεία του τραγουδιού.

Η Μάνα δείχνει τους γιους της – τη δύναμή τους, την ευτυχία της.

Ο ένας φεύγει για την ανατολή κι ο άλλος για τη δύση. Δείχνουν όλο το μίσος τους κι η μάνα όλη της την απελπισία.

Μπαίνει ο Ήλιος: Ένα μικρό παιδί που κρατά καρφωμένο σ’ ένα κοντάρι έναν ζωγραφισμένο ήλιο.

Η Μάνα κουβεντιάζει με τον Ήλιο και βγαίνει μαζί του απ’ το γιοφυράκι.

Τ’ αδέρφια βγάζουν τα μαχαίρια τους. Ψάχνουν σκυφτοί και απειλητικοί γύρω τους, προχωρώντας ο ένας προς τον άλλον.

Πλαγιάζουν δίπλα – δίπλα δίχως να ‘χουν ιδωθεί.

Ξυπνούν και τινάζονται μαζί όρθιοι. Τρέχουν προς το σοκάκι, γονατίζουν, δίνουν τα χέρια.

Έρχονται προς τα μπρος. Υψώνουν μαζί τα μαχαίρια και τα χτυπούν με δύναμη στο πάτωμα. Φεύγουν αγκαλιασμένοι.

Με το χτύπημα : Φως, ριπές, κίνηση.

ΜΑΝΑ ΙΣΜΗΝΗΣ
Τάκη, τί, συμβαίνει;

ΤΑΚΗΣ
(Παίζοντας το όπλο του). Πριν σας διηγηθώ τα τελευταία νέα, παίρνω την άδειά σας για να χαιρετήσω τα λαϊκά Όργανα και τον Τραγουδιστή. (Γυρνά και υποκλίνεται ελαφρά, αλλά με αληθινό σεβασμό).
Χαίρε Μπιθικώτση, με την ξυλένια φωνή, που κάποιος, κάποτε θα προσπαθήσει να την πλανιδίσει.
Και συ θα ενδώσεις για να δοξαστείς!
Όμως σήμερα, που ήρθες ανάμεσά μας, σε θερμοπαρακαλώ, ξέχασε τους δασκάλους σου και ξανάγινε απλός! Απλός όσο και μεις, αυτοί οι δρόμοι, αυτά τα σπίτια! Όσο άτσαλα είναι τα λόγια μας κι οι πράξεις μας αλογάριαστες. Γιατί έτσι γεννηθήκαμε, βρεθήκαμε ξαφνικά στη μέση της γης, πάνω σ’ ένα βράχο, με τσαρούχια, με μπιστόλια, θερμόαιμοι μα στο βάθος παιδιά.
Μας καίει το δίκιο και μας θερίζει η αδικία. Όμως το φιλότιμο είναι που μας κυβερνά! Για ένα φιλότιμο ζούμε, για ένα φιλότιμο πεθαίνουμε!
(Ακούγονται μακρινές ριπές. Αλλάζει τόνο).
Με το πεθαίνουμε, θυμήθηκα την ιστορία του θείου του θείου μου απ’ την Κρήτη.
(Γυρίζει προς το κοινό).
Ήταν Πάσχα, χαρά Θεού!
Η βεντέμα ήταν καλή!
Ξεχύθηκε το λάδι στα λαγούμια
κι ο κοσμάκης γιόμισε παρά πολύ!
Κι ο θείος του θείου μου γλεντούσε στα μαγαζιά
με τον πρώτο του ξάδελφο αγκαλιά!
Πίναν και τραβούσαν μπαλοθιές στον αέρα!
Κι ο θείος του θείου μου γυρίζει και του λέει:
«Γιάντα μωρέ σημαδεύεις το Θεό;»
«Και πού θες να σημαδέψω μαθές;»
«Στην καρδιά μου πάνω να σημαδέψεις θέλω».
Και ο ξάδελφος για να μην του χαλάσει την καρδιά
«Μετά χαράς ξαδέλφι μου». Και του τήνε ξεσχίζει.
(Μιμείται τις κινήσεις του και το πιστόλι του μένει ακίνητο σημαδεύοντας το γιοφυράκι όπου περνούν η ΙΣΜΗΝΗ με τον ΠΑΥΛΟ. Η Ισμήνη πετάγεται απότομα, μπαίνει μπροστά του και τον σκεπάζει με το σώμα της. Μια στιγμή αγωνίας).

ΤΑΚΗΣ
Περικλή! Πες στην αδελφή σου να φύγει!

ΜΑΝΑ ΙΣΜΗΝΗΣ
Ισμήνη! (Πάει κοντά της).

ΠΑΥΛΟΣ
(Που ξαφνικά πετιέται κι έρχεται στο μέσον της σκηνής μπροστά στο πιστόλι του Τάκη. Προς το κοινό ).
Είμαι ο Παύλος! Αγαπώ την Ισμήνη! Κάθομαι σ’ αυτό το χαμόσπιτο. (Το δείχνει). Ο αδελφός μου είναι εργάτης, καλός δουλευτής! Τον λένε Ανδρέα! (Τον δείχνει). Αγαπώ την καρδιά του, που ‘μεινε δική του! Μισώ την σκέψη του, που ‘ναι δάνειο ξένων! Όμως πάνω απ’ όλα βάζω την μάνα μου! (Την δείχνει) που μ’ έμαθε να ‘μαι με τον ταπεινό ταπεινός, και με τον άδικο κεραυνός!
(Μουσική)
Πιασμένοι χέρι – χέρι μέσα σε τούτη τη γειτονιά
γίναμε ζωντανή αλυσίδα!
Περνούσαμε ο ένας στον άλλον!
Γιομίζαμε ο ένας απ’ τον άλλον!
Κι όταν κοιταζόμασταν στον καθρέφτη
δεν είμαστε ένας μα μυριάδες!
Και τώρα μπροστά στην έσχατη συνέπεια
(Δείχνει το όπλο του Τάκη)
διαβάζω μέσα στα μάτια τους το θάνατο
και νιώθω θλίψη και πίκρα
που δεν βλέπουν και δεν ξέρουν
όσα πρέπει να βλέπουν και να ξέρουν.
Θα με πουν προδότη και θα με σκοτώσουν…

(Παύση)

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
(Προτείνοντας το όπλο του στον Τάκη).
Τάκη! Σάμπως να βιάζεσαι πολύ!
(Την στιγμή που ο Τάκης γυρίζει ξαφνιασμένος προς τον Νικολιό, ο Παύλος, ο Ανδρέας και ο Περικλής βγάζουν συγχρόνως τα περίστροφά τους και αλληλοσημαδεύονται. Λίγα δευτερόλεπτα δισταγμού – Μουσική έντονη: Εισαγωγή από το ΟΝΕΙΡΟ).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παύλο παιδί μου! Σκέψου τον αδελφό σου! Είναι πιο μεγάλος! Σ’ έθρεψε και σε σπούδασε! (Ξαναβάζουν, καθώς μιλάει η μάνα, τα περίστροφα στις μέσες τους).

ΤΑΚΗΣ
Κυρά Σοφία, κάντε λίγο υπομονή. (Ήχοι μάχης). Η μάχη άρχισε. Ο κύβος ερρίφθη!

ΜΑΝΑ ΙΣΜΗΝΗΣ
Τι λες παιδί μου;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Τί θες να γίνει μάνα; Πόλεμο θέλουν! Θα τον έχουν!

ΤΑΚΗΣ
Στον Αϊ – Γιάννη ξανάρχισαν τα ίδια… Μαζική συγκέντρωση και τα τοιαύτα. Δηλαδή τα ίδια. Μα να που σήμερα οι δικοί μας αποφάσισαν να βάλουν τέρμα. Τους κύκλωσαν και σε λίγο δε θα μείνει ρουθούνι.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παύλο, έλα εδώ!

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Μ’ οργή) Ο Παύλος σου μάνα ή θα βάλει μυαλό ή θα πάει από τους πρώτους!

ΙΣΜΗΝΗ (Με οργή).
Δεν μπορείς να πιστεύεις στα λόγια σου! Τώρα, που μόλις άφησες το τραγούδι και το χορό. Που είναι τόσο όμορφο το σούρουπο!..

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ισμήνη, είσαι παιδί… «Τόσο όμορφο το σούρουπο»! Λες και είμαστε πεταλούδες. Φρατς – φρουτς πετάμε από γαρούφαλλο σε γιασεμί και ρουφάμε τσάμπα μέλι, τσάμπα ήλιο, τσάμπα ζωή! Τι με νοιάζει μένα το σούρουπο; Μήπως το ‘δα ποτέ μου; Το πρόσεξα; Τη μια μέρα άρρωστη η μητέρα, την άλλη λεφτά για τις σπουδές του κυρίου από δω! Την τρίτη να πάρουμε σόμπα, την τετάρτη παπούτσια. Την πέμπτη… την έκτη… Μα τ’ είναι για μένα τα σούρουπα κι οι νύχτες και τα χαράματα και τα μεσημέρια! Δουλειά – δουλειά και άγιος ο Θεός!

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Και αμήν ο αφεντικός!

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Προς το κοινό). Είμαι ο είλωτας, το ξέρω… κάθομαι στα Τατάβλα κι η μάνα μου κουβαλάει απ’ τη βρύση το νεράκι του σπιτιού… Οι τοίχοι μας είναι από πλιθιές. Πλενόμαστε κάθε Σάββατο στη σκάφη. Τ’ αφεντικό μου τρώει με δυο κουτάλια και πέντε πιρούνια. Έχει κι από ένα μπάνιο για κάθε μέλος του σώματός του, κι ας με συγχωρέσουν οι γυναίκες, κι άλλα τόσα σαλόνια και κουστούμια και παπούτσια και φιλενάδες… (Γυρνά προς τους μουσικούς).
Ξέρω ακόμα πως οι ρίζες μου είναι βαθιές
όσο η περηφάνια μου είναι βουνό
κι η δύναμή μου πλατειά σα τη θάλασσα.
Εσείς έρχεστε από πολύ μακριά,
μακριά λέω μες απ’ τα χρόνια!
Έχετε την ηλικία του Υμηττού!
Τα ‘χετε δει όλα!
Τα ξέρετε όλα!
Γι’ αυτό σας παρακαλώ,
πείτε μου: πού είναι η δύναμή μου;
Ποια είναι η δύναμή μου; (Παύση).
Η μάνα μου κουβαλάει το νερό… Κι όμως! Μήπως δεν είμαστε ευτυχισμένοι; Μήπως στο σπίτι μας, πριν ξεκόψει ο προδότης, δεν ήταν χαρά Θεού να τρως, να κουβεντιάζεις, να πλένεσαι το Σάββατο στη σκάφη; Το πιο σπουδαίο (Γυρίζει πάλι προς τους μουσικούς), το πιο σπουδαίο για το φτωχό μου το μυαλό, είναι να μείνουμε αυτό που είμαστε: Έλληνες! Φτωχοί, πεινασμένοι, χωρίς μπάνια, αλλά Έλληνες. Αυτό μου λέτε σεις, αυτό μου μαθαίνετε, γι’ αυτό κρέμομαι στα χείλη σας. Γιατί μου λέτε με χίλιους τρόπους το ίδιο πράμα! Είσαι γόνος μιας μεγάλης ράτσας που πριν χιλιάδες χρόνια υπάρχει για να τραγουδά και για να χορεύει! Για να μαθαίνει στους άλλους με τι μέτρο γυρίζουν τ’ άστρα, με τι μέτρο γεννιέται και πεθαίνει ο ήλιος κι ο άνθρωπος πεθαίνει και ξαναγεννιέται και ξανά το ίδιο!.. Κι απ’ όλα αυτά δε μένει παρά το τραγούδι που με μαθαίνεις εσύ! Με τα ίδια λόγια πάντα!
Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια.
Υπερμάχω …στρατηγώ …
που θα πει: Μείνε Έλληνας! Όπως έμεινε ο πατέρας σου, κι ο πατέρας του πατέρα σου! Κι ο παππούς του πατέρα του πατέρα σου! Κι ο προπάππος… ως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Μέγα Αλέξανδρο!

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Αγαμέμνων! Η ωραία Ελένη! Δαρείου και Παρισάτιδος!

ΙΣΜΗΝΗ
(Τρέχει προς τον Ανδρέα). Ανδρέα! Άσε με να σε φιλήσω. (Τον αγκαλιάζει). Θεέ μου! Πρώτη φορά σ’ άκουσα να μιλάς τόσο όμορφα! Και τόσο αληθινά! Δεν είναι έτσι Παύλο; (Με αμηχανία). Δεν είναι έτσι Περικλή; Ακριβώς αυτό ήθελα να σου πω, να σου εξηγήσω! Μα δεν μπορούσα να το πω με λόγια. Θυμάμαι στο σχολείο όταν μας μίλησε ο δάσκαλος για τον Αθανάσιο Διάκο:
Ήταν άνοιξη σαν σήμερα!
Ο Πασάς διατάζει να τον φέρουν μπροστά του!
Τον φέρνουν δεμένο σφιχτά, τι ήταν δυνατός!
Τι ήταν ξανθός με σγουρά μαλλιά!
Τα μάτια του ήταν γαλάζια… Του λέει ο Πασάς:
-Αθανάσιε Διάκο, σου χαρίζω τη ζωή!
-Και γι’ αντάλλαγμα τι ζητάς; Τον ρώτησε ο Διάκος, γιατί μάντεψε τη σκέψη του.
-Βεζίρη μου σε κάνω γιατί είσαι παλικάρι και σε θαυμάζω!
-Κι αν αρνηθώ;
-Να πεθάνεις ετοιμάσου τότε μες στους φρικτότερους τους πόνους!
Κι ο Διάκος σηκώνει το κεφάλι και του λέει:
-Αν είναι να πεθάνω για την Ελλάδα, θεία η δάφνη. Μια φορά κανείς πεθαίνει!
-Τα κόκαλα σπάστε του ένα – ένα κι ύστερα σουβλίστε τον, φωνάζει στους δήμιους ο Πασάς.
Τα κόκαλα του σπάσαν ένα, ένα
Κι όταν τον σούβλιζαν στα μάτια του θολώνει μαύρο δάκρυ,
τι γύρω ήταν άνοιξη κι ο Διάκος ήταν νέος!
Και, πριν να ξεψυχήσει, έριξε τη ματιά του ένα γύρω
να δει τα πράσινα λιβάδια, ν’ ακούσει τα πουλιά.
-Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Προχωρεί αργά προς το μέρος του κοινού). Ο Θεός να μου το συχωρέσει… όμως γνώρισα καλά τον Τούρκο, μέσα στην ίδια την Τουρκιά… Αν δεν τον πείραζες δεν σε πείραζε. Περάσαμε όλα μας τα χρόνια μονιασμένα. Ήσαν τίμιοι, εργατικοί και τίποτα δεν τους ξεχώριζε από λόγου μας. Εξόν που ήσαν αντίχριστοι! Αλλά και κει, τι είχαμε να μοιράσουμε; Εμείς τις εκκλησίες μας. Εκείνοι τα τζαμιά τους. Ώσπου μια μέρα φτάνουν τα ευζωνικά και ξεδιπλώσαμε την γαλανόλευκη. Ανοίξαμε τα σπίτια μας και τα κλείσανε οι Τούρκοι… οι φουκαράδες. Δεν είχαν δάκρυα να πνίξουν την ντροπή τους. Δεν έμεινε κορίτσι απείραχτο και τζαμί αμόλευτο. Κι έτσι είδαμε το μάτι του Τούρκου να κοκκινίζει και βρεθήκαμε, όπως βρεθήκαμε…. Θέλω να πω, κόρη μου, πως αυτές οι ιστορίες είναι ωραίες να τις ακούς. Όμως τι το όφελος;

ΠΑΥΛΟΣ
Μην προσπαθείς να βρεις σε κάθε πράξη όφελος. Ο Αθανάσιος Διάκος πέθανε γιατί πίστευε!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Πες μου σε παρακαλώ κάτι, που να στέκεται πάνω από την ζωή του ανθρώπου.

ΠΑΥΛΟΣ
Η αγάπη για την πατρίδα!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Και τ’ είναι πατρίδα, παιδί μου; Μήπως δεν είμαστε εμείς; Δεν είναι οι ζωές μας που κάνουν την πατρίδα;

ΠΑΥΛΟΣ
Όμως αν πρόκειται κάποιος να θυσιαστεί για να ζήσουν οι άλλοι; Οι πολλοί;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Είναι ανάγκη; Δεν μπορούμε να ζήσουμε ήσυχα, μονοιασμένα, όπως ζήσαμε τόσα χρόνια στην Τουρκιά; Χωρίς να χρειάζεται να σκοτωθούνε οι μισοί για να ζήσουν οι άλλοι μισοί;

ΤΑΚΗΣ
(Με μίσος, δείχνοντας τον Παύλο). Όταν ακούω να βγαίνει από τα χείλη του η λέξη Πατρίδα νιώθω ναυτία!

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Όταν κυνηγούσαμε στις γειτονιές τούς Γερμανούς, πού βρισκόσουν τότε, όψιμε πατριώτη;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Μονάχα γι’ αυτό είσαστε όλοι σας εγκληματίες! Για κάθε γερμανό νεκρό σκότωναν πενήντα δικούς μας!

ΠΑΥΛΟΣ
Πενήντα! Εκατό! Χίλιους! Δεν υπάρχουν δυο τρόποι για να κερδίζεις την λευτεριά σου! Μόνο ένας! Σκότωνε τον εχθρό!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Σκότωνε! Σκότωνε! Σκότωνε!

ΠΑΥΛΟΣ
Σκότωνε για να μην σε σκοτώσουν !

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Όταν ξέρεις πως είσαι με το δίκιο!

ΤΑΚΗΣ
Το δίκιο το δικό σου!

ΠΑΥΛΟΣ
Το δίκιο της ζωής!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Το δίκιο της ζωής, ε; Έτσι μας σκότωσαν τον πατέρα!

ΠΑΥΛΟΣ
(Με κραυγή). Οι Γερμανοί!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Σε αντίποινα για να εκδικηθούν τους δικούς τους!

ΠΑΥΛΟΣ
Που καίγανε και σφάζανε!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Αυτός είναι ο νόμος του πολέμου!

ΠΑΥΛΟΣ
Και ντροπή γι’ αυτόν που τον δέχεται!

ΤΑΚΗΣ
Ξεσκεπάζεσαι μόνος σου! Έχεις το ίδιο την ντροπή, με την ζωή του πατέρα σου!

ΠΑΥΛΟΣ
Ο πατέρας μου πέθανε περήφανος γιατί γνώριζε καλά αυτόν τον νόμο!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Με φωνή ραγισμένη). Ποιο νόμο παιδί μου;

ΠΑΥΛΟΣ
(Ξαφνιασμένος αλλάζει ύφος. Της αποκρίνεται σχεδόν ψιθυριστά). Το δέντρο της λευτεριάς για να τραφεί θέλει αίμα μητέρα. (Παύση. Ο Τάκης προετοιμάζεται για να επιτεθεί. Έχει πιάσει κιόλας το πιστόλι του που το βγάζει με τα τελευταία του λόγια).

ΤΑΚΗΣ
(Σαρκαστικά). Αυτό λέμε και μείς! Θέλει αίμα! Ας είναι και βρώμικο σαν το δικό σου! (Μουσική έντονη : Εισαγωγή από το όνειρο. Μένουν ακίνητοι. Μπαίνουν ο πατέρας του Περικλή κι ο πατέρας της Πόπης. Κρατάν κι οι δυο τους δίχτυα γεμάτα ψώνια. Είναι χαρούμενοι, που ύστερα από μιας μέρας κόπο βρίσκονται ξανά στα σπίτια τους).

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
(Πατέρας του Περικλή. Με πολλή όρεξη). Καλησπέρα σας! Καλησπέρα σας πέρα για πέρα!

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (Πατέρας της Πόπης). Την αγαπητή ομήγυρη προσκυνώ. Πόπη μου εδώ είσαι και συ; (Την αγκαλιάζει).

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Μας είπαν πως διασκεδάζετε! Πως χορεύετε και τραγουδάτε! Τι κάνετε λοιπόν; Όμως, να και τα όργανα. Επαμεινώνδα, τα είδες;

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Και βέβαια, και βέβαια… Τα αγαπητά όργανα, τον αγαπητό λαϊκό τραγουδιστή. Προσκυνούμε και χαιρετούμε !

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Θα ‘χουμε την χαρά ν’ ακούσουμε κανένα ωραίο τραγουδάκι; Ας πούμε του Μητσάκη;

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Μα τρελάθηκες; Δεν τους βλέπεις πόσο είναι βαρείς;

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Καλά – καλά. Κατάλαβα. Ισμήνη μου, πού ‘ναι η μητέρα; Δεν σε βλέπω να ‘χεις κέφια. (Βλέπει τον Παύλο). Χμ. Τι κάνεις, Παύλο παιδί μου; Έχεις πάντα τα μυαλά πάνω από το κεφάλι σου;

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
(Προς τον Τάκη). Βρε τι σύμπτωση ! Τώρα μόλις χωρίσαμε με τον πατέρα σου στο γκαζοζέν. Ήρθε μισός μέσα, μισός έξω. Φράκαρε η πόρτα και σφήνωσε. Ευτυχώς που το στόμα του ήταν προς τα μέσα κι έτσι μπορέσαμε να κουβεντιάσουμε. Μου διηγήθηκε την ιστορία με τον Άγγλο αξιωματικό κάτω στο Ελληνικό. Εκείνον που τους έκανε το ζόρικο όταν έπιαναν κανένα με καμιά κονσερβίτσα. Για να γελάσουν μαζί του οι εργάτες φτιάχνουνε μια κρυφή σχάρα και την εφαρμόζουνε κάτω από το αυτοκίνητό του. Κάθε μέρα την γιομίζουνε με του πουλιού το γάλα. Βγαίνει ο λοχαγός, παρκάρει στο σπίτι του, πάνε το βράδυ τα παιδιά και ξεφορτώνουν. Στο μεταξύ οι αποθήκες αδειάζουν. Έρευνες, κοντρόλα. Τίποτα. Ώσπου κατεβαίνει ο ίδιος ο στρατηγός για έλεγχο. Σφυρίζουν οι εργάτες καταλλήλως πως ο κλέφτης είναι ο λοχαγός! Διατάζει μπλόκο ο στρατηγός! Ψάχνουν το αυτοκίνητο και ανακαλύπτουν τη σχάρα! Ανάμεσα στις σφαίρες υπήρχε ένα γράμμα χτυπημένο στην μηχανή – αγγλικά βέβαια – που έλεγε πάνω – κάτω: «Αυτό θα ‘ναι το τελευταίο φορτίο γιατί ο βλάκας ο στρατηγός πήρε κάτι μυρωδιά…» Τι ράτσα Θεέ μου!

ΠΑΥΛΟΣ
(Γελά δυνατά). Χα, χα, χα!.. Εξ οικείων τα βέλη. Ο μπαμπάς διαβάλλει τους Άγγλους και ο υιός μάς απειλεί με ρεβόλβερ Μέιντ ιν Ίγκλαντ. Δεν κάνατε καθόλου καλά, κύριε Χαραλάμπους, να μας πείτε αυτή την ιστορία. Μπορεί να προκληθεί οικογενειακό δράμα! Πατροκτονία λόγου χάρη!

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Βρε παιδιά! Έχει γούστο να μιλάτε σοβαρά. Αλήθεια, Τάκη, τι είναι αυτό που κρατάς;

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Και τι βγαίνει απ’ αυτή την ιστορία; Ε; Ότι είμαστε κοινοί κλέφτες. Ότι ο Άγγλος αξιωματικός κάνει το καθήκον του. Κι ότι από πάνω τον συκοφαντούμε και πάει ο άνθρωπος φυλακή, ενώ οι ένοχοι τρίβουν τα χέρια τους.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Σιγά τους εγκληματίες! Που με πεντακόσιες χιλιάδες τον μήνα (προς τον Τάκη) τόσα δεν παίρνει ο πατέρας σου; Δηλαδή με δέκα κούτες τσιγάρα, τους βάζουν και δουλεύουν δέκα ώρες την ημέρα! Κι έπειτα, αν θέλεις να ξέρεις, ο αξιωματικός της Αυτής Μεγαλειότητος δεν καταδέχεται να κλέψει κονσέρβες! Όλος ο κόσμος ξέρει ότι πουλούσε ολόκληρα καμιόνια! Του κουτιού!
(Μπαίνει μια γυναίκα θρηνολογώντας).

ΓΥΝΑΙΚΑ
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου ‘παν πως το φέρνουν απ’ το ρέμα.
Κι ήρθα να το προϋπαντήσω.
Ξέρετε πώς το λέγαν το παιδί μου;

ΟΛΟΙ
Ξέρουμε!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πόσα χρόνια είχε;

ΟΛΟΙ
Ξέρουμε!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πόσο ψηλό ήταν;

ΕΝΑΣ
Ξέρουμε πόσο ψηλό ήταν και πόσο όμορφο και πόσο καλό.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Πότε και πού το ‘δαν για στερνή φορά;

ΟΛΟΙ
Ψηλά στον λόφο!

ΕΝΑΣ
Στη θέση της καρδιάς είχε πουλί και κελαηδούσε! Τον πήρανε χιλιάδες πουλιά και τον πάνε στον φίλο του τον ήλιο!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Το παιδί μου φορούσε καθαρά ρούχα, είχε αλλάξει σήμερα το πρωί πριν φύγει.

ΕΝΑΣ
Ήξερε πως πάει σε γάμο! Πως πάει σε πανηγύρι!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Του χάρου πανηγύρια και χαρές.

Α
Ήταν ωραίος σα δέντρο!

Β’
Ψηλός σαν κάστρο!

Γ’
Καλός σαν το γάλα !

Δ’
Ήμερος σαν το θάνατο!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Το παιδί μου είχε χαρτζιλίκι. Του ‘δωσα χθες το βράδυ.

ΕΝΑΣ
Ήξερε πως πάει να πιει και να γλεντήσει!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Του χάρου κρασί και γλέντια.

ΑΛΛΟΣ
Ήταν πιο ζωντανός απ’ τη ζωή! Πιο δίκαιος απ’ το δίκιο!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Το παιδί μου είχε αγάπη – τον ξώφλησαν σήμερα το πρωί.

ΕΝΑΣ
Σήμερα το πρωί τον ξώφλησαν γιατί είχε πολλή αγάπη !

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πώς θα ‘ναι ο κόσμος χωρίς το παιδί μου;

ΟΛΟΙ
Ξέρουμε!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Πώς θα ‘ναι ο ήλιος κι η μέρα;

ΕΝΑΣ
Η μέρα οχιά και ο ήλιος πόνος κι ο κόσμος πληγή δίχως γιατρειά.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου ‘παν πως το φέρνουν απ’ το ρέμα.
Δεν άντεξα να πάω παρακάτω.
Ξέρετε πώς το λένε;

ΟΛΟΙ
Ιησού!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πώς το λένε;

ΟΛΟΙ
Πέτρο – Χάνς και Γιούρι
Άννα – Ζακ και Λιου -Τσε!

ΕΝΑΣ
Είχε δέσει τον ήλιο στην άκρη της κλωστής και τον έπαιζε σαν χαρταετό!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Μα είναι αλήθεια; Το παιδί μου ήταν φτωχό. Δεν ήξερε γράμματα.

ΟΛΟΙ
Άλφα, Βήτα, Γάμα, Δέλτα! Άλφα, Βήτα, Γάμα, Δέλτα!

ΕΝΑΣ
Θα μάθει τώρα το αλφάβητο μετρώντας τ’ άστρα, βγάζοντας τις σφαίρες απ’ το πετσί του.

ΓΥΝΑΙΚΑ
(Μοιρολογώντας).
Σφαίρες μου, καλές μου σφαίρες
μπείτε γλυκά στο κρεατάκι του.
Του το ‘δεσα στάλα με στάλα
δεκαοχτώ χρόνια νύχτα μέρα.
Μη το πονέσετε πολύ. Μπείτε γλυκά
να μη σας καταλάβει και ξυπνήσει.

(ΜΟΥΣΙΚΗ: «Κοιμήσου αγγελούδι μου». Φέρνουν το νεκρό παιδί. Η Μάνα το παίρνει στην αγκαλιά της και το νανουρίζει).

Κοιμήσου αγγελούδι μου,
παιδί μου νάνι – νάνι,
να μεγαλώσεις γρήγορα
σαν το ψηλό πλατάνι.
Να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό
και να ‘σαι πάντα μες στο δρόμο τον καλό.
Κοιμήσου αγγελούδι μου
γλυκά με το τραγούδι μου.

(Η μουσική εξακολουθεί).

ΕΝΑΣ
(Βγαίνει μπροστά προς το κοινό).
Για τη λευτεριά και για το λαό δεν υπάρχει θυσία μεγάλη. Κι ο θάνατος κι ο πόνος είναι μικρός. Οι σφαίρες λίγες – λίγα τα δάκρυα.

ΑΛΛΟΣ
(Το ίδιο).
Για την πατρίδα μας την Ελλάδα λίγοι οι νεκροί – κι οι τάφοι λίγοι.

ΟΛΟΙ
Για την λευτεριά και για το λαό! Για την πατρίδα μας την Ελλάδα!

(Παύση).
ΙΣΜΗΝΗ
Για τη ζωή – για τη ζωή!
Για το νερό όταν αγαπάς!
Για την αγάπη όταν διψάς!
Η πιο μεγάλη θυσία
είναι να ζεις!

ΟΛΟΙ
Θάνατος στο θάνατο!

(Τραγουδούν όλοι μαζί).
Κοιμήσου περιστέρι μου
να γίνεις σαν ατσάλι,
να γίνει κι η καρδούλα σου
σαν του Χριστού μεγάλη
για να μη πεις μες στη ζωή σου δεν μπορώ
κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό.
Κοιμήσου αγγελούδι μου
γλυκά με το τραγούδι μου.

[Οι στίχοι στο τραγούδι αυτό είναι του ποιητή Κ. Βίρβου.]

(Η μουσική συνεχίζεται. Στο μεταξύ η ΓΥΝΑΙΚΑ έχει αποκοιμηθεί αγκαλιά με το παιδί της. Την ώρα που οι άλλοι τραγουδούν, κάποιος πηγαίνει και τους καρφώνει στην πλάτη τους από δυο μικρά φτερά. Κι αυτοί σηκώνονται αργά – αργά και προχωρούν κατά την έξοδο. Εκεί το παιδί σταματά, γυρίζει προς το κοινό και μέσα σε απόλυτη σιγή απαγγέλλει σαν μαθητής της τρίτης δημοτικού:)

ΠΑΙΔΙ
Δόξα στο πνεύμα το αρχαίο.
Παγκόσμιος φωτός πηγή.
Δόξα στα όπλα ηρώων νέων
που λύτρωσαν αυτή τη γη.
Με κείνων τη χρυσή σοφία
με τούτων την αγία ορμή
νέαν ας πλάσουμε ιστορία
γεμάτη δόξα και τιμή.

(Σκοτάδι για λίγα δευτερόλεπτα. Το φως ξανάρχεται σιγά – σιγά).

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
(Στην Ισμήνη). Ισμήνη, καλό μου κορίτσι, έλα δω να σου θυμίσω κάτι που ασφαλώς θα ‘χεις ξεχάσει. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια. Κι όμως και μένα μου φαίνεται σα να ‘χει συμβεί σε μιαν άλλη, μακρινή ζωή. Ήταν τότε που πήραμε το γκαζοζέν και πήγαμε Κυριακάτικη εκδρομή στο Μεγάλο Πεύκο! Φύγαμε ξημερώματα, ολόκληρο τσούρμο. Κάτσαμε μια ώρα στην Αγία Παρασκευή. Δυο ώρες στην Ομόνοια, τρεις ώρες στο γκαζοζέν – θυμάσαι; Σκυμμένοι, τσαλακωμένοι – κι όμως, τι τραγούδι ήταν κείνο, Θεέ μου! (Τραγουδά). «Τέτοια μάτια γαλανά, σαν το πέλαγο μεγάλα». Και κείνο το άλλο «Θα πάω να το πω στον Ερυθρό Σταυρό, πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυο».

ΟΛΟΙ
Μπουλουγούρι!

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Φτάσαμε μεσημέρι σωστό. Στρώσαμε, βγάλαμε τους κεφτέδες (ο Θεός να τους κάνει), τις κονσέρβες, τα κονσερβάκια, τις κονσερβίτσες… Θυμάμαι πως ‘κει που μ’ έπαιρνε ο ύπνος, άκουσα τη φωνή σου. Στην αρχή νόμισα πως έβλεπα όνειρο. Μετά ξεφώνιζε η μάνα σου! Πνιγόσουν! Τρέχω στη θάλασσα. Η μάνα σου με φωνάζει: Πού πας, φουκαρά, αφού δεν ξέρεις κολύμπι; Μπροστά μου τρέχει ο Αντρέας, σε πιάνει και να που βουλιάζετε μαζί. Τρέχει και ο Περικλής μου. Βουλιάζετε και οι τρεις. Γιατί κανείς σας δεν τα κατάφερνε στη θάλασσα. Κι εγώ προχωρούσα. Τι να κάνω; Κι η μάνα σου ξεφώνιζε. Κι η μάνα του Αντρέα, η κυρά Σοφία, τραβούσε τα μαλλιά της. Τότε φάνηκε σα σίφουνας να ‘ρχεται μια βάρκα απ’ τη Φανερωμένη. Στα κουπιά ο Τάκης, ο Παύλος κι ο Νικολιός. 300 μέτρα! 200 μέτρα! 50 μέτρα! Βουτάει πρώτος ο Τάκης και βγάζει τον Περικλή που ‘ταν πια στον πάτο. Βουτάει και ο Παύλος κι ο Νικολιός! Βουλιάζουν – βγαίνουν – ξαναβουλιάζουν – βγαίνουν. – Ξαναπέφτει κι ο Τάκης… Σας φέρανε στην αμμουδιά… Σωθήκατε κι οι γυναίκες ξεφώνιζαν ακόμα. Τέλος πάντων. Μαζεύτηκε κόσμος. Ήρθαν και όργανα. Στήσαμε χορό. Γλέντι τρικούβερτο ως το βράδυ. Μετά κάτσαμε πάλι στις ουρίτσες μας, φτάνουμε στην Αγία Παρασκευή. Κατηφορίζουμε κατά τα Τατάβλα και να ‘σου ο μπλόκος! Μας πιάνουν και μας στοιβάζουν όλους στο υπόγειο του Σχολείου. Κι όμως θυμάμαι πόσο είμαστε χαρούμενοι. Γιατί; Γιατί είχαμε ανάγκη να ‘μαστε όλοι μαζί. Αν ήταν δυνατόν να μη χωρίσουμε ποτές!

ΤΑΚΗΣ
Εγώ νόμιζα πως παίζανε. Μου λέει ο Νικολιός: (Σταματά). Μου λέει ο Νικολιός: «Μωρέ, αυτοί πνίγονται!» – «Μπα, θα παίζουν…» Συμφώναγε μαζί μου και ο… (Κάνει να δείξει τον Παύλο. Συνεπαρμένος). Όταν όμως είδαμε τον κόσμο να μαζεύεται και να φωνάζει, πιάσαμε γερά τα κουπιά: Εεεε – έοοο! Έεεε – έοοο!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΙΟΣ ΤΑΚΗΣ
(Μαζί). Εεεε – εοοο! Εεεε – έοοο! Εεεε – οοοο!
(Κοιτάζονται και σταματούν).

ΑΝΔΡΕΑΣ
Σε μια στιγμή πρόλαβα και σας είδα. Πήρα με μιας θάρρος. Κρατούσα την Ισμήνη απ’ τη μασχάλη, όμως με τραβούσε ο Περικλής απ’ τον ώμο και με βούλιαζε! Έπινα νερό με τις κουτάλες!

ΙΣΜΗΝΗ
Εγώ δεν θυμάμαι τίποτα. Μόνο που ο ήλιος μ’ είχε τυφλώσει και τα ‘βλεπα όλα κάτασπρα και ανάμεσα χιλιάδες φωτίτσες.

ΤΑΚΗΣ
Βλέπω τον Περικλή να πηγαίνει κατευθείαν στον πάτο. Έπιανα τότε 15 μέτρα βυθό!

ΠΑΥΛΟΣ
Σιγά μη τα κάνεις και 20! Μια φορά έπιασες 7 μέτρα και κρατούσες και πέτρα!

ΤΑΚΗΣ
Τον πιάνω απ’ τα μαλλιά και τον τραβώ προς τ’ απάνω.

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Εμένα μ’ άρεσε εκείνος ο βαρύτονος – ο ψηλός – που μας τραγούδησε άριες από όπερες! Με τη φωνή του έσπαγε καρύδια!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Το βράδυ, στο υπόγειο του Σχολείου, ξέρετε γιατί δεν έβγαλα τσιμουδιά; Καθόταν πλάι μας ο πατέρας της Άννας, που μας είχε πιάσει στα πράσα μέσα στο κοτέτσι, και φοβόμουν πως θα μου τις βρέξει! Όμως, ευτυχώς, τα ‘χε κάνει πάνω του από το φόβο του.

ΤΑΚΗΣ
Με το δίκιο του!

ΠΑΥΛΟΣ
Όταν μπήκε η μάσκα, είδατε πώς τράβηξε κατευθείαν επάνω του;

ΑΝΔΡΕΑΣ
Κοιτάχτηκαν στα μάτια τουλάχιστον μισό λεπτό. Τον γνώρισε άραγες;

ΙΣΜΗΝΗ
(Αργά). Μετά σήκωσε αργά το χέρι του (τον μιμείται). Είχε ένα δάχτυλο με μαύρο νύχι. Και τον έδειξε! Θυμάσαι, πατέρα, πώς σφίχτηκα πάνω σου; Μετά η Άννα γύριζε ξυπόλυτη, ώσπου βρήκε δουλειά στους Εγγλέζους. Την είδανε ως και με Ινδούς – με σαρίκι!

ΠΟΠΗ
Δεν καταλαβαίνω τι τους βρίσκουνε! Εγώ τους σιχαίνομαι!

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Κι όμως το βράδυ εκείνο είδα βέβαια για πρώτη φορά τη μάσκα, όμως… Άλλο θυμάμαι… Σκεπτόμουν πως ο Θεός τα ‘φερε τα πράματα με τέτοιο τρόπο που ο ένας να σώζει τη ζωή του άλλου! Αν έλειπε ο Ανδρέας, θα πνίγονταν τα παιδιά μου. Αν έλειπε ο Τάκης, θα πνίγονταν και οι τρεις.. . Και πάλι ο Τάκης μόνος δεν θα τα κατάφερνε. Έπρεπε να βρισκόταν κι ο Παύλος κι ο Νικολιός! Σα μια αλυσίδα! Της βγάζεις ένα κρίκο και δεν είναι πια αλυσίδα!

(Μουσική. Ο πατέρας της Ισμήνης αρχίζει το τραγούδι και σιγά – σιγά σμίγουν μαζί του και οι άλλοι).
Την αλυσίδα τη βαριά
την κάνω χελιδόνι!
Τη φυλακή τη σκοτεινή
την κάνω ξαστεριά!
Την αλυσίδα τη βαριά
εγώ κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ
την κόβουμε μαζί.

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ
Σπάσε την αλυσίδα με τα σίδερα!

ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Φτιάξε την αλυσίδα με τα κύματα!
Σπάσε την αλυσίδα με τα σίδερα!
Φτιάξε την αλυσίδα με τα σύννεφα!
Σπάσε την αλυσίδα με τις ντροπές!
Φτιάξε την αλυσίδα με τις πασχαλιές!
Σπάσε την αλυσίδα με τον αγκυλωτό!
Φτιάξε την αλυσίδα με τον εωθινό!
Σπάσε την αλυσίδα και τη φυλακή.
Φτιάξε την αλυσίδα κορμί με κορμί!

(Τραγουδούν όλοι μαζί).
Την αλυσίδα που μιλά
την κάνω αστροπελέκι!
Των παλατιών σου τη χλιδή
σου κάνω φυλακή!
Την αλυσίδα που μιλά
εγώ κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ,
τη φτιάχνουμε μαζί!

Η Λευτεριά κερδίζεται!
Η Λευτεριά κερδίζεται!
Ραγιάδες σηκωθείτε
φωνάζει ο Κίτσος!
Ραγιάδες σηκωθείτε
φωνάζει ο Κίτσος!

(Μπαίνει το ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΠΕΡΙΠΟΛΟ : Ο επικεφαλής αρχιφύλαξ, ενώ μιλά, παίζει με μιαν αλυσίδα).

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Τι συμβαίνει εδώ;

ΙΣΜΗΝΗ – ΠΑΤΕΡΑΣ
Θυμόμαστε τα παλιά ωραία χρόνια!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Τα προπολεμικά;

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Όχι, της Κατοχής!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Είσαστε μαυραγορίτες;

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Όχι, κρατούμενοι!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
(Τον επεξεργάζεται) . Γνωρίζετε ότι απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Μπορείτε να μας πείτε τι δεν απαγορεύεται;

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Ευχαρίστως! Οι συλλήψεις! (Γνέφει στους άλλους να τον πιάσουν).

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Προς Θεού, κύριε Αρχιφύλαξ! Ο Νικολιός έσωσε τη ζωή της Ισμήνης, της κόρης μου!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Πώς αυτό; Μήπως στη μάχη πού ‘γινε προ ολίγου;

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Όχι, στο Μεγάλο Πεύκο, στα 1943!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Μου φαίνεται πως με κοροϊδεύετε, κύριε!

ΠΑΥΛΟΣ
(Προχωρεί μπροστά). Προ ολίγου πέρασε από δω αγκαλιά με τη μάνα του ο πρώτος νεκρός. Τον νανουρίσαμε όπως έπρεπε, γιατί εκεί που πάει του χρειάζεται ύπνος πολύς.

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Τους πεθαμένους δεν τους νανουρίζουν. Πρώτα τους ψέλνουν κι ύστερα τους θάβουν. Τα συνεργεία μας δουλεύουν με βάρδιες για να βγάλουν πέρα τη δουλειά. Υπάρχει μήπως μεταξύ σας κανένας ύποπτος; Κανένας που να μην έχει καινούργια ταυτότητα;

ΠΑΥΛΟΣ
(Το ίδιο). Ως και ο θάνατος σήμερα είναι απαιτητικός. Για να σε πάρει του χρειάζονται καινούργια χαρτιά. Και προ παντός καινούργια ταυτότης. Ειδεμή σε παρατά!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Μετά τη σφαγή του Αγιάννη… Θα μάθατε ασφαλώς πως στην τελευταία στιγμή τούς ήρθαν ενισχύσεις με αποτέλεσμα να μην αφήσουν ούτε έναν ζωντανό.

ΤΑΚΗΣ
(Που συνέρχεται). Τι λες; Εκεί που τους είχαμε για σίγουρους; Από πού; Πώς φτάσανε οι ενισχύσεις;

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Μάθαμε θετικά πως υπάρχουν δυο πράκτορές τους. Κάπου εδώ γύρω. Έστειλαν μέσα στη νύχτα και τους ειδοποίησαν για τα σχέδιά μας. Έκαναν, λοιπόν, τάχα τους πολιορκημένους και στο μεταξύ περίμεναν να φτάσουν οι άλλοι. Έτσι οι δικοί μας βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο πυρά. Δεν έμεινε ρουθούνι!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
(Βγαίνει μπροστά, με δύναμη). Πατέρα, άσε με να μιλήσω. (Δείχνει το Νικολιό). Ντρέπομαι γιατί του χρωστώ τη ζωή της Ισμήνης.

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Περικλή, τρελάθηκες; Σου απαγορεύω!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Αυτός είναι ο πράκτορας που ζητάτε. Όσο για τον άλλον… (Γυρίζει προς τον Παύλο – όμως εκείνος προφταίνει και βγαίνει τρέχοντας. Ο επικεφαλής τον κυνηγάει και τον πυροβολεί. Μετά γυρίζει).

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
(Δείχνει το Νικολιό). Βάλτε του χειροπέδες. (Στον Περικλή). Έλα και συ μαζί μας για να καταθέσεις.

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
(Στον Περικλή, καθώς σταματά για μια στιγμή μπροστά του). Και να μη ξαναγυρίσεις!
(Η Ισμήνη πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα της.
ΜΟΥΣΙΚΗ. Μένουν όλοι ακίνητοι. Τα κεφάλια γυρνούν όπως και στην αρχή, προς το βάθος. Κοιτάζουν τον ουρανό, που ξαναρχίζει να κοκκινίζει. Τη φράση του τραγουδιού με τα λόγια: «Ένα δειλινό – ένα δειλινό – ένα δειλινό» την τραγουδούν κάθε φορά που έρχεται όλοι μαζί ενώ ό τραγουδιστής συνεχίζει. Στη φράση: «σου κάρφωσαν τα χέρια σου» τινάζεται ο πρώτος χορευτής (ζεϊμπέκικο). Οι άλλοι χορευτές μένουν ακίνητοι.
Στη δεύτερη εισαγωγή της ορχήστρας όλοι οι ηθοποιοί σε μια ευθεία γραμμή.
Στη φράση: «μου κλέψανε την όραση-» όλοι αγκαλιάζονται περνώντας τα χέρια στους ώμους. Οι τρεις χορευτές κάνουν στο προσκήνιο φιγούρες. Στην τρίτη εισαγωγή γέρνουν απότομα, ανά δύο μέτρα, μια προς το ένα και μια προς το άλλο πλευρό. Τα κεφάλια κάτω. Οι χορευτές γονατίζουν.
Στο: «χίμηξε» πηδούν και οι τρεις και χορεύουν με τα χέρια ανοιχτά σαν πουλιά.

Ένα δειλινό – Ένα δειλινό – ένα δειλινό
σε δέσαν στο σταυρό.
Σου κάρφωσαν τα χέρια σου,
μου κάρφωσαν τα σπλάχνα.
Σου δέσανε τα μάτια σου,
μου δέσαν την ψυχή μου.

Ένα δειλινό – ένα δειλινό – ένα δειλινό
με τσάκισαν στα δυο.
Μου κλέψανε την όραση,
μου πήραν την αφή μου,
μον’ μ’ έμεινε η ακοή
να σ’ αγροικώ παιδί μου.

Ένα δειλινό – ένα δειλινό – ένα δειλινό
ωσάν τον σταυραετό
χίμηξε πα στις θάλασσες,
χίμηξε πα στους κάμπους.
Κάνε ν’ ανθίσουν τα βουνά
και να χαρούν οι ανθρώποι.

ΑΥΛΑΙΑ

Τιμώντας τις επιλογές κειμένων και αναρτήσεων που ο ίδιος είχε κάνει και που ήταν βαθιά επιθυμία του να συμπεριληφθούν στην προσφορά του blog των Λαμπράκηδων, κρατάμε το ίδιο κλείσιμο όπως και στις αναρτήσεις προ του φευγιού του, παρά το γεγονός πως το σώμα του Παληοτάκη δεν είναι πια μαζί μας. Όμως, η ψυχή, το μυαλό και ο δυναμισμός του παραμένουν ζωντανά ανάμεσά μας.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply