Από το Αρχείο Παληοτάκη Νο1

Ο Παληοτάκης όντας από την φύση του απαισιόδοξος ως προς τον ευατό του κυρίως, νομίζοντας ότι ο χρόνος της ζωής που του έχει απομείνει είναι λιγοστός αποφάσισε να ξεκινήσει μια ενότητα με δημοσιεύσεις  που θα προέρχονται από το πολύτιμο Αρχείο του.

Τα αρχεία αυτά θα είναι από το αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη, από το αρχείο των Λαμπράκηδων, του ΚΚΕ Εσωτερικού, του κινήματος Ειρήνης και Πολιτισμού, την Αδέσμευτη Κίνηση Ειρήνης και το Αρχείο της Ευρωβουλής.

Τα αρχεία αυτά θα παρουσιαστούν με χρονολογική σειρά. Οι αναρτήσεις θα είναι 1 φορά τον μήνα και θα είναι αριθμημένα σε συνέχειες με τον ίδιο τίτλο.

Σαν πρώτη ανάρτηση αυτής της ενότητας επέλεξα να δημοσιευθεί ένα γράμμα ενός φυλακισμένου μελλοθάνατου. Το γράμμα αυτό είναι το αποχαιρετιστήριο προς την οικογένεια του…

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Αναστάσιος Ζάννος, προσωπικός φίλος του Μίκη Θεοδωράκη. Μάλιστα ο Μίκης όταν πέθανε ο Ζάννος του αφιέρωσε και ένα δίσκο του…

Παληοτάκης

Θάλαμος μελλοθανάτων…. Αβέρωφ 24.6.48

Όταν θα πάρετε το γράμμα μου αυτό, δεν θα ζω.

Μην κλάψετε, όμως, καθόλου δεν ταιριάζουν κλάματα σε κείνους που πέφτουν για την πατρίδα και το λαό μας.

Από το αίμα το δικό μας θα μεγαλώσει το δένδρο της λευτεριάς και της ειρήνης. Ήταν λογική συνέπεια της ζωής μου ο θάνατος αυτός. Είμαι ευτυχής γιατί πέφτω όρθιος και δεν ζω σούρνοντας. Έτσι μας έμαθε κάποιος, του οποίου παιδιά είμαστε.

Στο θάλαμο αυτό, τώρα δα, είμαστε 27. Αν θα μπορούσατε να μας βλέπετε, δεν θα αισθανόσαστε τίποτα άλλο, παρά να τραγουδήσετε μαζί και να γελάσετε. Δεν είναι δυνατό να φανταστείτε τι καλαμπούρι γίνεται, σκετς, χορός, τραγούδια λαϊκά του αγώνα και άλλα.

Και όμως, σε 7 ώρες δεν θα ζει κανένας μας.

Μαμά, σε λάτρεψα, το ξέρεις, γι’ αυτό και προτίμησα τον τίμιο θάνατο. Όλα τα παιδιά μας ανάθρεψες με τίμιες αρχές, γι’ αυτό πρέπει να είσαι περήφανη. Σε κούρασα πολύ στη ζωή, στενοχωρηθήκατε πολύ, ίσως γι’ αυτό και συ μ’ αγάπησες πολύ.

Σε είχα κουράσει τόσο, μαμά, συγχώρεσέ με.

Μπαμπά, να είσαι περήφανος. Ξέρω πως θα αισθάνεσαι και συ. Σφίξε τα δόντια, κύττα μπροστά. Μπροστά, ψηλά.

Είναι το φως μου. Εσύ, όμως, κάτω, ήσουν πάντα παλληκάρι στη ζωή. Πάλαιψε, τώρα πια, για τ’άλλα παιδιά.

Σε σκέπτομαι σκεπτικό στο θάλαμό σου καπνίζοντας το ένα πίσω από τα άλλα τα τσιγάρα, μα που και που σφίγγεις τα δόντια, κράτα το δάκρυ και χανόμαστε.

Γιάννη μου, ίσως στη ζωή να μην αναλύσαμε βαθειά ο ένας τον άλλον. Τουλάχιστον δεν το εκδηλώσαμε. Είμαστε λίγο διαφορετικοί άνθρωποι, βλέπεις. Μα σε αγάπαγα πολύ, ξέρω τι έκανες για μένα και σ’ ευχαριστώ.

Άννα μου, θυμάσαι τι λέγαμε; Θέλει αίμα, ακόμα, πολύ το δένδρο της λευτεριάς. Ήξερα, τότε, ότι, το δικό μου αίμα θα το χρειαστεί. Δεν έκανα τίποτα άλλο, παρά το ελάχιστο καθήκον μου προς το λαό μας.

Δεν σε ξέχασα ούτε στιγμή. Δεν ξέρω, μα ήσουνα η συμπάθειά μου. Γειά σου, Αννούλα μου.

Στον Τατάκη μου θέλω να μιλάτε για το Τσιτσι του.

Μεγαλώστε τον όπως λέγαμε. Ματώσαμε τα πόδια, βάψαμε με αίμα το μονοπάτι, το μονοπάτι να γίνει δρόμος κι ο δρόμος λεωφόρος, για να βαδίσουν όλοι οι Τατάκιδες της Ελλάδας και όλου του κόσμου, χωρίς κόπο.

Ρωμεινίτσα μου, είσαι σπουδαίο κορίτσι, είχε κάτι το περίεργο παλληκαρίσιο, μου είχε κάνει εντύπωση η ευθύτητά σου. Καθαρό ποτάμι ήσουνα γ/’ αυτό και βρίσκεσαι εκεί που είσαι. Τώρα, μην ξεφύγεις καθόλου. Ο θάνατός μου ας σε ατσαλώσει. Έτσι δένεται το ατσάλι.

Κούλα μου, διακότττω λίγο γιατί ο Κουμπάρος μου με έκανε να σκάσω στα γέλια. Συνεχίζω. Ήσουνα η ιδιαίτερη αγαπημένη, τέτοια αδερφούλα είναι λίγο σπάνιο πράγμα. Δεν σου γράφω άλλο, γιατί εσύ με καταλαβαίνεις, δεν θα σου έγραφα. Σε σένα και στον Αντώνη αφήνω όλα τα βιβλία μου.

Αντωνάκη μου, πρόσεξε τη μαμά και το μπαμπά, όλους, εσύ πια είσαι το παλληκάρι του σπιτιού. Θέλω να πας, αν μπορέσεις, στο Πολυτεχνείο. Και, όχι, πολλές (Σκούπες), μια και καλή. Πρόσεξε. Πεθαίνω ευτυχής, γιατί ξέρω τι αφήνω πίσω μου. Σφίξε τα δόντια σου.

Υ.Γ. Αυτά που έγραψαν οι εφημερίδες ότι έγειρα στο τέλος της δίκης, είναι αισχρά ψέματα. Ξέρετε ότι ήμουνα όρθιος σ’ όλη τη δίκη – ο ίδιος.

Είμαι υποχρεωμένος να σταματήσω. Αυτή τη στιγμή θυμάμαι όλους σας, θεία, θείους, γιαγιά, Κουλίτσα, Τάκη, γνωστούς φίλους.

Γειά σας – Γειά σας

Έχετε γειά Μην κλάψετε Καθόλου

Αναστ. Ζάννος

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply