Ένας αιώνας ζωής Pietro Ingrao

Σήμερα αποτολμούμε ένα πολύ δύσκολο – για εμάς – εγχείρημα: να αναρτήσουμε ένα κείμενο / ομιλία της Luciana Castellina, στις 30 Μαρτίου 2015, με αφορμή τον εορτασμό των εκατοστών γενεθλίων του Pietro Ingrao.
Είναι δύσκολο, γιατί αφενός η γνώση μας στην ιταλική γλώσσα αποδεικνύεται ανεπαρκής, όταν πρόκειται να μεταφράσουμε ένα βαθιά πολιτικό κείμενο. Αλλά την κατάσταση δυσκολεύει και η πολιτική άγνοια σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιστορίας της ιταλικής Αριστεράς, πόσω μάλλον όταν η Luciana Castellina αναφέρεται σε γεγονότα της δεκαετίας του ΄60, αλλά και λίγο πριν και λίγο μετά.
Προσπάθησε, πιστεύουμε, να αποτυπώσει το πολιτικό στίγμα του Pietro Ingrao και όχι απλώς να πλέξει ένα εγκώμιο με ευχές για τα εκατοστά γενέθλια. Το διαπιστώσαμε, όταν πια είχαμε εμπλακεί με τη μετάφραση.

Δεν τα παρατήσαμε. Και προσφέρουμε στους φίλους μας, σήμερα, αυτό το κείμενο ελπίζοντας να μην προδώσαμε ούτε τη μνήμη του Pietro Ingrao ούτε το λόγο και τη σκέψη της Luciana Castellina.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

Ένας αιώνας ζωής
Κείμενο της Luciana Castellina – 30 Μαρτίου 2015

Θυμάμαι ακόμα έντονα την πρώτη φορά που γιορτάσαμε τα γενέθλια του Pietro Ingrao: ήταν το 1965, εκείνος συμπλήρωνε τα πενήντα του χρόνια, πριν από μισό αιώνα. Μαζί με τον Sandro Curzi – που κι οι δυο είχαμε αποχωρήσει από την ανήσυχη Ομοσπονδία Νεολαίας λίγο καιρό πριν – του δώσαμε το πρώτο ζευγάρι μοκασίνια, με μια αφιέρωση που τον παρότρυνε να είναι λιγότερο συνετός και συγκρατημένος: “Περπάτα με την εποχή, περπάτα μαζί μας”.

Το θυμάμαι καλά, γιατί ήμασταν στις παραμονές του μοιραίου ΧΙ Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, όταν οι σύντροφοι που αναγνώριζαν τον εαυτό τους στις ιδέες του (και δε μιλάμε για ρεύμα) βγήκαν λίγο πιο ανοιχτά για να τον υποστηρίξουν• και εργάστηκε πάνω σ’ αυτό που ορίστηκε ως μια άνευ προηγουμένου ρήξη. Ο ίδιος δήλωσε με σαφήνεια στην ομιλία του στο συνέδριο: “Θα ήμουν ανειλικρινής αν έμενα σιωπηλός και αν δεν έλεγα ότι ο σύντροφος Longo δεν με έπεισε όταν αρνιόταν να εισαγάγει στη ζωή του κόμματός μας το νέο δεδομένο της δημοσιοποίησης της συζήτησης, έτσι ώστε να είναι σαφείς σε όλους τους συντρόφους, όχι μόνο οι κατευθυντήριες γραμμές και οι αποφάσεις που επικρατούν και όλοι τις πιστεύουν, αλλά και η διαλεκτική διαδικασία της οποίας αυτές οι αποφάσεις είναι το αποτέλεσμα.

Είχε καταχειροκροτηθεί, όπως είναι γνωστό, ωστόσο στη συνέχεια «εξοστρακίστηκε» από την ηγεσία του κόμματος και “είχε υποβιβαστεί” (τότε οι Botteghe Oscure θεωρούνταν σημαντικότερες από το Montecitorio, τη Βουλή) στην προεδρία της κοινοβουλευτικής ομάδας και, στη συνέχεια, της Βουλής των Αντιπροσώπων. Και εμείς ήμασταν σε δευτερεύοντες ρόλους, έξω από το κτίριο.

Το θυμάμαι καλά, γιατί ουσιαστικά ήταν τότε που άρχισε η ιστορία του «Μανιφέστου», που είδε επίσης το φως μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα. Χωρίς τον Pietro, ο οποίος όπως πάντα στη ζωή του δεν είχε επιτρέψει να εγκαταλείψει την έγνοια να βρίσκεται μέσα στους χώρους όπου συναθροιζόταν ο αγωνιζόμενος κομμουνιστής λαός. Όχι από φόβο να βγει έξω από την ομάδα, αλλά αλλά γιατί ήθελε να είναι κοντά σ’ αυτό που βαθιά αισθανόταν όλο το Κόμμα, το φόβο να θυσιάσουν τη συλλογική άποψη στη δική τους ατομική.

Εμείς του «Μανιφέστου» στο τέλος το κάναμε, αλλά και επειδή οι ευθύνες μας στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας ήταν απείρως μικρότερες και ως εκ τούτου το κίνημά μας δεν θα μπορούσε βέβαια να έχει τις ίδιες συνέπειες με εκείνο του Ingrao. Αλλά μη νομίσετε ότι ήταν εύκολο, ακόμη και για εμάς, αυτή ήταν πράγματι μια επιλογή πολύ πολύ οδυνηρή και μερικές φορές συνέβη -ακόμα και δεκαετίες μετά- να αναρωτιόμαστε μήπως θα έπρεπε να παραμείνουμε και να αγωνιζόμαστε εντός αντί να υποβάλουμε τον εαυτό μας στην κατάσταση να τεθούμε εκτός.

(Παρακαλώ μην αντιδράτε, εσείς οι νέοι, λέγοντας: μα τι εποχές κι αυτές, δεν μπορούσε να εκφραστεί ούτε μια διαφωνία! Αλήθεια, δεν ήταν ωραία εποχή. Και όμως παρ’ όλα αυτά οι απόψεις μετρούσαν περισσότερο από ό,τι τώρα, η ακτινοβολία μας ήταν ένα σοκ για ολόκληρο το κόμμα. Τώρα μπορείτε να πείτε τα πάντα, αλλά επειδή δεν μετράει τίποτα πια).

Σήμερα ο Pietro Ingrao γιορτάζει τα 100 χρόνια του, και εμείς στο «Μανιφέστο», αν μετρήσει και η επώαση, γιορτάζουμε τα 50 χρόνια ζωής μας.

Με την πάροδο του χρόνου έχει ίσως χαθεί το νόημα του τι ήταν το «Κίνημα» που δημιουργήθηκε από τη στάση του Ingrao, και μάλιστα αναρωτιέμαι αν μεταξύ των νέων παιδιών στη σύνταξη της εφημερίδας εξακολουθεί να υπάρχει κάποιος που ξέρει τι ήταν αυτό. Δεν ήταν απλά μια μάχη για τον εκδημοκρατισμό του κόμματος, το περίφημο δικαίωμα στη διαφωνία. Υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο: ήταν η πιο σοβαρή προσπάθεια της κομμουνιστικής σκέψης για να αντιμετωπίσουμε τον καπιταλισμό στο υψηλότερο σημείο του, για τον εντοπισμό νέων, σύγχρονων αντιφάσεων και πάνω σ’ αυτές να δημιουργήσουμε κινητικότητα, όχι για να «κυνηγήσουμε χιλιάδες ρεύματα διεκδικητικά» (για να χρησιμοποιήσω την παλιά έκφραση), αλλά για να οικοδομήσουμε ένα πραγματικό μοντέλο εναλλακτικής ανάπτυξης.

Επρόκειτο για τη ρήξη με την ιδέα μιας γραμμικής ανάπτυξης, με το μύθο του «αβασάνιστου εκσυγχρονισμού», που αποτέλεσε τη βάση της νεο-καπιταλιστικής κουλτούρας εκείνων των χρόνων. Και, επίσης, η απόπειρα να καταλάβουμε ότι η ιταλική κρίση δεν ήταν μια «ανωμαλία», αλλά θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο σε συνδυασμό με τον προηγμένο καπιταλισμό όπως αναπτυσσόταν στον κόσμο.

Στη συγκεκριμένη φάση κατέβαιναν δύο διαφορετικές στρατηγικές γραμμές και γι’ αυτό η σύγκρουση δεν ήταν μόνο θεωρητική, αλλά στενά συνυφασμένη με την πολιτική θέση: Αν υπήρχε ανάγκη να αναληφθεί δράση για να γίνει η Ιταλία “κανονική”, και επομένως να ευθυγραμμιστεί με την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, ή αντίθετα να ασκήσει επίδραση και για να λύσει τα προβλήματα του παρελθόντος και επίσης να ετοιμάσει μια εναλλακτική λύση για την καπιταλιστική «κανονικότητα».

Η δεξιά πτέρυγα του Κομμουνιστικού Κόμματος προφανώς βρίσκεται σε αντίθεση με αυτήν την προοπτική. Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα άρχισε να διαλύεται, φτιάξαμε – αυτή τη φορά επίσημα μαζί με τον Pietro Ingrao – τη διάσημη «Πρόταση 2», που ήταν αντίθετη στη διάλυση του κόμματος. Όχι στο όνομα της διατήρησης, αλλά, αντιθέτως, στο όνομα της αλλαγής, η οποία, ενίσχυε τους λόγους της εναλλακτικής λύσης στο σύστημα. Οι παλιές κατηγοριοποιήσεις δεν ήταν αρκετές πια και ο Ingrao ήταν πάντα προσεκτικός, ώστε να εξατομικεύει κάθε φορά τα νέα δεδομένα της ιστορικής εξέλιξης, τους ενδεχόμενους ανταγωνιστές, να κατανοήσουμε πώς σχηματίζονται και ολοκληρώνονται για να σχηματιστεί η άρχουσα τάξη που να είναι σε θέση να προβλέψει μια εναλλακτική κοινωνία. Σήμερα και εδώ.

Όπως γνωρίζετε, έχουμε χάσει.

Αυτή η συζήτησή μας της δεκαετίας του 60 στη συνέχεια συστηματοποιήθηκε το 1970 στην «διατριβή για τον κομμουνισμό» του Μανιφέστου (η οποία δεν ισχυρίστηκε ότι ο κομμουνισμός ήταν ώριμος, με την έννοια του επικείμενου, όπως κάποιος παρεξήγησε – και ειρωνεύτηκε – αλλά ότι δεν θα ήταν πια δυνατόν να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα που δημιουργούνται από την κρίση στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος ακόμη κι αν αυτό εκσυγχρονιστεί).

Αυτό ήταν το ενδέκατο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, από το οποίο ο Pietro Ingrao, στο βιβλίο του “Ήθελα το φεγγάρι”, έδωσε τα συναισθήματα, τα πάθη, τα βάσανα.

Με αφορμή την επέτειο της συμπλήρωσης του εκατοστού έτους της ζωής του μπορεί να έπρεπε να μιλήσω για τον Pietro Ingrao υπενθυμίζοντας περισσότερο τις ανθρώπινες πλευρές του, την προσωπικότητά του, τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την ύπαρξή του, αντί να πάω κατευθείαν στον πολιτικό πυρήνα της ζωής του ως Κομμουνιστής.

Ακολούθησα διαφορετικό δρόμο για δύο λόγους: επειδή πολύ συχνά, όπως τώρα που γιορτάζουμε την επέτειο, έχουμε την τάση να αναγάγουμε, όσοι θυμούνται, τα πάντα στα γνωρίσματα του χαρακτήρα των ανθρώπων που τιμάμε, στις ηθικές αξίες τους, και όλο και λιγότερο να σκεφτόμαστε τις πολιτικές τους επιλογές. Και, επίσης, γιατί ο Pietro ιδίως, γερνώντας, – και ίσως λόγω του δρόμου που πήραν τα πράγματα στην ιταλική αριστερά – κατέληξε να μένει στη μνήμη μας υποτονικά, ακόμη και με κάποια επιτήδευση, περισσότερο ως ποιητής παρά ως πολιτικός ηγέτης. Αυτό ήταν, όμως, και στο προσκήνιο.

Ποιητής στην πραγματικότητα ποτέ δεν έπαψε να είναι, αρκεί να σκεφτείτε τον τρόπο που ο ίδιος εκφραζόταν, ποτέ πολιτικάντικα, πάντα προσέχοντας να εξάπτει τη φαντασία και να μην επαναλαμβάνει τον ξύλινο λόγο της καθοδήγησης. Θυμάστε την καταπληκτική έξοδό του στο μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο πρώτων συνεδρίων της διάσπασης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, το ΧΙΧ στα 1990, όταν βγήκε φωνάζοντας «μη-ανθρώπινη διαβίωση», προκειμένου να απαιτήσει να δώσουν τη δέουσα προσοχή στη φύση και τα είδη της; Δεν ήταν ένα ποίημα, που σαν τέτοιο ήχησε, εξάλλου, σε εκείνη τη γκρίζα και θλιβερή συζήτηση;

Ο Pietro δεν χρησιμοποιούσε την πολιτικάντικη ορολογία, επειδή ήξερε να ακούει. Φαίνεται τετριμμένο, αλλά σχεδόν κανείς δεν ακούει. Και, καθώς ήξερε να ακούει, κατάφερε και να τον ακούνε πολύ νεότερες γενιές, εκείνες που από τις συζητήσεις μας στο ΧΙ Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, και στο ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν ήξεραν τίποτα. Θυμάμαι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ στη Φλωρεντία, το 2002, για παράδειγμα, όπου η ομιλία του σχετικά με την ειρήνη κατέκτησε νέους ανθρώπους που δεν γνώριζαν καν ποιος ήταν.

Ήξερε να ακούει, επειδή από τη δημοκρατία είχε τονίσει πάντα ένα στοιχείο που το είχαμε αχρηστέψει, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για την ηγετική θέση των μαζών, και εννοώ τη συμμετοχή.

Μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής σκέψης του Ingrao έχει σημαδευτεί από την εφηβική του κινηματογραφική κατάρτιση. Στα πολλά χρόνια όπου λόγω της δουλειάς μου στην προώθηση του ιταλικού κινηματογράφου είχα πολλές συναντήσεις με τους μεγάλους του Χόλυγουντ, συχνά η συζήτηση γύρναγε γύρω από την Ιταλία και εξέφραζαν την απορία πώς ήταν δυνατόν να υπήρχαν τόσοι πολλοί κομμουνιστές. Μεταξύ σοβαρού και αστείου εγώ πάντα κατέληγα σε ένα παράδοξο: «Κοιτάτε – έλεγα – ο ιταλικός κομμουνισμός είναι τόσο ξεχωριστός, γιατί εκτός από τη Μόσχα έχει τις ρίζες του εδώ στο Χόλυγουντ, το οποίο επομένως έχει την ευθύνη του γι’ αυτό». Και τότε τους διηγούμουν την ιστορία, που τόσο συχνά είχα ακούσει από τον Pietro, σχετικά με το σχηματισμό ενός μέρους σημαντικού που αργότερα έγινε η ηγετική ομάδα του Κομμουνιστικού Κόμματος μετά τον πόλεμο: Ο Mario Alicata, ο ίδιος, αλλά και άλλοι που, αν και έξω από την ηγεσία του κόμματος, είχαν όμως μια πολύ ισχυρή επιρροή, ο Visconti, ο Lizzani, ο De Santis. Όλοι οι μαθητές του Πειραματικού Κέντρου Κινηματογράφου.

Τους διηγούμουν, ως εκ τούτου, για τον Ingrao που μου είχε πει πώς η γενιά του, στα μέσα της δεκαετίας του ‘30, είχε τα δικά της στελέχη στον κινηματογράφο. Και, κυρίως, στη μεγάλη οθόνη – και στη λογοτεχνία – αμερικανούς του New Deal, γνωστούς χάρη σε ένα τυχαίο γεγονός: την άφιξη, ως δάσκαλου, με ένα μοναδικό χαρακτήρα, του Ahrnheim, ενός γερμανο-εβραίου που δραπέτευσε από το γερμανικό ναζισμό και με κάποιο τρόπο προσγειώθηκε ακριβώς εκεί, πριν οι φυλετικοί νόμοι εισαχθούν και στην Ιταλία.

“Ακριβώς αυτές οι ταινίες – μου είπε ο Pietro επί τη ευκαιρία μιας συνέντευξης (για το εβδομαδιαίο αφιέρωμα για την Ειρήνη και τον Πόλεμο που τότε διηύθυνα) για μια μεγάλη έκθεση στο Μιλάνο για τη δεκαετία του ‘30 – παρουσίαζαν μορφές πλήρους κοινωνικότητας, στην οποία υπήρχε η εργατική τάξη, η κοινωνική αλληλεγγύη, ο αγώνας. Χάρη σε αυτές τις ταινίες, οι οποίες ήταν τα μέσα επικοινωνίας μεταξύ των κοινωνικών κινημάτων και τον κάθε Αμερικανό, με τόσο μεγάλη διαφορά από την ιταλική αντιφασιστική κουλτούρα της δεκαετίας του ‘20 – που ήταν ελιτίστικη, ερμητική – που είχαμε αγαπήσει, αλλά δεν μας είχε βοηθήσει• μόνο εκείνες οι ταινίες που άνοιγαν ένα παράθυρο στους διανοούμενους, εμείς είμαστε πολιτικοποιημένοι. Ήταν το πρώτο βήμα προς την πολιτική”.

Αυτή η σχέση μεταξύ του πολιτισμού και της πολιτικής ήταν ένα χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει τον ιταλικό κομμουνισμό. Και ο Pietro Ingrao ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ερμηνευτές αυτού του κινήματος.

Ευχαριστώ και τις καλύτερες ευχές, Pietro.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply