ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΚΔΟΣΕΩΝ – www.lamprakides.gr

Επιλέγουμε να κάνουμε παρουσίαση των βιβλίων που διανέμονται μέσα από το προσωπικό Αρχείο του Παληοτάκη. Από μία απλή φωτογραφική παρουσίαση που φαίνεται παραπάνω θα ασχοληθούμε  και θα πούμε δυο λόγια για κάθε ένα από αυτά. Σήμερα θα παρουσιάσουμε την «Μαχόμενη Κουλτούρα των Λαμπράκηδων»
και θα παραθέσουμε την εισαγωγή του βιβλίου καθώς και την σύντομη προλόγιση που έχει κάνει η δακτυλογράφος του βιβλίου Μαίρη Κώστογλου.

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΊΧΑΝ ΚΑΤΑ ΝΟΥ ΟΙ ΛΑΜΠΡΑΚΗΔΕΣ.

Μέσα από τα πολλά κείμενα που έχουν απομείνει για τη δράση των Λαμπράκηδων – από τις εφημερίδες τοίχου, από τη ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ, από τα άρθρα και τις μελέτες που έχουν γραφεί για το Κίνημά τους – διαπιστώνεται ότι το Κίνημα των Λαμπράκηδων δεν ήταν μόνο πολιτικά συγκρουσιακό, όπως θέλουν, ίσως, να αφήσουν να εννοείται, όταν αναφέρονται στη δράση τους, περιοριζόμενοι – όσοι το κάνουν – στις πορείες και συγκρούσεις στις οποίες οι Λαμπράκηδες πρωτοστατούσαν.
Το κίνημα των Λαμπράκηδων ήταν κάτι περισσότερο και πιο βαθύ, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει και από τα ποιήματα και τα κείμενα, που βρέθηκαν στα γραφεία τους και μπόρεσε – με φροντίδα, σεβασμό και αγάπη – να διασώσει ο Παληοτάκης μέσα από διάφορες σοβαρές και κρίσιμες περιόδους που πέρασε ο λαός μας και ο ίδιος.
Ποιήματα ανωνύμων και επωνύμων βρέθηκαν στο αρχείο των οργανώσεων, ποιήματα και κείμενα παλαιοτέρων αλλά και σύγχρονων λογοτεχνών, που είχαν τότε αγωνιστική δράση ή που είχαν αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική, για το έθνος και την κοινωνία, παραγωγή.    Πλάι  σε ποιητές, που δεν θα τους βρούμε ανθολογημένους στις ποιητικές ανθολογίες, βρίσκουμε τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, που δεν είχαν καμιά σχέση με το αριστερό κίνημα.  Αλλά και τους «κατηγοριοποιημένους» ως «συντηρητικούς», τον Σεφέρη και τον Ελύτη, θα τους βρούμε δίπλα στον «βαμμένο», τότε, «κόκκινο» Ρίτσο.
Τι δείχνει μια τέτοια «συνύπαρξη»;
Όλα αυτά μαρτυρούν ότι οι Λαμπράκηδες, με τις λέσχες που είχαν δημιουργήσει σε όλη την Ελλάδα, στόχευαν στην καλλιέργεια του λαού – μέσα από πολιτιστικές εκδηλώσεις, μορφωτικές παρεμβάσεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες, με ευρύτερο περιεχόμενο και στόχο.
Σ’ αυτές τις δραστηριότητες μελετούσαν και «δίδασκαν» ποίηση, έστω και μόνο με τη δημοσιοποίηση των σχετικών ποιητικών έργων.  Σε εθνικές γιορτές αλλά και σε πολιτικές εκδηλώσεις, σε προσωπικές στιγμές αλλά και σε συλλογικές δράσεις, η ποίηση είχε τη θέση της.  Είχαν κατανοήσει ότι πολιτισμός και αλλαγή, εκπαίδευση και επανάσταση δεν μπορούν παρά να  βαδίζουν μαζί.  Δεν μπορείς να απαιτήσεις από ένα λαό να προχωρήσει σε επαναστατικές αλλαγές και δημιουργικές ρήξεις, αν δεν ενημερωθεί, αν δεν εκπαιδευθεί, αν δεν γνωρίσει το βάθος του πολιτισμού του, της παράδοσής του, των αγώνων του.  Όλα αυτά δεν διδάσκονται μόνο στα θρανία – ίσως κυρίως όχι εκεί – ούτε γίνονται κτήμα μας μέσα από πολιτικές εκδηλώσεις και ομιλίες.

Πρωτίστως δεν τα «διδάσκουν» οι πολιτικοί μας αντιπρόσωποι με το λόγο και τη στάση ζωής τους.  Κάθε άλλο!…
Αυτό είναι που βαθιά είχε καταλάβει το Κίνημα των Λαμπράκηδων και γι’ αυτό είχε καταφέρει να συγκεντρώσει και να κερδίσει τέτοιο εύρος από τις λαϊκές μάζες.  Είχαν στρατευθεί στις γραμμές τους πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της εποχής, που σήμερα – ακόμη και σε τόσο κρίσιμες στιγμές που διανύουμε για την κοινωνική και εθνική συνοχή και ύπαρξη – δεν τολμούν να βγουν μπροστάρηδες για να δείξουν το δρόμο της αλήθειας και της αλλαγής στο λαό.
Αυτός είναι και ο λόγος που αποφασίστηκε η δημοσίευση αυτών των ποιημάτων.  Και για να αναδειχθούν ανώνυμοι σύντροφοι και Λαμπράκηδες, που κατάθεσαν τους στίχους τους ως προσφορά στο Κίνημα ή ως φόρο τιμής στους αγώνες και στα πρόσωπα που έδωσαν τη ζωή τους για τον ελληνικό λαό.  Αλλά και για να εκτιμήσει κανείς, από τον απλό αναγνώστη μέχρι τον εμβριθή μελετητή, ποιες είναι οι αγωνίες της εποχής τότε, ποια τα αιτήματα και οι αγώνες, ποια τα όνειρα και οι ελπίδες, πόσο το πείσμα και ποια η στόχευση για την κατάκτηση των ονείρων.
Πολιτιστική ήταν η παράλληλη επανάσταση που συντελείτο την εποχή εκείνη.  Ίσως σημαντικότερη από  τη μάχη στους δρόμους και στις πορείες.  Ίσως και η πανέξυπνη βαθιά και κρυφή εξουσία το κατάλαβε αυτό και θέλησε – πριν από κάθε άλλη νεολαία και πριν από κάθε άλλο Κίνημα – να φιμώσει τους Λαμπράκηδες και ό,τι αυτοί εκπροσωπούσαν.  Ίσως και η αριστερή ηγεσία της εποχής αυτό να φοβήθηκε:  ότι θα τρίξει και θα κινδυνέψει η ασφάλεια της καρέκλας τους, της μιας και μοναδικής άποψης, ότι ο λαός θα καταλαβαίνει και θα κρίνει, κι έτσι θα φτάσει να κρίνει και τους ίδιους και  την ορθότητα των απόψεών τους.
Μέσα από τέτοιας δύναμης και τέτοιας ευρείας αποδοχής Κίνημα, ο λαός είχε ανακτήσει θάρρος, μετά τον τρόμο του Εμφυλίου και των εκτοπίσεων.  Αργά αλλά σταθερά, οι γραμμές των Λαμπράκηδων πύκνωναν.  Δεν φοβάται εύκολα κανείς, όταν ακούγονται, απαγγέλλονται, διδάσκονται οι εθνικοί μας ποιητές – ο Σολωμός και ο Παλαμάς – μαζί με τους αντιστασιακούς, όταν στην ίδια κολυμπήθρα βαπτίζονται όλες οι πνευματικές δυνάμεις αξεχώριστα, χωρίς κομματικούς χαρακτηρισμούς, όταν στρατεύονται οι δυνάμεις και το έργο τους στην υπέρτατη προσφορά, στη μόρφωση του Έθνους.
Προσφορά στο έργο και τον αγώνα των Λαμπράκηδων αυτή η έκδοση.  Ίσως να αποτελέσει πηγή μελέτης για τους νέους και παλιούς ιστορικούς, οι οποίοι θα μπορέσουν να ανασυνθέσουν την εποχή μέσα και από τις καλλιτεχνικές και πνευματικές ανησυχίες που απασχολούσαν τους νέους τότε.  Αλλά όλοι μπορούμε να βρούμε τις κοινές γραμμές και αγωνίες που διατρέχουν τους νέους κάθε εποχής:  έρωτας, φιλία, αγώνας και αγωνία για το αύριο, μαχητικότητα, ασυμβίβαστο και ελπίδα, αλλά και τόσα άλλα κοινά χαρακτηριστικά των νέων, που μπορεί κανείς να αναγνωρίσει και στους νέους των Λαμπράκηδων, όπως και σε κάθε άλλο νέο κάθε εποχής.
Οι νεότεροι ας αναλάβουν τη σκυτάλη και ας πάρουν και πάλι την τύχη της χώρας στα χέρια τους.  Μην περιμένετε από όσους σωπαίνουν.  Κάντε τους «να βγουν από τα ρούχα τους».  Ίσως, τότε, να μιλήσουν και να πουν όσα πολύ καλά αυτοί ξέρουν – εκτός και αν το σύστημα δεν τους έκανε μόνο να βουβαθούν αλλά τους προκάλεσε και λοβοτομή.
Μην πιστεύετε όσους σας λένε ότι είστε μικροί.  Καμιά αλλαγή δεν έρχεται – ή καλύτερα, δεν ξεσπά – από τους ενήλικες, τους βολεμένους.  Οι νέοι έχουν τον παλμό, οι νέοι έχουν τα όνειρα.  Οι μεγάλοι έχουν την εμπειρία της οργανωτικότητας.
Συμβουλευτείτε τους, αλλά μην τους αφήσετε να σας κηδεμονέψουν.  Να βαδίζετε μαζί τους, αλλά να ελέγχετε ανά πάσα στιγμή τα βήματά τους.  Καλύτερη η δική σας αλαζονεία, η νεανική υπεροψία, παρά η βολεμένη «σοφία» των συμβιβασμένων.
«Οι καινούργιες εποχές δεν έρχονται αμέσως», έλεγε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, που τον βρίσκουμε ανθολογημένο στα ποιήματα που μ’ αυτά ζούσαν οι Λαμπράκηδες.  Θέλει δουλειά πολλή για ν’ αλλάξουν οι νοοτροπίες και, συνακόλουθα οι ζωές μας.  Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα – για κάποιους ανυπόφορα μεγάλο – «το καινούργιο κρέας τρώμε με τα παλιά πιρούνια».  Δύσκολα θα είναι τα χρόνια που ακολουθούν, παρά την τεχνολογία, που οι εφαρμογές της έχουν συγκλονίσει και ταρακουνήσει τη ζωή μας.  Αν, όμως, αναζητήσουμε στο βάθος της, στην ουσία των πραγμάτων, θα διαπιστώσουμε ότι και «οι νέες κεραίες μεταδίνουν τις παλιές βλακείες».
Έχετε στα χέρια σας τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και τα χειρίζεστε καλύτερα από όλους τους μεγάλους.  Ο Μπρεχτ έλεγε πως «Η σοφία διαδιδόταν πάντα από στόμα σε στόμα».  Αυτό το ρόλο της κοινής ανθρώπινης σοφίας, τη διάδοση από στόμα σε στόμα, αντικαταστήστε την με τα μηνύματα από κινητά και υπολογιστές.  Ίσως αυτή να είναι η σύγχρονη προφορική παράδοση των λαών του 21ου αιώνα, του πλανητικού χωριού μας.

«Όλα αλλάζουν.
Να ξαναρχίσεις.
Μπορείς και με την τελευταία σου πνοή».
Μην αφήσετε να πουν και για σας, όπως και για εμάς:

ΓΙΑΤΙ ΣΩΠΑΙΝΕΤΕ;

Παληοτάκης

Και εδώ παρουσιάζεται ο πρόλογος της Μαίρης Κώστογλου

Όταν μου ζήτησε ο φίλος Παληοτάκης να γράψω κάποια ποιήματα, που είχε συλλέξει με μεγάλο κόπο από το 1964 έωςτην 21.4.1967, όταν ήταν στέλεχος των Λαμπράκηδων και γραμματέας του βουλευτή και προέδρου της δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και διέσωσε με τρομερές θυσίες την εποχή της δικτατορίας. δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχε τόσο μεγάλη αξία γι’ αυτόν, να επαναφέρει στη μνήμη του και να διατηρήσει κάτι που είχε τελειώσει πριν από αρκετά χρόνια (περίπου 45).

Βέβαια, ήξερα πως ήταν ένας άνθρωπος που είχε βιώσει τον πόλεμο του ‘40 (ήταν μικρός τότε, αλλά παρ’ όλα αυτά ένιωσε  τις συνέπειες του πολέμου), την Εθνική Αντίσταση , τον Εμφύλιο σπαραγμό και τη δικτατορία, όχι φυσικά από τα σαλόνια κάποιου πλουσιόσπιτου, ούτε καθισμένος στο καφενείο συζητώντας με τους υπόλοιπους για το πού θα βγάλει αυτή η κατάσταση, ούτε καν αδιάφορα, αλλά ενεργά,  με προσωπική του συμμετοχή και δράση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου του 1967 και κατά της χούντας, όπως λέει ο χοντρός λαό.

Πλήρωσε για τη δράση του αυτή με πολύ καιρό στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας – με τον ξεχωριστό τρόπο φιλοξενίας που επιφυλασσόταν από τις κατασταλτικές αρχές και με πολύ καιρό  στην εξορία (Γυάρο, Λέρο). Σε κάποια απ’ αυτά τα “ταξιδάκια” συναντήθηκε και συμπορεύτηκε με άλλους αξιόλογους ανθρώπους, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, o Γιάννης Νεγρεπόντης, o Θεοτόκης Ζερβός, ο Λεωνίδας Κύρκος.  Αλλά και πάλι δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν τόση η επιθυμία του να τυπωθούν.

Ξεκίνησα βάζοντας τους ποιητές σε αλφαβητική σειρά κι ανάμεσά τους βρήκα ανθρώπους που δεν ήξερα τίποτα για τη δράση τους, ούτε καν ότι υπήρχαν.  Άρχισα σιγά – σιγά να ψάχνω γι’ αυτούς μέσα στο διαδίκτυο και σε εγκυκλοπαίδειες.  Αυτά που ανακάλυψα μ’ έκαναν να μη θέλω να τελειώσουν και προσπαθούσα να μαζέψω όσο πιο πολλές πληροφορίες μπορούσα για να τις εντάξω μέσα σ’ αυτό το βιβλίο.

Δεν είναι βιβλίο με προσωπικά ποιήματα, πολλά απ’ αυτά τα έχουμε ακούσει ή διαβάσει κι άλλες φορές, αλλά ποτέ δεν τα είχαμε δει από αυτή τη σκοπιά.  Ήταν σε πολλά αντίγραφα το καθένα και στην αρχή απόρησα, αλλά μετά είδα με τα μάτια της φαντασίας μου κάποιους ανθρώπους να τα τυπώνουν στον πολύγραφο,  σε πολλά αντίγραφα, να τα δίνουν σε κάποιους άλλους, που είχαν αναλάβει να τα μοιράσουν στις οργανώσεις των Λαμπράκηδων όλης της Ελλάδος, και αυτές με τη σειρά τους να τα παραδίδουν στα οργανωμένα και μη μέλη των Λαμπράκηδων, έτσι ώστε  να τονώνεται το ηθικό τους και να μην το βάζουν κάτω τότε που έπρεπε να αγωνιστούν για Δημοκρατία, Ελευθερία, Εθνική Ανεξαρτησία, Παιδεία, Ισότητα, Δικαιοσύνη.

Ανάμεσά τους βρήκα και κάποιες συγκλονιστικές ιστορίες, απ’ αυτές που δεν μπορεί να φανταστεί ένας απλός άνθρωπος ότι μπορεί να συμβούν, όπως αυτή της Παναγιώτας Σταθοπούλου, που δεν δίστασε να προτάξει το σώμα της στο γερμανικό τανκ και να σκοτωθεί για τα ιδανικά της. Δεν είχα ακούσει ποτέ γι’ αυτό το γεγονός, παρ’ όλα τα αρκετά χρόνια που βαραίνουν τις πλάτες μου.  Αναρωτήθηκα, γιατί.  Άρχισα να τη λέω στους φίλους μου, στα παιδιά μου, στα ανίψια μου. Αισθάνθηκα περήφανη για την Παναγιώτα.  Αισθάνθηκα ντροπή γιατί δεν ήξερα την ιστορία της.  Εγώ φταίω; Σκέφτηκα.  Ίσως, ίσως πάλι και όχι.  Ποιος ξέρει;

Επίσης, υπήρξαν κάποιοι ανώνυμοι ποιητές ή κάποιοι που αισθάνθηκαν την ανάγκη να γράψουν έστω μόνο και μια φορά για κάποια γεγονότα που έζησαν και που ήταν τόσο έντονα, ώστε να τα αποτυπώσουν σε μια κόλλα χαρτί.  Τους ευχαριστούμε και τους ζητούμε συγγνώμη, αν παραλείψαμε κάποιου το όνομα χωρίς να το θέλουμε.

Ευχαριστώ τον φίλο  Παληοτάκη, που, έστω και αργά, έμαθα κάποια σημαντικά γεγονότα μέσα απ’ αυτά τα ποιήματα και τις ιστορίες, που ούτε στην άκρη του μυαλού μου δεν μπορούσαν να υπάρξουν και που μπορώ να πω σήμερα, με θάρρος γνώμης, πως με έκαναν να αισθάνομαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα. Τον ευχαριστώ για την επιμονή του να τυπωθούν όλα μαζί σε ένα βιβλίο με τίτλο «τα Ποιήματα των Λαμπράκηδων 63-67», ώστε να μπορούν τα παιδιά  και τα εγγόνια των Λαμπράκηδων και οι ερευνητές να  βρουν συγκεντρωμένη όλη αυτή την πνευματική σοδειά των Λαμπράκηδων και ν’ αναλογιστώ τελικά, για ποια ιδανικά ζούμε σήμερα, τι διεκδικούμε, γιατί αγωνιζόμαστε;

Σας ευγνωμονούμε.

Μαίρη Κώστογλου

Ενδεικτικά παραθέτουμε και δυο ποιήματα από το βιβλίο για να σας παρακινήσουμε να το διαβάσετε.

ΡΟΖΙΔΗ  ΜΙΛΙΑ

ΞΕΚΙΝΟΥΜΕ

Ξεκινούμε,
με τα μπράτσα απλωμένα
στον ήλιο που βγαίνει.
Το κορμί μας
λουσμένο στη δροσιά της ελπίδα
κι αντιφέγγει στο φως
της καινούργιας ημέρας
στα ψηλά μέτωπά μας.
Ξεκινάει κι ο ασφάλτινος δρόμος,
μαζί μας κι αυτός,
και την τύλιξε πέρα ως πέρα
την υδρόγειό μας σφαίρα.
Και τραντάζει πρωτόφαντα η γης
απ’ το πέρασμα κάτω των δικών μας βημάτων.
Και σωπαίνουν οι θάλασσες όλες
μπρος στο ξύπνημα τούτο
της δικής μας ορμής.
Τον καινούργιο το δρόμο
τον ανοίγουμε εμείς
Ευρωπαίοι, Βαλκάνιοι
και Μαύροι κι Ινδοί
και Μογγόλοι.
Της καινούργιας ζωής
πλαστουργοί, κοινωνοί,
κι αδέλφια και συντρόφοι
είμαστ’ όλοι.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Και τ’ είσαι, άνθρωπε μωρέ, που φλυαρείς εμπρός μου,
αν με τα ζώα τα λοιπά παραβληθείς του κόσμου;

Έχεις τη χαίτη λιονταριού και το κεντρί της σφήνας;
Έχεις πτερά του παγωνιού και της στρουθοκαμήλου;
Ή του προβάτου το μαλλί το γάλα της κατσίκας,
τα δόντια του ελέφαντος το στόμα κροκοδείλου;

Έχεις το χιλιμίντρισμα εκείνο της φοράδας;
Έχεις λαγού περπατησιά και κάβουρα ποδάρια,
ή του ξιφία την ουρά ή καν της σουσουράδας,
ή καν της πίννας το φαγί και τα μαργαριτάρια;

Έχεις αυτιά του γαϊδουριού, της κουκουβάγια μάτι
ή της χελώνας το καυκί και τζίτζιγκας φαρύγγι
κι οπόταν θέλεις ημπορείς βρε άνθρωπε σακάτη
να βγάλεις από μέσα σου ιπποποτάμου ξύγκι;

Μπορείς να πέσεις στο νερό από ψηλά σαν γλάρος
και το μακρύ το ράμφος σου μαρίδες να ρουφήσει;
Μπορείς και συ ν’ αλατισθείς καθώς ο μπακαλιάρος
κι από τ’ αλάτι το πολύ να γίνεις στοκοφίση;

Μπορείς σκουλήκι εν αυτώ και πεταλούδα νάσαι
κι από το σάλιο σου να βγει μεταξωτή λουρίδα;
ή, όπερ σπουδαιότερον μπορείς ν’ αποκοιμάσαι
μ’ ένα ποδάρι κρεμαστός καθώς η νυχτερίδα;

Μπορείς να ζεις χωρίς βρακιά, παπούτσια και φωκόλα
ή τρία καν πηδήματα να κάνεις σα ζαρκάδι;
Μπορεί από τα σπλάχνα σου να έβγει καμμιά κόλλα,
Χαβιάρι, αυγοτάραχο ή της μουρούνας λάδι;

Μπορεί από το δέρμα σου να δούμε μια διφθέρα,
σαμούρια, γούνες στρώματα, παπλώματα, καπότες;
Μπορείς καθώς τον κόκορα μονάχα σε μια μέρα
να χωρατεύεις μ’ εκατόν τριάντα πέντε κότες;

Μπορείς και συ να χώνεσαι στις τρύπες σαν ποντίκι
ή να πετάς σαν κότσυφας, σαν σπίνος, σαν ορτύκια
Μπορείς  ποτέ τα όσα τρως, βρε άνθρωπε τεμπέλη
να τα μασάς σα μέλισσα και να τα βγάζεις μέλι;

Ου, να χαθείς, κηφηναριό στων μελισσιών το σμήνος
εσύ ζηλεύσεις μοναχά τη θέση του κηφήνος
και θέλεις πάντα χάρισμα να τρώγεις στην κυψέλη,
οπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.

Με όλην την σοφίαν σου την τόσο πνευματώδην
δεν ημπορείς στα σύννεφα και μια φωλιά να κτίσεις,
μηδέ να βγάλεις κέρατα σαν τράγος ή σα βόδι,
και μοναχά ως σύζυγος μπορείς να τ’ αποκτήσεις.

Ότι μικρόν και αφανές η πτέρνα σου πατεί
γελά με τα καμώματα της λογικής αγέλης
κι αν πεις κι εις ένα μύρμηγκα στον κόσμο τι ζητεί
θα σ’ απαντήσει αυθαδώς: αμέ εσύ τι θέλεις.

Ένα κουνούπι ζωηρό εκάθισε μια μέρα
σ’ ενός βοδιού το κέρατο κι σφύριξε εκεί πέρα,
κι είπε το βόδι με ψυχρόν Εγγλέζου χαρακτήρα:
«και όταν ήλθες κι έφυγες χαμπάρι δεν σ’ επήρα».

Αν ημπορείς βρε άνθρωπε πες τα και συ αυτά
όταν στ’ αυτιά σου νηστικό σφυρίζοντας πετά
με σφύριγμα και δάγκωμα κακά σε ξημερώνει
αν δεν σκεφτείς δελτάριον ν’ ανάψεις Ζαμπιρόνι.

Βλέπεις αυτόν τον μπούρμπουλα τον αφανή στο χώμα
που με τα πόδια του κυλά την μιάν και άλλην βρώμα;
Μεγάλης έτυχε ποτέ στην Αίγυπτον λατρείας
ως του ηλίου σύμβολον δυνάμεως και ανδρείας.

Και ύστερα κορδώνεσαι και θεωρείς ως δώρον
και το μυαλό της κεφαλής και το μυαλό της ράχης.
Ω! του Δαρβίνου η μαϊμού
Ω! δίπουν μαστοφόρον

Ω! άνθρωπε θαυμάσιε που κακό ψόφο νάχεις.

Leave a Reply