Ιουλιανά 1965 από τον Σπύρο Λυκούδη

Η καταγραφή του Σπύρου Λυκούδη έχει σήμερα σειρά για το αφιέρωμα του blog των Λαμπράκηδων στα Ιουλιανά. Και αυτό το κείμενο βρέθηκε στο Αρχείο Παληοτάκη.
Η γραφή είναι περισσότερο λογοτεχνική. Με λιτότητα αλλά και γλαφυρότητα διαβάζουμε για το ξέσπασμα των διαδηλώσεων, τον παλμό τους, τα συνθήματά τους, την επικινδυνότητα, τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα.

Η αφήγηση αυτή μάς θύμισε το διήγημα του Μάριου Χάκκα, “Το ψαράκι της γυάλας”.
Θα αναρτήσουμε και το διήγημα, στο τέλος της ανάρτησης, μετά τον Σπύρο Λυκούδη. Κι αυτό έχει μια σκοπιμότητα.
Ο Μάριος Χάκκας αναφέρεται στη συμπεριφορά του ήρωά του την ημέρα επιβολής της Δικτατορίας, 21 Απριλίου του 1967. Ο ήρωάς του, μαχητικός στο παρελθόν, στη νιότη του, παρών στους δρόμους και τους αγώνες, το πλήρωσε με φυλακές και εξορίες.
Έτσι αγωνίζονταν και οι νέοι στα Ιουλιανά. Αυτών την αγωνία και τον αγώνα μεταφέρει ο Σπύρος Λυκούδης.
Το δικό του κείμενο ακολουθεί.

Μνήμες του 1965

Δυόμισι μήνες στους δρόμους της Αθήνας

Απόγευμα της 15ης Ιουλίου 1965. Στις 7 ο Γ. Παπανδρέου φτάνει στα ανάκτορα. Στις 7 και 10 έχει φύγει. Έχει αρνηθεί τον παλατιανό εκβιασμό και έχει υποβάλει την παραίτησή του. Στους διαδρόμους βρίσκονται, ήδη έτοιμοι, οι αντικαταστάτες. Ορκίζεται ο Νόβας πρωθυπουργός.

Ήδη από νωρίς, το απομεσήμερο, εκατοντάδες πολίτες, νέοι κυρίως, είχαν πλησιάσει την περιοχή της Βουλής και του Συντάγματος. Περίμεναν την εξέ­λιξη. Άκουσα τις πρώτες φωνές μετά την αναχώρηση του Παπανδρέου απ’ τα ανάκτορα. Εκεί στο τέρμα της Ακαδη­μίας, μπροστά από το σημερινό Θέατρο Καρέζη μια μεγάλη ομάδα νέων, πιθα­νόν της ΕΔΗΝ, γιατί θυμάμαι ανάμεσά τους την ψηλόλιγνη φιγούρα του Νίκου Κωνσταντόπουλου, προφανώς ειδοποι­ημένη από βουλευτές της Ένωσης Κέ­ντρου που βρίσκονταν κοντά στα ανά­κτορα, άρχισε να κραυγάζει «Έπεσε η κυβέρνηση», «Αίσχος», «Ζήτω η Δη­μοκρατία». Μέσα σε ελάχιστα λεπτά σχηματίζεται μεγάλη διαδήλωση.

Εκατοντάδες Λαμπράκηδες, δια­σκορπισμένοι στο Σύνταγμα, με σημείο εκκίνησης τη γωνία πρώην Παπασπύρου, ενώνονται με τη διαδήλωση στην Ακαδημίας. Σε λίγα λεπτά χιλιάδες πο­λίτες στρίβουν στην Πανεπιστημίου και κατεβαίνουν προς τα Προπύλαια. «Δεν περνάει ο φασισμός – Δημοκρατία». Τραντάζεται το κέντρο της Αθήνας.

Είναι βράδυ πια της 15ης Ιουλίου 1965. Ο λαός στους δρόμους. Έτσι ξε­κίνησαν οι 70 μέρες που συγκλόνισαν Αθήνα. Και την Ελλάδα. Έτσι ξε­κίνησαν τα «Ιουλιανά».

16 Ιουλίου το πρωί, με τον καλοκαιριά­τικο ήλιο να πυρώνει τα πεζοδρόμια. Η Αθήνα ξημερώνεται ανήσυχη. Το κέντρο σιγά σιγά γεμίζει κόσμο. Από το Χρηματιστήριο μέχρι την Κλαυθμώνος η οδός Αριστείδου και όλοι οι γύρω δρόμοι είναι φίσκα. Ο πρόεδρος της ΕΔΑ I. Πασαλίδης έρχεται από τη Θεσσαλονίκη στα κεντρικά γραφεία της ΕΔΑ και χιλιάδες Εδαΐτες και Λαμπράκηδες τον περιμένουν. Τα συνθήματα δεν σταματούν και, όταν εμφα­νίζεται ο Πασαλίδης, συνοδευόμενος από τον Ηλιού, τον Γλέζο, τον Μίκη και άλλους βουλευτές, η κραυγή «ΕΔΑ-ΕΔΑ-ΕΔΑ» δονεί την ατμόσφαιρα.

Από την Κλαυθμώνος ξεκινάει η δεύτερη μεγάλη διαδήλωση. «Κάτω οι παλατιανοί». «Δεν περνάει ο φασι­σμός». «Κάτω οι προδότες». Οι ώρες περνούν, ο κόσμος πυκνώνει ή αραι­ώνει, αλλά παραμένει στους δρό­μους. Διαδηλώνει παντού. Στην Πα­νεπιστημίου, στην Ομόνοια, στην Κάνιγγος, στο Σύνταγμα, σε όλο το κέ­ντρο της πόλης. Μέχρι το βράδυ μέ­νει αμέτοχη η αστυνομία. Εν τω με­ταξύ έχει συμπληρωθεί η κυβέρνηση των «αποστατών», όπως αποκλήθηκε, με νέα μέλη. Ορκίζονται οι Μητσοτάκης, Παπασπύρου, Μπακατσέλος κ.ά. Το βράδυ η αστυνομία κάνει επίθεση στο ύψος της Μπενάκη. Δακρυγόνα, κλομπς. Επίθεση σκληρή. Εκατοντάδες πολί­τες ξυλοκοπούνται. Μπροστά στο «Ρεξ» μάς κλείνουν στη στοά δύο κλούβες και μεγάλη δύ­ναμη αστυνομικών. Δεν μπορούμε να φύγουμε από πουθενά. Αφήνουν διάδρομο ενός μέτρου, δεξιά και αριστερά σε φάλαγγα με τα κλομπς στα χέρια και μας καλούν να φύγουμε περνώ­ντας ανάμεσά τους. Άνδρες, γυναίκες περνούν όσο μπορούν πιο γρήγορα. Τα κλομπς ανεβοκατεβαίνουν, ανελέητος ξυλοδαρμός. «Τα χέ­ρια στο κεφάλι, σκύψε και τρέχα», μου φω­νάζει ο Μίμης δίπλα μου —δεν θυμάμαι δι­αδήλωση, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, που να μην την έχουμε περπατήσει μαζί με τον πάντα αγαπημένο φίλο Μίμη Μανωλάκο. Βγήκαμε και τρέξαμε στην ανοιχτή Πανεπιστημίου.

Αργά τη νύχτα μετράγαμε στην Πειραιώς 4, στα γραφεία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, τους χτυπημένους, τους ψάχναμε στα νοσοκομεία και φροντίζαμε όσο μπορούσαμε όσους είχαν συλληφθεί. Ήταν για μένα, θυμά­μαι, η πρώτη φορά που χτυπήθηκα σε διαδήλωση με σημάδια στην πλάτη από τα κλομπς που έκαναν πολλές μέρες να φύγουν. Η πρώτη όμως και η τελευταία που μπήκα διαδηλώνοντας σε στοά. Όλα βλέπεις μαθαίνονται. Όλες τις επόμενες ημέρες η Αθήνα ζούσε στα πεζοδρόμια.

Χιλιάδες διαδήλωναν καθημερινά. Ένα τε­ράστιο δημοκρατικό μέτωπο σάρωνε τη μία μετά την άλλη όλες τις απόπειρες σχηματι­σμού σταθερής κυβέρνησης. Θα μπορούσα, αφήνοντας τη μνήμη να τρέξει, να γράφω ώρες και να γεμίζω σελίδες. Ίσως η τρελή μας νιότη, ίσως το αντιφασιστικό πάθος κι η στρά­τευσή μας, ίσως ο μέγας, πιθανόν και άλογος, έρωτας για την Αριστερά, κυρίως όμως η πί­στη μας στη δημοκρατία και την ελευθερία, που δεν τις είχαμε χορτάσει εκείνα τα χρόνια, κρατούσαν συνεχώς αναμμένη τη φλόγα και μας έσπρωχναν κάθε μέρα στα πεζοδρόμια και τους δρόμους μιας Αθήνας δημοκρατικής και αδούλωτης εκείνο το καλοκαίρι. Για δυόμισι περίπου μήνες. Τι να πρωτογράψει κανείς. Εί­ναι τόσα πολλά.

Δεν θα μπορούσα όμως και να κλείσω αυτό το σημείωμα για κείνες τις μέρες χωρίς ανα­φορά στη μεγάλη νύχτα. Στη νύχτα του Σω­τήρη. Στη δική μας νύχτα.

21 Ιουλίου 1965. Το βράδυ συγκέντρωση της ΕΦΕΕ στα Προπύλαια. Μετά τις ομιλίες ξεκι­νάει η διαδήλωση. Κατεύθυνση η Βουλή. Χι­λιάδες φοιτητές και φοιτήτριες. Απίστευτο πάθος. Η Σταδίου τραντάζεται. «Δεν περνά­ει ο φασισμός». «Κάτω οι αυλόδουλοι». « Πάρ’ τη μάνα σου και μπρος, δε σε θέλει ο λαός».

«Κάτω η Φρίκη», «Δημοκρατία, δημοκρατί­α», «Εκλογές ελεύθερες».

Και το χιούμορ να μη λείπει. Θυμάμαι το πανό με την περίφημη παράφραση γνω­στού κινηματογραφικού έργου της εποχής: «ΠΡΑΚΤΩΡ 114 εναντίον δρος Νόβα». Η κεφαλή της διαδήλωσης φτάνει στο «Αττικόν». Η Σταδίου είναι γεμάτη μέχρι την Ομόνοια, η Πανεπιστημίου επίσης και κό­σμος ακόμα παραμένει στα Προπύλαια, όπου βρίσκεται το τέλος της μεγάλης πορείας. Στη γωνία Χρήστου Λαδά οι κλούβες έχουν κλείσει τη Σταδίου. Σε δεύτερη σειρά πίσω «αύρες» με δακρυγόνα.

Στην πρώτη γραμμή των διαδηλωτών μέλη του Κ.Σ. της ΕΦΕΕ και πιασμένοι σε αλυσί­δα φοιτητές και σπουδαστές της Αριστεράς. Πρώτος στους πρώτους ο Σωτήρης Πέ­τρουλας, 23 χρονών, φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής.

Αρχίζουν οι συζητήσεις και οι διαπραγμα­τεύσεις.

ΕΦΕΕ: «Θα περάσουμε, η διαδήλωση είναι αναφαίρετο δικαίωμα μας».

Αρχοντουλάκης (διευθυντής αστυνομίας τότε): «Δεν περνάτε, διαλυθείτε».

—   Θα περάσουμε.

—   Δεν θα περάσετε.

Τα συνθήματα δεν σταματούν στιγ­μή. Βρισκόμαστε η παρέα, η κολλητή, λίγο πιο πίσω στην τέταρτη ή πέμπτη σειρά της αλυσίδας. Ο Μίμης Μανωλάκος, η Αλέκα Δρόσου, η Νίτσα Λουλέ, η Κατερίνα Κωτσάκη, εγώ, ο Σπύρος Κάζος κ.ά. πιασμένοι απ’ τα χέρια. Και ξαφνικά, χωρίς καμία προειδο­ποίηση, πέφτουν δεκάδες δακρυγόνα και ξε­κινάει μια επίθεση απίστευτης αγριότητας από αστυνομικούς με φορεμένες τις μάσκες τις αντιασφυξιογόνες. Δεν βλέπουμε μπροστά μας. Η άσφαλτος γεμίζει διαδηλωτές. Κραυ­γές πόνου, αίματα, ξυλοκοπούνται αγόρια και κορίτσια. Γεμίζουν οι κλούβες και φεύγουν με τις σειρήνες να ουρλιάζουν. Στρίβω τρέχοντας στην Κοραή. Στη γωνία, στο πεζοδρό­μιο του Βιντζηλαίου τότε (το γνωστό ανθοπω­λείο), μια δεκάδα περίπου αστυφυλάκων έχουν ρίξει κάτω έναν διαδηλωτή και τον χτυπούν αλύπητα, όλοι μαζί. Περνάω τρέχοντας και τον αναγνωρίζω. Είναι ο Αντρέας Λεντάκης. Διαλυόμαστε στα γύρω στενά. Προσπαθού­με να ξανασυγκροτηθούμε, δεν τα καταφέρ­νουμε. Κατεβαίνω προς τα γραφεία της Νε­ολαίας Λαμπράκη στην Πειραιώς. Έχω χα­θεί με όλους τους άλλους. Στα γραφεία επι­κρατεί μεγάλη ανησυχία. «Πιθανόν να έχουμε νεκρό», ακούω. Ποιος είναι, ρωτάω. Φοβάμαι. Δεν έχω δει καθόλου στη διαδήλωση τον αδερ­φό μου. Τον είχα χάσει από τα Προπύλαια. Ανησυχώ. Τον Μπάμπη μάλλον τον έπιασαν, μου λένε. Ησυχάζω!!

Μετά από λίγο φτάνει η πρώτη πληροφορία. Ο νεκρός είναι ο Σωτήρης μάλλον, ο Σωτήρης Πέτρουλας. Σιωπή, πνιγμένοι λυγμοί. Περι­μένουμε όλοι κάτι νεότερο. Αργότερα η είδηση επιβεβαιώνεται. Ο Σωτήρης Πέτρουλας είναι νεκρός. Έμεινε εκεί, στο πεζοδρόμιο της Χρή­στου Λαδά, χτυπημένος από το δακρυγόνο.

Φεύγουμε για τα νοσοκομεία, να βρούμε τους χτυπημένους συντρόφους. Ο Λεντάκης, σοβαρά χτυπημένος, χειρουργείται. Τραυματί­ες εκατοντάδες. Θυμάμαι τραυματισμένους τον Μάκη Παπούλια, τη Νίτσα Λουλέ και άλλους.

Προσπαθούμε να μάθουμε πού βρίσκεται το νεκρό κορμί του Σωτήρη. Μέχρι το πρωί δεν είχα μάθει τίποτα, εγώ τουλάχιστον. Το πρωί με ειδοποιούν πως στο νεκροτομείο της οδού Μασσαλίας φρουρείται από δικούς μας εργά­τες η σορός του Σωτήρη. Το απόγευμα εκα­τοντάδες φοιτητές και εργάτες προσπαθούν να τον συνοδεύσουν μέχρι το σπίτι του. Η νεκρο­φόρα με κλούβες γύρω-γύρω αναπτύσσει ταχύτητα. Ο κόσμος τρέχει από πίσω με κραυ­γές: «Τούμπα, δολοφόνε».

Παρέα με εκατοντάδες συντρόφους του να τον θρηνούν με τραγούδια, ο Σωτήρης θα μείνει στο σπίτι του για να έρθει μαζί τους στη Μη­τρόπολη την επομένη. Μετά τον Γρ. Λαμπράκη, η Αθήνα όλη στους δρόμους, κηδεύει στις 23 Ιούλη τον άλλο μεγάλο νεκρό της. Τον Σω­τήρη Πέτρουλα, τον αγωνιστή νεολαίο, τον ερ­γαζόμενο φοιτητή, τον διανοούμενο φοιτητή, το παλικάρι με «τα γαλάζια μάτια που μας καλού­νε». Τον αποχαιρετούμε όλοι όσοι τον γνωρίσα­με, όσοι συνεδριάσαμε μαζί του, όσοι περπατή­σαμε μαζί του, όσοι τραγουδήσαμε παρέα του.

Τη μεγάλη νύχτα του Σωτήρη, συνελήφθησαν 400 περίπου. Προφυλακίστηκαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη για στάση κλπ. κλπ. 31 διαδηλωτές. Ανάμεσα τους ο Μπ. Λυκούδης, ο Καλλέργης, ο Π. Βερνάρδος κ.ά.

Τα χρόνια που πέρασαν είναι πολλά. Η μνή­μη ξεθωριάζει σχεδόν σε όλα, σχεδόν για όλα. Αλλά είναι κάποιες εικόνες, κάποια πρόσωπα, κάποιες στιγμές, κάποιες μέρες τόσο βαθιά χαραγμένες που είναι σαν χτεσινές. Έτσι χαραγμένες είναι για μένα, και για άλλους πολ­λούς φαντάζομαι, αυτές οι ανεπανάληπτες μέ­ρες του καλοκαιριού του ‘65 στους δρόμους της Αθήνας.

ΣΠΥΡΟΣ ΛΥΚΟΥΔΗΣ

Και ακολουθεί ο ήρωας του Μάριου Χάκκα. Αυτός που πια έχει συμβιβαστεί με τα μικροπράγματα που τον δένουν με την καθημερινότητα και τον “αποτρέπουν” από τους νέους αγώνες. Έχει αλλοτριωθεί, καθώς νιώθει χρέος του τη σωτηρία του ψαριού του, όχι όμως τον αγώνα για τη διάσωση της δημοκρατίας ή της αξιοπρέπειάς του. Το κείμενο αφήνει μια “γεύση” τραγικότητας, μια μομφή, μια διαμαρτυρία, όχι γι’ αυτούς που αλυσοδένουν τις συνειδήσεις και επιδιώκουν να βάλουν στο γύψο την ανθρώπινη σκέψη, αλλά γι’ αυτούς που κάποτε αγωνίστηκαν για τις ιδέες τους και τώρα προδίδουν, αποκαθηλώνουν τα ινδάλματά τους. Από το παρελθόν διατηρεί νοσταλγικές αναμνήσεις.
Αναστατωμένος από τα γεγονότα της ημέρας, συνεχίζει την περιπλάνησή του στους δρόμους της Αθήνας, ενώ στη σκέψη του αναδύονται διλήμματα και εναγώνια ερωτηματικά: πώς η δικτατορία θα πέσει; Αλλά η άτεγκτη φωνή της συνείδησης του απαντά: πώς θα πέσουν, εάν δεν θελήσουν ν’ αγωνιστούν οι Έλληνες; Πρέπει να πάει στο κέντρο της πόλης, όπου θα διαδραματιστούν γεγονότα, αλλ’ αυτός αισθάνεται ανήμπορος, ας πάνε οι νέοι, συνεχίζει μονολογώντας.

Επειδή νιώθουμε την επικαιρότητα και τη διαχρονικότητα των διλημμάτων που έβαλε στη συνείδηση του ήρωά του ο Μάριος Χάκκας, αφιερώνουμε το διήγημα που ακολουθεί σε όσους ακόμα αντιστέκονται, αλλά και σε όσους έχουν ακόμα συνείδηση – έστω και τσακισμένη, πληγωμένη.
Και ελπίζουμε οι συνειδήσεις να ξυπνήσουν και να ενεργοποιηθούν στον αγώνα για την Ανεξαρτησία και τη Δημοκρατία, για την προάσπιση των πανανθρώπινων αγαθών.

Το ψαράκι της γυάλας

Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δυο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος1 και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.

Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.

Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.

Σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ’ αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.

Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το ‘τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν’ αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν’ ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν’ αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.

Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη* του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.

Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».

Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ’ αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.

Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.

Ήταν ωραία ν’ ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν’ αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;

Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ’ αυτούς τώρα θα ‘ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.

Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ’ το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του ‘ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να ‘ναι θα πέσουν».

Τώρα όποιος θα ‘θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.

«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ’ αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ’ έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ’ αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;

«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».

Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του.

Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ’ τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ’ αποφάσισε.

— Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.

— Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν’ απαντήσει.

— Θα ‘χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;

— Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ’ έξω.

— Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ’ ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ’ αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ’ αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ’ έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι’ αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.

Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.

Έβγαλε το μαντίλι απ’ την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν’ αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ’ άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.

Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν. Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply