Το σπίτι με τις τρύπες

Συνεχίζουμε με αναρτήσεις που αφορούν στη ναζιστική κατοχή στην Ελλάδα.
Σήμερα παρουσιάζουμε ένα διήγημα του Βασίλη Βασιλικού, που αλιεύσαμε στη “ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ“, περιοδική έκδοση του Κινήματος των Λαμπράκηδων, τα οποία τεύχη μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να βρει στην ιστοσελίδα των Λαμπράκηδων.
Η δημοσίευση βρίσκεται στο 28ο τεύχος, 25 Οκτωβρίου 1966, στη σελίδα 10.
Μας θύμισε τις πολυκατοικίες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, απέναντι από τον “Παναθηναϊκό”, τα διατηρητέα αυτά κτίρια, κομμάτια της πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας, της Αθήνας. Κι όμως, ακόμη σήμερα, χάσκουν αναξιοποίητα, κι ίσως να παραμείνουν έτσι, μέχρι να σβήσουν οι μνήμες ανθρώπων που ακόμα συντηρούν με την παρουσία τους τη ζωντανή ιστορία.
Ένα “τέτοιο” σπίτι, με τρύπες/μνήμες από τις σφαίρες, ήταν η αφορμή της συγγραφής του διηγήματος του Βασίλη Βασιλικού.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

Το σπίτι με τις τρύπες – Διήγημα του Β. Βασιλικού

Τα σπίτια με τις τρύπες όσο παν κι εξαφανίζονται, σκέφτηκε, καθώς περπατούσε μονάχος του στο δρόμο, γυρίζοντας απ’ τη μονότονη δουλειά του γραφείου. Τα παλιά αυτά διώροφα σπίτια, με το ξεθωριασμένο σοκολατί χρώμα, που είναι γεμάτα τρύπες από σφαίρες μιας άλλης εποχής. Πάντα τον πείραζε να τα βλέπει. Πάντα του θύμιζαν εκείνα τα δέρματα των ναυτικών με το τατουάζ της γοργόνας. Ή τους ανάπηρους στο δρόμο, τους τυφλούς με το ακορντεόν. Τον ενοχλούσε πάντα η θέα τους, γιατί του θύμιζε κάτι, που ήθελε πάντα να ξεχάσει.
Ήταν μικρό παιδί αυτός, όταν τα σπίτια αυτά γαζώθηκαν με σφαίρες. Μικρό παιδί σε μια άλλη πόλη, στα βορεινά διαμερίσματα της χώρας. Άκουγε οι άλλοι να μιλούν γι’ αυτά. Από μικρό παιδί μεγάλωσε σ’ ένα διάλογο, που δεν τον αφορούσε. Κι ήθελε πάντα να τους πει: «Επιτέλους, σταματήστε!». Ήθελε πάντα να τους τραγουδήσει εκείνο το ανόητο τραγούδι που άκουγε στο ραδιόφωνο: «Ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν οι καιροί…». Μα εκείνοι είχαν τα πολυβόλα τους στημένα και τώρα δεν γάζωναν πια τα σπίτια αυτά, αλλά το ίδιο του το σώμα.
Πέρασε καιρός και το πολυβόλο της μιας παράταξης αποφάσισε να σωπάσει. Έγκαιρα συνειδητοποίησε την αλλαγή και, κάνοντας ένα πήδημα πάνω απ’ το χρόνο, βρέθηκε, με λίγη τρυφεράδα της μνήμης για τους αγαπημένους και τους νεκρούς, κοντά στα νέα κλωνιά των δέντρων που βλάσταιναν. Μα τότε έγινε το παράδοξο: Αντί το άλλο πολυβόλο να σωπάσει κι αυτό, ακουγόταν ευκρινέστερα μέσα στη σιωπή και ούρλιαζε κυριολεκτικά, μέρα και νύχτα. Όποτε άκουγε το ραδιόφωνο, όποτε διάβαζε την εφημερίδα, γάζωνε ρυθμικά, με τον κρότο της βελόνας της ραπτομηχανής, γάζωνε, τραγουδούσε, έψελνε το ίδιο ενοχλητικό τροπάρι του κομμουνιστικού κινδύνου.
Μόνος του κι απροστάτευτος ήταν στον κόσμο αυτό, που ήταν ένα σφαγείο. Θυμόταν καλά το σφαγείο εκείνο στην ακροθαλασσιά, τριγυρισμένο με πεύκα και συκιές, που έβαφε πάντα κόκκινη τη θάλασσα με το αίμα των ζώων. Οι άλλοι πήγαιναν και ψάρευαν στ’ ανοιχτά, λυθρίνια και γόπες, αλλά αυτός, θυμόταν καλά, έβλεπε πάντα το σφαγείο, μες στο τοπίο του νησιού, να μοιάζει πιο τρομερό, όταν δεν είχε ανθρώπους. Τουλάχιστον οι άνθρωποι, οι σφάχτες, και τα ζώα που κουβαλούσαν από τα μαντριά, του δίναν μιαν επίφαση ζωντάνιας. Αλλά έτσι κλειστό, στην άκρη του μικρού κάβου, τετράγωνο, αινιγματικό, κυριολεκτικά τον αναστάτωνε. Γι’ αυτό κι ο κόσμος πήρε μέσα του εκείνη την αποτρόπαιη έκφραση του κλειστού σφαγείου, δίπλα στα παραθαλάσσια ουρητήρια του ψαράδικου χωριού.
Φοβήθηκε, κλείστηκε στον εαυτό του, σκυθρώπιασε. Το πολυβόλο γάζωνε, ίδιο τζιτζίκι, μες στην κάψα του καλοκαιριού, κρατούσε σαν κομπρεσέρ, όταν ξεθάβουν τους υπονόμους, σε κεντρικό δρόμο. Έριχνε με την κανονική βολή εκπυρσοκρότησης μοτοσυκλέτας, που τρέχει και ορμά για να σκοτώσει πάνω στην ουδέτερη άσφαλτο έναν Άνθρωπο, που θέλησε να μιλήσει για τους ανθρώπους.
Τότε η συνείδησή του επαναστάτησε. Είπε μέσα του το μεγάλο Όχι. Όχι στο φόβο του, όχι στις προλήψεις του, όχι στον παπαγαλισμό του. Γιατί ο φόβος του άνοιγε δρόμο στη λύσσα των άλλων. Οι προλήψεις του, αποκτημένες μες στα θολά νερά μιας ψευτοαστικής Κοινωνίας, δικαίωναν τις παραλείψεις των άλλων. Ο παπαγαλισμός του ήταν μια απόδειξη για τους άλλους ότι είχαν δίκιο. Οι αναλήψεις του από το Ταμιευτήριο της Ηθικής ήταν χωρίς αντίκρυσμα.
Χωρίς καθυστέρηση, πήγε και γράφτηκε στους Λαμπράκηδες, που ήταν το δέντρο, που βλάστησε στο νεκρό εκείνο σημείο της ασφάλτου. Ένα δέντρο που γρήγορα άπλωσε τα πλοκάμια του στη θάλασσα και στα βουνά, πέρασε μέσα από τους αρδευτικούς σωλήνες των κάμπων, τυλίχτηκε σαν τον κισσό στο δρόμο του χωριού, έφτασε ν’ αγκαλιάσει μια γενιά ολόκληρη, τη γενιά του, γιατί το αίμα του αδικοσκοτωμένου πιτσίλισε τα καθαρά εργατικά πουκάμισα, κι αυτός είδε εκεί να φυτρώνουν παπαρούνες.

Ωστόσο, ακόμα υπήρχαν μερικά από τα σπίτια, που έβλεπε στους δρόμους. Τα σπίτια αυτά με τις ουλές στα πρόσωπα, που δεν τον βοηθούσαν να ξεχάσει. Κι ήθελε να ‘χει το αίμα του δικού του νεκρού για να βυζαίνει κι όχι το αίμα των άλλων. Γιατί το αίμα, όσο κι αν έχει μια συνέχεια από γενιά σε γενιά, όπως το φως που περνάει από το ένα στρώμα στο άλλο, όπως το γάλα που κυκλοφορεί από μαστό σε μαστό, όμως, το κάθε νεογνό, όπως ήταν αυτός, θέλει να πιει από το αίμα, από το φως, από το γάλα της γενιάς του.
Τώρα περπατούσε πηγαίνοντας για το σπίτι του, ένα μεσημέρι σαν όλα τα μεσημέρια της Άνοιξης, παράδοξα στραμπουλιγμένο μες στο μπετόν, και το ατσάλι της πολιτείας. Είδε το παλιό αυτό χακί σπίτι, απόμαχο, τραυματισμένο, θολωμένο σαν πολιτικός κρατούμενος, που βγαίνει ύστερα από είκοσι χρόνια φυλακής, και το λυπήθηκε, αλλά συνάμα το ήθελε γρήγορα ν’ αντικατασταθεί από κάποιο καινούριο, ένα σπίτι χτισμένο από νέους ανθρώπους, με τα παράθυρα ανοιχτά στο αγιάζι της αυγής, με θεμέλια ζυμωμένα με τον ιδρώτα νέων ανθρώπων, τετραγωνισμένο με την πίστη μιας ακαταμάχητης λογικής, οργανωμένο με τη νέα αντίληψη της αρχιτεκτονικής, μιας ζωής σκόρπιας ως τότε, βασισμένο πάνω στις απαράβατες αρχές της επίγειας δικαιοσύνης, της επίγειας ισότητας, της επίγειας χρονομέτρησης του ψωμιού, αφού ένας κόκορας σφάχτηκε στα θεμέλιά του για να το στηρίξει, σύμφωνα με τα πανάρχαια έθιμα των προγόνων του.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply