Όταν η μυθιστορία γράφει ιστορία που μιλά μες στις καρδιές μας

Σήμερα δημοσιεύουμε ένα αφιέρωμα στο Γρηγόρη Λαμπράκη. Η πηγή μας είναι το μυθιστόρημα της ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΦΑΚΙΝΟΥ.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος: “ΕΡΩΣ, ΘΕΡΟΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ”.
Όσοι δεν το έχετε διαβάσατε, αφιερώστε του το χρόνο, το μυαλό και το συναίσθημά σας. Πιστεύουμε ότι θα δικαιώσετε την προτροπή μας.

Παληοτάκης

Με μεγάλη χρονική καθυστέρηση διαβάσαμε το μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου με τίτλο «ΕΡΩΣ, ΘΕΡΟΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ».

Μας άγγιξε βαθιά. Γραφή μεστή, χαρακτήρες που σου μιλάνε στο μυαλό και στο συναίσθημα, εμπειρίες που σου μεταδίδονται και σε κάνουν πιο πλούσιο συναισθηματικά και ιστορικά.
Είναι ένας άλλος τρόπος να γράφεις ιστορία, ο τρόπος της μυθιστορηματικής γραφής.
Βρήκαμε αναφορές στο Γρηγόρη Λαμπράκη, η ζωή και η δράση του οποίου αλλά και η δολοφονία του από το παρακράτος ενέπνευσαν τη νεολαία της εποχής και οδήγησαν στη δημιουργία της Νεολαίας Λαμπράκη.
Είναι γνωστό ότι από την ιστοσελίδα μας και το blog των Λαμπράκηδων κάνουμε μια ειλικρινή και φιλότιμη προσπάθεια να διασώσουμε τη μνήμη των αγώνων της Νεολαίας Λαμπράκη και να ζωντανέψουμε τα αδικαίωτα ακόμη και σήμερα αιτήματα της προμηθεϊκής αυτής γενιάς.

Τα αποσπάσματα που επιλέξαμε, με λίγα λόγια και μέσα από τη ζωή της πρωταγωνίστριας και της οικογένειάς της, αποτυπώνουν το γιατί ο Λαμπράκης αγαπήθηκε από τους απλούς ανθρώπους κάθε ιδεολογίας, το γιατί ο θάνατός του συγκίνησε, εξόργισε και κινητοποίησε χιλιάδες νέων.
Το παράδειγμα της ζωής του, ο αλτρουισμός του, η προσφορά στο συνάνθρωπο αποτυπώνονται λιτά στα αποσπάσματα.
Ίσως να χρειάζεται να ξανασκύψουν στο παράδειγμα της ζωής του οι σημερινοί «αριστεροί» ηγέτες μας και να αναθεωρήσουν την εικόνα που προβάλλουν χωρίς αιδώ προς τα έξω, αλλά κυρίως να ξαναμελετήσουν την αριστεροσύνη της ζωής του και να την αναμετρήσουν με την “αριστεροσύνη” της δικής τους ζωής…

Το πρώτο απόσπασμα είναι η πρώτη γνωριμία της έφηβης ηρωίδας με τον γιατρό Γρηγόρη Λαμπράκη, όταν η μητέρα της γέννησε την αδελφή της στην κλινική του Λαμπράκη.
Ακολουθεί το απόσπασμα:

«Φτάσαμε στην κλινική κι όρμησα στο δωμάτιο που είχαν τη μάνα μου. Την πήρα αγκαλιά και την φιλούσα. Μου έδειξαν και το μωρό. Ασχημούτσικο μου φάνηκε και με σουφρωμένα χείλη. Κάτι στο ύφος μου υποψίασε το γιατρό, που ήταν παρών στη συνάντηση. Με πήρε από το χέρι του και με πήγε στο γραφείο του. Ήταν ένας ωραίος μελαχρινός άντρας. Δε θυμάμαι τι είπαμε. Θυμάμαι όμως ότι με γοήτευσε, όπως συνέβαινε με όλες τις γυναίκες όλων των ηλικιών. Ήταν ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Εκείνη την εποχή ήταν γνωστός για τις αθλητικές του επιδόσεις στο άλμα εις μήκος και ήταν ήδη υφηγητής Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο. Ήταν φίλος του θείου μου, του πατέρα της αγαπημένης μου ξαδέλφης, εκείνου του χαρισματικού γυμναστή που ήξερε τις πολλές γλώσσες. Τα πολιτικά φρονήματα του γιατρού, που ο θείος μου ασφαλώς γνώριζε, δεν τον εμπόδισαν να του εμπιστευτεί τη γυναίκα του όταν ήταν να γεννήσει. Πάντως, με δεδομένο το κλίμα της εποχής, ήταν απορίας άξιο πώς οι άντρες της οικογένειάς μου, δεξιοί και βασιλόφρονες όλοι τους, είχαν τόσο καλές σχέσεις με τον αριστερό γιατρό.
Δε θυμάμαι τι είπαμε σ’ εκείνη την πρώτη συνάντηση, αλλά θυμάμαι πολύ καλά ότι φώναξε μια νοσοκόμα και της είπε να μου ετοιμάσει μια φρυγανιά με βούτυρο. Έτσι με κέρδισε ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Με μία φρυγανιά βουτυρωμένη. Θα τον συναντούσα πολλές φορές στο μέλλον. Στην τελευταία αυτός θα ήταν ακίνητος στο φέρετρο.»

Ακολουθεί το δεύτερο απόσπασμα, όπου αναφέρεται στην προσφορά του γιατρού Λαμπράκη και πάλι, προς την έφηβη ηρωίδα αυτή τη φορά, όταν κινδύνεψε η ζωή της μετά από επιπλοκές από μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας.
Στο απόσπασμα αποτυπώνεται ο θαυμασμός της ηρωίδας για τον πολιτικό διανοούμενο της Αριστεράς, τον γιατρό, τον αθλητή Λαμπράκη. Θα συμπληρώναμε ότι αυτός ο θαυμασμός ήταν δικαιολογημένος, γιατί είχαμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο που η όλη του παρουσία ήταν η αποτύπωση της δημιουργικότητας, της προσφοράς στο συνάνθρωπο, κοντολογίς έκανε πράξη αυτό που θα περιμέναμε από έναν αριστερό αγωνιστή.

«Εξαιτίας κάποιων επιπλοκών από την περιπετειώδη εκείνη εγχείρηση, χρειάστηκα τις συμβουλές του γιατρού μας Γρηγόρη Λαμπράκη. Πήγα δυο τρεις φορές στη γνωστή κλινική της οδού Πατησίων. Έκανα τις εξετάσεις που έπρεπε –και που επιβεβαίωσαν την αισιοδοξία του γιατρού ότι δε συνέβαινε κάτι κακό- και πιάναμε την κουβέντα. Με τις ώρες και για διάφορα θέματα. Μου μιλούσε για το χωριό του την Κερασίτσα Αρκαδίας, τη γνωριμία του με το μεγάλο μου θείο και πώς είχε στενοχωρηθεί όταν εκείνος πέθανε από συγκοπή το 1957, ενώ ήταν στο κολυμβητήριο με το χρονόμετρο στο χέρι. Μου έλεγε για το μεγάλο πεδίο που ανοιγόταν στη θεραπεία με τις ορμόνες και μου χάρισε έναν τόμο που μόλις είχε εκδώσει σχετικά. Μου έδειχνε τη φωτογραφία του γιου του και της γυναίκας του και καμάρωνε. Πολιτικά δε συζητήσαμε ποτέ, αν και θα ήθελα πολύ.
Τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, το 1961 –στις εκλογές που αργότερα ονομάστηκαν «της βίας και της νοθείας», επειδή ψήφισαν τα δέντρα και οι πεθαμένοι, και διακοσιοι δεκαοχτώ χωροφύλακες που δήλωσαν το ίδιο σπίτι ως μόνιμη κατοικία- ο Γρηγόρης Λαμπράκης εκλέχθηκε βουλευτής Πειραία με το Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο, που ανήκε στο συνασπισμό της ΕΔΑ. Η ΕΡΕ είχε πάρει ποσοστό 55,77%, η Ένωση Κέντρου 33,7% και η ΕΔΑ 14,6%. Λίγες μέρες μετά τις εκλογές ο Γεώργιος Παπανδρέου κήρυξε τον Ανένδοτο Αγώνα, που θα τον καθιστούσε λαϊκό ηγέτη και θα τον έφερνε στην εξουσία δύο χρόνια αργότερα.
Το σπίτι μας είχε διχαστεί πολιτικά. Ο πατέρας μου κι ο θείος μου παρέμεναν πιστοί στην ΕΡΕ, αλλά η μητέρα μου είχε προσχωρήσει στην Ένωση Κέντρου. Όσο κι αν προσπαθούσαν οι άντρες να την πείσουν και να της αλλάξουν μυαλά, δεν το κατάφεραν.»

Το απόσπασμα που αρχικά μας κινητοποίησε για αυτό το αφιέρωμα είναι αυτό που ακολουθεί. Πρόκειται για την κηδεία του Λαμπράκη στην Αθήνα.
Τόσο η είδηση της δολοφονικής απόπειρας όσο και του θανάτου του Λαμπράκη, τέσσερις μέρες μετά, συγκλόνισε την ηρωίδα αλλά και χιλιάδες απλώς ανθρώπων που τον συνόδεψαν στον τελευταίο του αγώνα.
Κι ήταν αυτός ο αγώνας που έδωσε θάρρος στη συντηρητική μάνα της να την ακολουθήσει στο σταθμό, να την «καλύψει» όταν θα πήγαινε στην κηδεία δίνοντάς της χρήσιμες οδηγίες. Αλλά και ο δεξιός πατέρας της έδειξε κατανόηση και ανοχή.
Ο θάνατος του Λαμπράκη και το παράδειγμα της ζωής του άγγιξε τον ελληνικό λαό, στο σύνολό του θα λέγαμε. Αυτός ενέπνευσε χιλιάδες νέων, μέχρι να μας τσακίσουν η δικτατορία, οι κύκλοι που απεργάζονταν την πολιτική ανωμαλία και την αποσταθεροποίηση, αλλά και η κομματική νοοτροπία που θέλησε να ποδηγετήσει το μεγάλο αυτό κίνημα.

Διαβάζουμε μαζί τη διήγηση της Ευγενίας Φακίνου.

«Ήταν Άνοιξη του ’63 και πήγαινα στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Διάβαζα τον Δόκτορα Ζιβάγκο του Μπόρις Πάστερνακ, που είχε πάρει το Νόμπελ λογοτεχνίας του 1958. Μάλωνα με την αγαπημένη μου φίλη, που το χαρακτήριζε «σκουπίδι» κι έβριζε τον Πάστερνακ ως «προδότη της πατρίδας του». Δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να ισχύουν τέτοιοι όροι για ένα πνευματικό έργο. Ήταν η πρώτη μας φιλονικία. Θα ακολουθούσαν κι άλλες. Εκείνη πειθαρχούσε στη «γραμμή», ενώ εγώ είχα διαρκώς αντιρρήσεις.
Εκείνη τη χρονιά περνούσα μεγάλες αγωνίες. Τι θα έκανα όταν θα τελείωνα. Η μάνα μου με πίεζε να πάω να γίνω σχεδιάστρια, όπως είχε κάνει κι ένας ξάδελφός μου κι είχε βρει αμέσως δουλειά. Αρνιόμουν πεισματικά. Δε μ’ ενθουσίαζε η ιδέα να τραβάω συνέχεια ευθείες γραμμές και ν’ αντιγράφω ηλίθια σχέδια ηλίθιων πολυκατοικιών, που ξεφύτρωναν με τρελούς ρυθμούς στην Αθήνα.
Στην Κυψέλη οι μικρές μονοκατοικίες έπεφταν η μία μετά την άλλη. Μια νέα λέξη κυριαρχούσε στο λεξιλόγιο των απλών ανθρώπων: αντιπαροχή.
Εμείς μέναμε με ενοίκιο και δε μας αφορούσε άμεσα αυτή η κατάσταση. Μόνο όταν ο σπιτονοικοκύρης μας θ’ αποφάσιζε να το δώσει, τότε θα βλέπαμε τι θα κάναμε. Το όνειρο της μάνας μου ήταν ν’ αποκτήσει ένα δυάρι σε πολυκατοικία. Κι αγωνιζόταν με μεγαλύτερο ζήλο απ’ ό,τι πριν για να το καταφέρει.

Σαν βόμβα έπεσε στο σπίτι μας στις 22 Μαΐου η είδηση ότι ο Γρηγόρης Λαμπράκης –ο δικός μας, ο γιατρός μας- χτυπήθηκε από παρακρατικούς στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια μιας εκδήλωσης που γινόταν εκεί για την ειρήνη.
Αγόρασα από ένα μακρινό περίπτεροτην εφημερίδα Τα Νέα, τη δίπλωσα για να μη φαίνεται η πρώτη σελίδα και την έφερα στο σπίτι. Διαβάσαμε όλα τα ρεπορτάζ και τις ανταποκρίσεις. Η μάνα μου έβριζε τον Καραμανλή κι ο πατέρας μου με το θείο μου δεν έβγαζαν κουβέντα. Γνώριζαν τόσο καλά το γιατρό κι έβρισκαν άδικο αυτό που του είχε συμβεί.
Τα ονόματα του Γκοτζαμάνη και του Εμμανουηλίδη, των δύο που χτύπησαν με το τρίκυκλο τον Λαμπράκη, τα έμαθε πια όλος ο κόσμος. Το ίδιο και του «Τίγρη», του ανθρώπου που πήδησε στο τρίκυκλο, καταστρέφοντας ολόκληρο το σχέδιο του δήθεν «τροχαίου ατυχήματος».
Ο Λαμπράκης παρέμεινε σε κώμα τέσσερις ημέρες και πέθανε στις 27 Μαΐου, στη μία και είκοσι εφτά το πρωί.
Η Κυβέρνηση Καραμανλή αρνήθηκε να δώσει άδειες στις εφημερίδες να βγάλουν παραρτήματα και να μεταδώσουν την είδηση εκτάκτως. Μάθαμε απ’ την εφημερίδα ότι η σορός του Λαμπράκη θα μεταφερόταν σιδηροδρομικώς στην Αθήνα και ότι θα επέτρεπαν να εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στον Άγιο Ελευθέριο δίπλα στη Μητρόπολη.
«Θα πάω στην κηδεία», δήλωσα κατηγορηματικά.
Ο πατέρας μου κι ο θείος μου άρχισαν να μου αραδιάζουν επιχειρήματα και να μου εξηγούν γιατί δεν έπρεπε να πάω. «Θα γίνουν επεισόδια», «Θα χαρακτηριστείς ως κομουνίστρια και δε θα μπορέσεις να βρεις δουλειά», «Ο άνθρωπος έφυγε απ’ τη ζωή και τίποτα δε θα τον φέρει πίσω», και άλλα λογικά –ίσως- που όμως δεν μπορούσαν να με πείσουν.
«Αν δεν πάει, θα ντρέπεται σ’ όλη της τη ζωή», είπε ήσυχα η μάνα μου, αποκαλύπτοντας μια διάσταση που δεν είχα καθόλου σκεφτεί.
«Τουλάχιστον ας μείνει μακριά, ώστε, όταν αρχίσουν τα επεισόδια, να μπορέσει να φύγει», είπε συμβιβαστικά ο πατέρας μου.
«Θα είμαι μαζί της να την προσέχω», είπε η μάνα μου προς μεγάλη έκπληξη όλων μας.
Ξέραμε ότι υπέφερε από κλειστοφοβία κι απέφευγε τους χώρους που μαζευόταν πολύς κόσμος κι ένιωθε να την εγκλωβίζουν και να μην μπορεί να φύγει. Ούτε σε κινηματογράφο έμπαινε ούτε σε λεωφορείο, ακόμα και το ασανσέρ απέφευγε κι ανέβαινε με τις σκάλες.
Όταν μείναμε μόνες μας, αρχίσαμε τα επιτελικά σχέδια. Πού ήταν καλύτερα να πάμε για ν’ αποφύγουμε την πολυκοσμία. Αποφασίσαμε να πάμε στο σταθμό Λαρίσης, που ήταν και πιο κοντά μας. Υποθέσαμε ότι, επειδή το τρένο θα έφτανε νύχτα, θα είχε και λιγότερο κόσμο. Πέσαμε έξω. Όταν φτάσαμε στο σταθμό, τα πλήθη είχαν κατακλύσει όλους τους χώρους. Διαλέξαμε ένα υπερυψωμένο σημείο για να μπορούμε να βλέπουμε καλύτερα.
Ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη βραδιά. Σχεδόν ζεστή. Αλλά η μάνα μου έτρεμε. Το αισθάνθηκα στο χέρι της, που το άγγιξα τυχαία.
«Κρυώνεις;» τη ρώτησα.
«Όχι, είμαι ταραγμένη», ψιθύρισε και κατάλαβα ότι χτυπούσαν τα δόντια της.
Αναρωτήθηκα αν η ταραχή ήταν απ’ το φόβο της για το πλήθος, που χωρίς να το καταλάβουμε μάς είχε πεικυκλώσει, ή από τη συγκίνησή της.
Της έσφιξα παρηγορητικά το χέρι. Είχα χρόνια να τη νιώσω τόσο κοντά μου.
Η ειδική αμαξοστοιχία, που είχε μόνο δύο βαγόνια και σκευοφόρο, έφτασε τέσσερα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. Έβγαλαν απ’ τη σκευοφόρο το φέρετρο, που το συνόδευαν η χήρα του Λαμπράκη, ο αδελφός του, κάποιοι άλλοι λίγοι συγγενείς και βουλευτές της ΕΔΑ. Ο κόσμος άρχισε να ψάλλει τον Εθνικό Ύμνο και να σχηματίζει πομπή πίσω από τη νεκροφόρα. Πολλοί γνωστοί ήταν ανάμεσα στον απλό κόσμο. Ο Κώστας Βάρναλης, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Ηλίας Ηλιού κι άλλοι βουλευτές. Ακολουθήσαμε για λίγο την πομπή και γυρίσαμε σπίτι μας κατά τις δύο τη νύχτα.
Ο πατέρας μου μάς περίμενε ξύπνιος και με μεγάλη αγωνία. Του είπαμε ότι όλα είχαν γίνει ήσυχα και χωρίς επεισόδια.
Όταν ξημέρωσε η 28η Μαΐου, η αστυνομία ανακάλυψε στη Χαριλάου Τρικούπη και Διδότου έναν τεράστιο σταυρό μ’ ένα μαύρο πουκάμισο, που κατέβασε αμέσως. Το ίδιο έκανε και με τα μαύρα πανό με τις φωτογραφίες του Λαμπράκη που βρήκε στη Σίνα και τη Διδότου.
Η κηδεία είχε οριστεί για τις τέσσερις το απόγευμα. Με βόλευε, γιατί είχα απόγευμα σχολείο και θα μπορούσα να το σκάσω και να πάω. Πριν φύγω –τάχα για το σχολείο- η μάνα μου μού πήρε την τσάντα και την έκρυψε. Το μόνο που μου είπε ήταν να είμαι πίσω στην κανονική μου ώρα. Μπορούσε να είναι πρακτική και ουσιαστική όταν ήθελε.
Όταν βρέθηκα έξω από το Πρώτο Νεκροταφείο, ο κόσμος ήδη είχε καταλάβει όλο το χώρο και τα γύρω δρομάκια. Δίπλα μου στεκόταν ένας καθώς πρέπει κύριος.
«Δεν το περίμενα να έχει τόσο κόσμο η κηδεία του Καραμανλή», είπε στο διπλανό του.
«Μα…» προσπάθησε να τον διορθώσει εκείνος.
«Ξέρω τι σου λέω. Μπορεί να πέθανε ο Λαμπράκης, αλλά όλος αυτός ο κόσμος κάνει σήμερα την κηδεία του Καραμανλή», είπε προφητικά ο κύριος.
Πέρασαν από μπροστά μας τα χιλιάδες στεφάνια. Μεγάλα και πολυτελή ή άλλα απολύ απλά, που έγραφαν: «Οι έμποροι της οδού Καλαμιώτου», «Η ένωση Ελαιουργοσαπουνοποιών», «Η ένωση Φυματικών», «Οι συναθλητές σου».

Οι φιλαρμονικές των δήμων Πειραιώς και Αθηνών έπαιζαν πένθιμα. Για κάποιο περίεργο λόγο έκλαιγα πάντα όταν ακουγα τη φιλαρμονική τη Μεγάλη Παρασκευή στην περιφορά του Επιτάφιου. Σαν να περίμενα την πένθιμη μουσική για να ξεσπάσω, έβαλα τα κλάματα.
Δεν έμεινα ως το τέλος της κηδείας. Έπρεπε να βρίσκομαι σπίτι μου εγκαίρως, επειδή είχα πάει κρυφά.
Την επομένη πήρα Τα Νέα, για να διαβάσω τι είχαν γράψει. Έκοψα και φύλαξα το εισαγωγικό σημείωμα του Κώστα Σταματίου, που είχε καλύψει την κηδεία δημοσιογραφικά.

… Ο βαλκανιονίκης Γρηγόρης Λαμπράκης έτρεξε χτες την τελευταία του κούρσα: Μητρόπολη – Πρώτο Νεκροταφείο μία ώρα και σαράντα πέντε λεπτά. Έσπασε το ρεκόρ βραδυπορίας. Δε γινόταν αλλιώς. Ήταν κλεισμένος σ’ ένα καρυδένιο σεντούκι, σκεπασμένο με μια κυανόλευκη του Ναυτικού, βαριά απ’ όλο το αδικοχαμένο αίμα σ’ αυτό τον τόπο. Απ’ τον καιρό του ’21. Κι ακόμα παλαιότερα

Όσοι δεν γνωρίζουν, όσοι δεν έζησαν το Κίνημα των Λαμπράκηδων, όσοι ήσαν έξω από όλες αυτές τις συγκινήσεις και τις ιδέες, τους αγώνες που σημάδεψαν τη ζωή μας, ίσως διαβάζοντας κάποια ψυχρή ιστορική παρουσίαση να μην μπορούν να καταλάβουν αυτό το κύμα, το ποτάμι που μας συνεπήρε και χάραξε σελίδες στην ιστορική πορεία της Ελλάδας.
Αυτή η δυναμική εποχή, αυτή η ζωντανή πορεία προς την Αλήθεια και τη Δημοκρατία είναι που ακόμα κρατά τις δυνάμεις μου, ώστε να αποτυπώσω, στο ελάχιστο που μπορώ, τη συνεισφορά μας.
Κι αυτή τη συνεισφορά δεν μπορώ να την ξεχάσω. Αυτή την ειλικρίνεια των νέων μας, την ανιδιοτέλειά μας, τη δημιουργικότητα και την αγωνιστικότητά μας.
Γι’ αυτό και δεν θέλω να ξεχάσουμε. Εγώ, τουλάχιστον, αυτή την εποχή δεν την ξεχνώ, όσο κι αν άλλες στιγμές της ζωής μου σβήνουν σιγά-σιγά από τη μνήμη μου.

Και η λιτή αφήγηση της Ευγενίας Φακίνου διδάσκει σε όλους μας πως τα πρότυπα των μεγάλων ανθρώπων εξακολουθούν να εμπνέουν. Τουλάχιστον τον απλό κόσμο, τους νέους, όλους αυτούς που δεν παραιτούνται και αγωνίζονται μέσα σε αντίξοες συνθήκες.
Και μου ξαναθύμισε πως οφείλω, οφείλουμε να μην παραιτηθούμε. Υπάρχουμε ακόμη. Υπάρχουν οι αριστεροί που το δηλώνουν με τα λόγια και τις πράξεις τους, με τη στάση ζωής τους. Δεν ξοφλήσαμε ακόμη. Δεν ξόφλησαν οι ιδέες μας, δεν ξόφλησαν τα μεγάλα οράματα. Απλώς, διαννύουμε κάποιες περιόδους κατάθλιψης, απογοήτευσης, κυρίως όταν ο εχθρός δεν είναι πια ορατός. Όταν νιώθεις πως συγκαταλέγεσαι κι εσύ στους “εχθρούς”.
Δεν είναι, όμως, έτσι. Θα ξανακοιταχτούμε στα μάτια, το πιστεύω, και θα αναμετρηθούμε και πάλι με τις δυνάμεις μας, και θα δώσουμε ξανά τον τίμιο και ειλικρινή και ανιδιοτελή και αξιοπρεπή αγώνα…
Άμποτε!…

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply