Από τη σκλαβωμένη Αθήνα στην ελεύθερη Ελλάδα

Μένοντας στο πνεύμα των ημερών και του εορτασμού της Αντίστασης του Ελληνικού Λαού στον Ναζισμό, δημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα από τις προσωπικές αναμνήσεις του συγγραφέα Γεράσιμου Σταύρου.
Το βρήκαμε δημοσιευμένο στο τεύχος 29 από τη “Γενιά μας”, που φέρει ημερομηνία έκδοσης 10 Νοεμβρίου 1966.
Μ’ αυτόν το λιτό τρόπο, ελπίζουμε να αποδώσουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής σ’ αυτούς που φύλαξαν Θερμοπύλες τις σκοτεινές εκείνες χρονιές.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

Από τη σκλαβωμένη Αθήνα στην ελεύθερη Ελλάδα

Του Γεράσιμου Σταύρου

Προσωπικές αναμνήσεις από την Αντίσταση, που έγραψε ο συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, ειδικά για τη «Γενιά μας»

Το ραντεβού μας ήταν στην πλατεία Βάθης. Από κει θα ξεκινούσαμε για το βουνό. Αρχές Αυγούστου 1943.
Η πλατεία φαινόταν ήσυχη. Μικροπωλητές διαλαλούσαν τα κατοχικά γλυκά στις «γανιασμένες» λαμαρίνες, καρότσια ανηφόριζαν φορτωμένα τρόφιμα απ’ το Σταθμό Λαρίσης – τα συνόδευαν μαυραγορίτες, έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν με κάθε θυσία την έφοδο των σαλταδόρων – ένας Γερμανός στρατιώτης γυάλιζε τις μπότες του στο πλανόδιο λουστράκι.
Έσβηνε η άψα του απομεσήμερου, δρόσιζε. Το καμιόνι, που θα μας πήγαινε ως τη Χασιά, στάθμευε σε μια πάροδο. Ανήκε στην τακτική συγκοινωνία.
Θα φεύγαμε πέντε φίλοι μαζί. Θα κάναμε όμως πως δεν γνωριζόμαστε, για καλό και για κακό. Το «φύλλο πορείας» ήταν κοινό και το βαστούσε κρυμμένο πάνω του ο επικεφαλής της συντροφιάς. Ένα τοσοδούλι χαρτάκι ήταν με τα ψευδώνυμά μας και τη σφραγίδα της εθνικοαπελευθερωτικής μας οργάνωσης – τριπλοδιπλωμένο. Μ’ αυτό θα περνούσαμε στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το διαβατήριό μας, να πούμε.
Φτάσαμε στην ώρα μας και σκαρφαλώσαμε χωριστά στο καμιόνι, στοιβαχτήκαμε ανάμεσα σε καλάθια, σακιά, μπόγους. Γυναίκες, παιδιά, χωρικοί. Εμείς αποφεύγαμε και να κοιταζόμαστε μεταξύ μας. Είμαστε φορτωμένοι με το μπογαλάκι μας, σαν να πηγαίναμε εκδρομή…

Μας έκαιγε η προσδοκία, η λαχτάρα. Πώς να ‘ναι τάχα η ζωή στην Ελεύθερη Ελλάδα; Ξέραμε πως η άνοιξη του 1943 βρήκε τους αντάρτες οργανωμένους σε τακτικό στρατό: Μεραρχίες, ταξιαρχίες, τάγματα, λόχοι. Και χώρια ιππικό, μηχανικό, ομάδες σαμποτάζ. Ο εχθρός άφησε τις ορεινές περιοχές, χωνόταν στις πόλεις κυνηγημένος.
Ολόκληρα βουνά ως τα ριζά τους, ακόμα και καμποχώρια, είχαν ελευθερωθεί. Άρχισε να οργανώνεται η Αυτοδιοίκηση, άνοιγαν λέσχες για τους νέους, βγαίναν εφημερίδες.
Δυο χρόνια και τρεις μήνες σκλαβιάς, κάνουν να φαίνονται όλα πολύ μακρινά. Προσπαθούμε να μη σκεφτόμαστε τίποτε. Γιατί να βιαζόμαστε; Αν δε μας τύχει κανένα «απρόοπτο», απόψε κιόλας θα ‘μαστε στην Ελεύθερη Ελλάδα. Απόψε. Σε λίγες ώρες. Μπορείς να τρελαθείς.
Το σαραβαλιασμένο καμιόνι τραντάζεται, ξεκινάει. Ένας παπάς με μαύρα γένια πηδάει την τελευταία στιγμή και κάθεται πλάι στο σοφέρ.
Αποχαιρετούμε τη σκλαβωμένη Αθήνα. Την αδούλωτη Αθήνα μας. Οι τοίχοι των χαμηλών σπιτιών γεμάτοι απελευθερωτικά συνθήματα. Αμίλητες γυναίκες στα κατώφλια, πεινασμένα παιδιά στους δρόμους. Ένα σύννεφο σκόνης ακολουθεί, στριφογυρνώντας τ’ αυτοκίνητο.
Φτάσαμε σούρουπο στη Χασιά. Ο επικεφαλής της συντροφιάς μας συνέχισε περπατώντας τον ασφαλτόδρομο. Προχωρήσαμε κι εμείς από κοντά. Έτσι είχαμε συνεννοηθεί. Αν μας σταματούσε κανένας, θα λέγαμε πως είμαστε ένα πλανόδιο συγκρότημα κουκλοθέατρου και πηγαίναμε να παίξουμε στα κοντινά χωριά. Τα σακίδιά μας είχαν τα σχετικά σύνεργα – κούκλες, σκηνικά, μια λυόμενη σκηνούλα. Μόνο που αυτά προορίζονταν για την ψυχαγωγία των ανταρτών και των αετόπουλων…

ΣΤΟΠ. Δυο αντάρτες με σταυρωτά φυσεκλίκια στο στήθος προβάλλουν απότομα. Ο τόπος γύρω είναι γυμνός, καψαλιασμένος. Εδώ κάποτε φτιάχνανε ξυλοκάρβουνα.
Οι αντάρτες μάς χαιρετούν και ζητάνε το «φύλλο πορείας». Το παίρνουν κα τραβάνε πιο πέρα, μπαίνουν σ’ ένα χαμηλό αντίσκηνο. Τρέχει πίσω τους κι ο παπάς. Το καμιόνι κάνει μανούβρα, γυρίζει, φεύγει.
Στεκόμαστε ξαφνιασμένοι. Μερικοί αντάρτες πιο πέρα σιγοκουβεντιάζουν μεταξύ τους. Δε μας έδωσαν σημασία. Περίεργα πράματα. Και νυχτώνει…
Το ξάφνιασμα θεριεύει, όταν βλέπουμε τον παπά να πετιέται απ’ τ’ αντίσκηνο, ζωσμένος φυσεκλίκια, μ’ ένα ντουφέκι. Σχεδόν αμέσως βγαίνουν κι οι δυο αντάρτες, σέρνοντας άγρια ένα χωριάτη με στρατιωτική γκιλότα και ξυπόλυτο. Αυτός έσκουζε κι έτρεμε. Του δίνουν μια σπρωξιά κι ο αντάρτης-παπάς, μαζί με τους άλλους παρατάσσονται αντίκρυ του, σηκώνουν τα ντουφέκια και τον βάζουν στο σημάδι. Ο χωριάτης γονατίζει, κάτι πάει να πει, σπαρταράει. Γίνεται ένα κουβάρι.
-Αφήστε με, δε θα ξαναπάω. Σας ορκίζομαι.
Χαμηλώνουν τα ντουφέκια. Ο αρματωμένος παπάς ορμάει και πιάνει το χωριάτη απ’ τα μαλλιά, του σηκώνει το κεφάλι – όλες οι όψεις του θανάτου είναι πάνω στο φοβισμένο πρόσωπο.
-Άκου, του λέει. Αν ξαναμάθουμε πως πήγες στα χωριά γυρεύοντας στάρι και πρόβατα τάχα για τον αγώνα, θα πεθάνεις. Ακούς; Δε σηκώσαμε τ’ άρματα, για ν’ αφήσουμε να ληστεύεται ο κόσμος. Είμαστε λαϊκός στρατός και πολεμάμε να λυτρώσουμε την πατρίδα μας από καθάρματα σαν τους φασίστες και σαν ελόγου σου. Σήκω! Κι άλλη φορά δεν τη γλυτώνεις!
-Όχι, όχι, δεν ξαναπάω! Να με σκοτώσετε, αν ξαναπάω…

Χαμηλώνουν τα ντουφέκια. Ο αρματωμένος παπάς ορμάει και πιάνει το χωριάτη απ’ τα μαλλιά, του σηκώνει το κεφάλι κι απόμεινε για λίγο σκεφτικός. Ύστερα γύρισε προς το μέρος μας – τα ‘χαμε χαμένα και για μια στιγμή νομίσαμε πως πέσαμε σε παγίδα.
Μας συμπαθάτε, συναγωνιστές, που σας δεχτήκαμε έτσι. Δε γινόταν αλλιώς. Το είδατε…
Χαμογέλασε. Το ίδιο κι οι άλλοι αντάρτες. Μας άπλωσαν τα χέρια.
-Καλωσορίσατε.
Είμαστε στην Ελεύθερη Ελλάδα!

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply