Ο,ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΘΝΙΚΟ, ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ…

Διάβασα τις τελευταίες μέρες την επιστολή που έστειλε ο Μίκης στον Θεοδωρακισμό. Ταράχτηκα. Συγκλονίστηκα. Και ένιωσα πόσο πολύ κοπιάσαμε, αλλά και πόσο βαθιά πονέσαμε.

Βαθιά η πίκρα του Μίκη και όχι άδικα. Πρόσφερε – κι αυτός και η γενιά μας – πάρα πολλά. Το πιστεύω ακράδαντα. Και τα χρόνια περνούν – και, πιστέψτε με – περνούν ταχύτατα, ειδικά όταν βρίσκεσαι κοντά στο τέρμα, όπως περνούν οι μήνες όταν από βρέφος γίνεσαι νήπιο. Και η δικαίωση αργεί…. Κι όσο κι αν αισθάνεσαι ότι εσύ το έκανες το χρέος απέναντι στην κοινότητα και απέναντι στον εαυτό σου, δεν μπορείς να αποφύγεις την πίκρα που ακολουθεί το άδικο και την προδοσία. Όσο κι αν έχεις συγχωρήσει αυτούς που πρόδωσαν, αυτούς που σε πίκραναν, αυτούς που δεν κατάλαβαν και φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, αυτό καθαυτό το γεγονός δεν διαγράφεται ποτέ και μένει σαν μια πληγή που όλο και πυορροεί…

Ο Μίκης έχει νιώσει πολύ έντονα και την προδοσία. Γιατί και το βεληνεκές της προσωπικότητάς του και του έργου του ήταν και είναι τεράστιο. Και όσο πιο μεγάλος είσαι τόσο πιο μόνος νιώθεις. Εξαίρεση δεν μπορούσε να αποτελέσει κι ο Μίκης, πόσω μάλλον που «δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις», απ’ όπου κι αν αυτές προέρχονταν.

Αφορμή γι’ αυτό το ξέσπασμα του Μίκη ήταν τα «προδομένα έργα» του, προδομένα από τους συντελεστές τους, τους ερμηνευτές, αλλά και από τις εταιρίες και από την εκάστοτε εξουσία – είτε την κυβερνητική είτε των Μέσων που διαχειρίζονται την ενημέρωση και την πληροφορία.

Αντιγράφω αποσπάσματα από αυτή την επιστολή του – που ολόκληρη μπορείτε να τη διαβάσετε στον Θεοδωρακισμό – και θα εκφράσω κι εγώ στη συνέχεια τις δικές μου σκέψεις και τις δικές αγωνίες, τώρα που πλησιάζουμε στο τέρμα της ζωής μας και οι δυο.

Διάβασα, λοιπόν, με αφορμή τον αποκλεισμό των έργων του – ειδικά κατά τη δεκαετία του ’80 αλλά και μέχρι σήμερα:

«Ο Χίτλερ είχε δώσει την ονομασία BARBAROSSA στην εκστρατεία του κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Οι δικοί μου διώκτες ήταν απλώς ΒΑΡΒΑΡΟΙ. Και θα ήταν τραγικό λάθος να θεωρηθούν οι αποκαλύψεις μου αυτές σαν διαμαρτυρίες ενός απογοητευμένου ιδιοκτήτη. Γιατί δεν είχα ποτέ σχέσεις ιδιοκτησίας με το δημιουργικό έργο. Το θεωρούσα τμήμα μιας εθνικής, θα έλεγα, προσπάθειας, με στόχο την πολιτισμική αναγέννηση της πατρίδας μας. Γι’ αυτό πιστεύω ότι τα έργα που χτυπήθηκαν τόσο σκληρά και βάρβαρα και από πάνω (Κράτος, Εταιρίες) και από κάτω (συνεργάτες, ερμηνευτές) ταυτόχρονα, ήταν μια φυσική προέκταση της Άνοιξης του ’60 και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο υπήρξαν ένα από τα κύρια θύματα των δυνάμεων της διαφθοράς, που οδήγησαν τη χώρα και τον λαό στο απόλυτο ΜΗΔΕΝ. Πιστεύω ακράδαντα ότι εάν κατάφερναν να σταθούν όρθια στο μηδενιστικό τσουνάμι τα καλά τραγούδια της δεκαετίας του ‘60 θα είχαν ίσως συμβάλει ώστε να υπάρξουν μέσα από τον ίδιο το λαό ψυχικές και ηθικές αντιστάσεις ικανές να ματαιώσουν την πορεία προς την καταστροφή. Έχουν άραγε σήμερα αντιληφθεί οι συνεργάτες μου το μεγάλο τους λάθος απέναντι στον πολιτισμό, τον λαό αλλά και τον εαυτό τους;

Πρέπει να πω ότι σήμερα δεν έχουν όλα αυτά την παραμικρή σημασία για μένα. Ό,τι ήταν να κάνω, το έκανα. Και όσα είχα να δώσω, τα έδωσα. Τι σημασία μπορεί να έχει αν ορισμένοι δεν κατάλαβαν τις πράξεις μου και αν άλλοι δεν θέλησαν να πάρουν όσα τους πρόσφερα; Για να μείνω στον τομέα του ελληνικού τραγουδιού, θα πρέπει να πω ότι τις τελευταίες δεκαετίες έζησα μέσα σε ένα τραγέλαφο. Απ’ τη μια όλοι φώναζαν ότι δεν γράφονται πια τραγούδια και ότι αυτά που παίζονται νυχθημερόν στην τηλεόραση και στα ραδιόφωνα είναι σκουπίδια, ενώ από την άλλη εγώ τους πρόσφερα αδιάλειπτα νέα τραγούδια. Εάν πίστευαν ότι και τα δικά μου ήταν σκουπίδια, τότε γιατί δεν τα έπαιζαν μαζί με τα υπόλοιπα; Ήταν όμως ποτέ δυνατόν ποιητές όπως ο Ρίτσος, ο Ελευθερίου, ο Αναγνωστάκης, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και άλλοι με την ίδια αξία να γράφουν σκουπίδια; Και να τραγουδούν σκουπίδια η Φαραντούρη, η Γαλάνη, ο Νταλάρας, η Δημητριάδη, ο Μητσιάς, ο Γαϊτάνος, ο Παπακωνσταντίνου, ο Μωραϊτης, ο Λέκας, ο Κόκοτας, ο Μητροπάνος;»

Διαβάζω επίσης, λίγο παρακάτω, λόγια πικρά για τους συνεργάτες και τα «προδομένα» τραγούδια, που δεν έφθασαν στο κοινό, για να κριθούν απ’ αυτό, όπως και τα μεγάλα τραγούδια που κινητοποίησαν τους νέους και τους μεγαλύτερους στη δεκαετία του ’60, αλλά και στη διάρκεια της Δικτατορίας και μετά:

«Ο πίνακας των τραγουδιών που έγραψα για τον ελληνικό λαό και μάλιστα σε μια δύσκολη περίοδο όπως αποδεικνύεται σήμερα, στην οποία κυριαρχούσε η διαφθορά και το γενικευμένο ψέμα, δεν κρίθηκαν από τον ελληνικό λαό, γιατί δεν έφτασαν ποτέ στον ελληνικό λαό που τα είχε τόση ανάγκη. Εκτός και αν κάποιοι κατάφεραν να τον μεταλλάξουν, να τον κάνουν κάτι άλλο για να τον οδηγήσουν εκεί που τον οδήγησαν. Θέλω όμως, επειδή έχω τη συνείδησή μου ήσυχη, να δείξω το μέγεθος της προσφοράς μου, που ταυτόχρονα δείχνει και το μέγεθος της περιφρόνησης και της απόρριψης που συνέτεινε ώστε ψυχολογικά να έχω ήδη γυρίσει την πλάτη σε μια ζωή και σε ένα κόσμο τόσο κακό και αχάριστο, που πιστεύω ότι ούτε ο θάνατος δεν θα με κάνει να τον ξεχάσω.»

Κλείνοντας την επιστολή του, η πίκρα ξεχειλίζει και η συνείδηση της πραγματικότητας είναι κυρίαρχη:

«Στη ζωή μου προσπάθησα να θέτω πάντοτε και πάνω απ’ όλα την τάξη της Ηθικής. Για τον λόγο αυτό δεν συγχωρώ ούτε στον εαυτό μου αλλά ούτε και στους άλλους προσβολές ηθικής τάξεως.
Έτσι η στάση όλων αυτών των ευεργετηθέντων από την παρουσία, την στάση και το δημιουργικό μου έργο στον χώρο της ελληνικής μουσικής και ειδικά του τραγουδιού, δεν αποτελεί μόνο μνημείο αχαριστίας αλλά και ηθική προσβολή απέναντί μου όπως και απέναντι στο ελληνικό τραγούδι και στον ελληνικό λαό.
Δεν μπορώ να γνωρίζω τα κίνητρά τους. Όποια όμως και αν ήταν αυτά, τους θεωρώ όλους συνυπεύθυνους στην προσπάθεια φίμωσης του έργου μου, ειδικά στην κρίσιμη εικοσαετία 1980-2000, που με βύθισε σε μια απερίγραπτη προσωπική τραγωδία. Μια εικοσαετή καταδίκη πορείας στην έρημο Σαχάρα για ποιον; Για μένα, που τους πρόσφερα τόσο απλόχερα και γενναιόδωρα τόσα και τόσα κρυστάλλινα νερά και καταπράσινες οάσεις.

Με πλήγωσαν. Αυτή είναι η λέξη που θα ήθελα να γράψω με πύρινα γράμματα τώρα, δυο βήματα πριν από το μνήμα που με περιμένει.

Μίκης Θεοδωράκης»

Η επιστολή αυτή με έκανε να πάρω γρηγορότερα το θάρρος και να εκφράσω σκέψεις και αγωνίες που με βασανίζουν λίγα χρόνια τώρα, ιδιαίτερα όταν άρχισα να διαπιστώνω και στον εαυτό μου την κόπωση των χρόνων που κουβαλώ στην πλάτη μου, αλλά και όταν συνειδητοποίησα πως και ο «ΨΗΛΟΣ» της καλλιτεχνικής και της πολιτικής ζωής μας είναι πια όχι μόνο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ και ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ αλλά και μεγάλος στην ηλικία.

Όσο συνειδητοποιούσα, λοιπόν, τα χρόνια που μας επισκέπτονταν και μας βάραιναν αδυσώπητα αφήνοντας ανεξίτηλα τα σημάδια τους, όσο έκανα τον προσωπικό απολογισμό της ζωής και της δράσης μου, όλο και περισσότερο με απασχολούσε η τύχη του έργου του Μίκη.

Ως προσωπικός συνεργάτης του επί χρόνια, τότε στη δεκαετία του ’60, αλλά και μετά, όταν παλεύαμε για τον πολιτισμό και την πολιτική, για έναν καλύτερο κόσμο και πιστεύαμε βαθιά σ’ αυτό τον ωραίο αγώνα που δίναμε, είχα από παλιά διαπιστώσει πόσοι άνθρωποι κινούνταν καιροσκοπικά γύρω του. Πολλοί από αυτούς αποζητούσαν την προσωπική προβολή τους, απομυζούσαν και έπαιρναν ό,τι μπορούσαν από την ικμάδα του Μίκη, και πρόδιδαν… από τότε ακόμη… Πρόδιδαν την πίστη που έδειχνε, πρόδιδαν την αγάπη του για την Τέχνη και την Πατρίδα, γι’ αυτόν τον λαό που τόσο αγάπησε τον Μίκη και τον αγάπησε κι αυτός.

Όπως κι ο ίδιος ο Μίκης λέει στο γράμμα του, αυτή η προσφορά του ήταν μια προσπάθεια εθνική με στόχο την πολιτισμική αναγέννηση της Πατρίδας. Αυτό δεν έγινε κατανοητό – ούτε τότε, αλλά ούτε και τώρα.

Χρησιμοποιώντας και πάλι τα λόγια και τον προβληματισμό του, καθώς μ’ αυτόν αντρωθήκαμε στη δεκαετία του ’60 οι Λαμπράκηδες, υποστηρίζω κι εγώ και πιστεύω ακράδαντα ότι ο Μίκης δεν είναι πια ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ των έργων του. Το έργο του στόχευε στην ανάταση του Λαού και του Έθνους, «προπαγάνδιζε» μια μεγάλη ειρηνική επανάσταση, που – αν είχε γίνει – ίσως δεν θα ζούσαμε σήμερα την ηθική, πολιτική, οικονομική και εθνική κατάπτωση που βιώνουμε.

Επομένως, το έργο του ανήκει σ’ όλο τον Λαό. Είναι εθνική κληρονομιά, που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί κανένας ιδιώτης, κανένας μοναχικός κληρονόμος. Συζητώντας μ’ ένα οικείο πρόσωπο, συμφωνήσαμε στη διαπίστωση ότι «το μέλλον του έργου του και η πνευματική κληρονομιά του είναι τόσο σπουδαία και μεγάλα, που δεν μπορούν να περάσουν από έναν άνθρωπο, όποιος κι αν είναι αυτός».

Το ίδιο είχα αρχίσει να διαμορφώνω ως άποψη μέσα μου κι εγώ, από τότε που άρχισαν τα σοβαρά προβλήματα υγείας, εδώ κι ένα περίπου χρόνο. Είχα βαθιά και στέρεα την πεποίθηση ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα είδος Ιδρύματος με την επωνυμία του Μίκη Θεοδωράκη. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει στην άποψη ότι το έργο και η προσφορά του Μίκη στον ελληνικό και παγκόσμιο πολιτισμό είναι πολύ μεγάλη και σημαντική για όλο τον κόσμο – πόσω μάλλον για την Ελλάδα και το λαό μας και την ιστορία του – που δεν μπορούν να αφεθούν στην τύχη τους ούτε στη διαχείριση ανθρώπων, που φάνηκαν ή μπορεί να φανούν μικρότεροι και ανεπαρκέστεροι του εύρους του Θεοδωρακικού έργου. Όταν ένα έργο και μια προσωπικότητα είναι παγκόσμιου βεληνεκούς, όπως είναι ο Μίκης και η προσφορά του, τότε είναι πολύ λίγο και ανάξιο του έργου και της αξίας του να περάσουν τα πνευματικά δικαιώματα σ’ ένα μόνο πρόσωπο, ίσως ανίκανο να τα διαχειριστεί και να κατανοήσει τη σημασία της προσφοράς ή να μοιραστούν με ποσοστά σε όλους όσους τα δικαιούνται: παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα κλπ.

Ο Μίκης, με μεγάλη διορατικότητα, έβλεπε ποιοι τον πρόδιδαν: είτε πρόσωπα ήταν αυτά είτε μηχανισμοί. Μπορεί να λειτουργούσε, συχνά, παρορμητικά. Αλλά τυφλός ποτέ δεν υπήρξε. Γνώριζε καλά ποιοι φώλιαζαν στον κόρφο του και ποιοι απομυζούσαν τις δικές του, ανεξάντλητες, δυνάμεις.

Έφτασε, όμως, και γι’ αυτόν η στιγμή που ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει για την «πληγή που στο στήθος του ανοίγει πάλι». Αυτή την πληγή δεν πρέπει να την αφήσουμε να πυορροεί. Το συντομότερο δυνατό πρέπει να βρεθεί μια λύση για τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του.

Τα χρήματα των πνευματικών δικαιωμάτων προέρχονται από τον ελληνικό λαό αλλά και από όσους τον αγαπούν και λατρεύουν τη μουσική του σε όλο τον κόσμο και θα πρέπει να γυρίσουν πάλι σ’ αυτούς μέσα από τη δημιουργία ενός ιδρύματος με τη μορφή που το φαντάζομαι. Μέσα από τις εισπράξεις των δικαιωμάτων των τραγουδιών και των εκδηλώσεων θα ανακυκλώνεται η «περιουσία» του Μίκη και θα γίνεται κτήμα αυτών που πραγματικά τον πίστεψαν ως άνθρωπο, πολιτικό, καλλιτέχνη, δημιουργό και αγωνιστή στο πλευρό πάντα του απλού λαού και των ονείρων του.

Εάν τυχόν ο Μίκης υποχωρήσει στη συναισθηματική πίεση που του γίνεται – καθόσον μάλιστα ο άνθρωπος γίνεται πιο ευαίσθητος και ευάλωτος συναισθηματικά καθώς γερνάει – και περάσουν τα δικαιώματα σε άτομα ανίκανα να τα διαχειριστούν και να κατανοήσουν την ευρύτητα του έργου και της προσωπικότητας του Μίκη, εγώ θα είμαι τελείως αντίθετος.

Επομένως, τώρα που έχει ακόμα τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις, μπορεί να βρει 5/6 ικανούς ανθρώπους – νομικούς, ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου, πνευματικούς ανθρώπους – που να αναλάβουν την πραγματοποίηση αυτού του εγχειρήματος και τη διαχείρισή του. Μέσα σ’ αυτούς πρέπει οπωσδήποτε να είναι άτομα έμπιστα και αγαπημένα, σταθερά στις αξίες και τα οράματα που πίστεψε και για τα οποία αγωνίστηκε ο Μίκης.

Και, φυσικά, θέλει πολλή προσοχή στην επιλογή ατόμων από τον καλλιτεχνικό χώρο, που τόσο ευάλωτος αποδεικνύεται στις κάθε είδους πιέσεις, στην κοινωνική προβολή και στο χρήμα…

Ίσως φανεί πως έχω περισσό θράσος, όταν τολμώ να «αγγίξω» «προσωπικά ζητήματα» μιας προσωπικότητας τέτοιου βεληνεκούς, όπως ο Μίκης.
Δεν θα συμφωνήσω με όσους το υποστηρίξουν. Η πληγωμένη και προδομένη γενιά μας και το έργο του Μίκη δεν πρέπει να βρεθούν στα χέρια αδαών, που θα τα αξιοποιήσουν μουσειακά ή που θα επιδιώξουν να αποκομίσουν κέρδη σε περιουσιακά στοιχεία. Η πνευματική περιουσία του Μίκη πρέπει να γυρίσει στο Λαό, από όπου και ξεκίνησε. Και πρέπει να διδάξει το Λαό, όπως ήταν και ο στόχος του Μίκη.

Ως Λαμπράκης, ως συνοδοιπόρος, ως άνθρωπος που έδωσε κομμάτι της ζωής του – και συνεχίζω ακόμα – γι’ αυτόν τον ωραίο αγώνα και γι’ αυτόν τον ωραίο αγωνιστή, απαιτώ να μην αισθανθεί πληγωμένος και προδομένος, τώρα που τα χρόνια βαραίνουν στην πλάτη του.

Η φράση με την οποία κλείνει την επιστολή του θα είναι και η δική μου κατακλείδα, στο μέτρο των δικών μου συναισθημάτων:

«Με πλήγωσαν. Αυτή είναι η λέξη που θα ήθελα να γράψω με πύρινα γράμματα τώρα, δυο βήματα πριν από το μνήμα που με περιμένει.»

Η πληγή αυτή να γίνει λάκτισμα για ένα νέο έργο πνοής… Γιατί ο Μίκης ήταν και είναι ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ και στέκεται πάντα πάνω από το ιδιωτικό. Η δική μας γενιά μεγάλωσε πιστεύοντας περισσότερο στην κοινωνική προσφορά, θυσιάσαμε γι’ αυτό – πολλοί από εμάς – στιγμές οικογενειακές. Αρκετοί από εμάς πληρώνουμε ακόμη το τίμημα της κριτικής γι’ αυτή την επιλογή μας.

Πικραθήκαμε, πονέσαμε, προδοθήκαμε. Είναι αλήθεια όλα αυτά. ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΙΩΣΑΜΕ. Και – όσο κι αν κάνουμε οργισμένη κριτική στη σημερινή πολιτική αθλιότητα, όσο κι αν γινόμαστε συχνά γραφικοί, όσο κι αν φαντάζουμε εκτός πραγματικότητας – είμαστε όμως πάντα έτοιμοι και διαθέσιμοι να ξαναμπούμε σ’ ένα αγώνα τίμιο κι ωραίο.

Παρά τα χρόνια που μας βαραίνουν, νιώθουμε πάντα «σαν έτοιμοι από καιρό, σαν θαρραλέοι, σαν που ταιριάζει σ’ εμάς» ν’ αξιωθούμε ν’ αναλάβουμε και πάλι το ΙΕΡΟ ΧΡΕΟΣ ΝΑ ΑΝΑΣΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΗΣ.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply