Φωνές που μιλούν για τη δράση μιας Αριστεράς που οφείλει να ακούει και να οργανώνεται

Στο πλαίσιο των αναζητήσεων και των συζητήσεων των ανθρώπων και των στελεχών της Αριστεράς, με στόχο το καινούριο πρόσωπο και το σημερινό χρέος της, βρήκα και διάβασα το παρακάτω κείμενο του Τάσου Τρίκκα, φίλου και συντρόφου μου χρόνια τώρα.

Η επισήμανση έγινε από τον Φώντα Λάδη, που με κάλεσε να διαβάσω το άρθρο του Τάσου. Το βρήκα στην ΑΥΓΗ online. Αποφάσισα να το αναδημοσιεύσω.

Πρόκειται για κείμενο πιο στενά κομματικό, σε σχέση με αυτά που έχουμε αποφασίσει να αξιοποιούμε.

Γνωρίζω, όμως, την αγωνία του Τάσου Τρίκκα για την πορεία των αριστερών δυνάμεων και για την ενότητα της Αριστεράς. Ξέρω πως η έγνοια του δεν είναι στενά κομματική. Μια ζωή πρόσφερε στην Αριστερά και στους αγώνες της. Και δεν καρπώθηκε θέσεις εξουσίας. Αυτοί που τον ξέρουμε γνωρίζουμε τις ικανότητές του. Αυτός προτίμησε να προσφέρει πάντα στο παρασκήνιο, εκεί που η αναγνωρισιμότητα δεν είχε πέραση.

Τιμή σ’ αυτά τα χρόνια, του αγώνα και της ελπίδας, της προσφοράς και της ανιδιοτέλειας αποτελεί η απόφασή μου να αναδημοσιεύσω το κείμενό του.

Ο λόγος του δύσκολος και πυκνός, όπως πάντα. Δεν είναι εύκολη η ανάγνωση του άρθρου του. Δεν τελειώνει με την πρώτη ματιά. Αυτός ήταν πάντα ο Τάσος Τρίκκας.

Πρόκειται, όμως, για λόγια μεστά, για πρόταση ουσίας, που δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει.

Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα είναι δικές μου.

Το άρθρο ακολουθεί και, φυσικά, ο τίτλος είναι του Τάσου – τίτλος που υποδηλώνει -ήδη από την πρώτη ανάγνωση- τη σοβαρότητα των σκέψεων και των προτάσεων που θα ακολουθήσουν.

Παληοτάκης

Για το blog των Λαμπράκηδων

www.lamprakides.gr/blog

Πόλεμος στον φόβο

Δημοσιευμένο στις 26.05.2013

Ανιχνεύοντας τις πιθανές αιτίες της επιβράδυνσης της δυναμικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ που αποτυπώνεται σε κάποιες σφυγμομετρήσεις (και σε άλλους δείκτες), ορισμένοι κάνουν λόγο για “έλλειμμα πειστικότητας” του προγράμματος διακυβέρνησης, που έχει παρουσιάσει ο ενιαίος φορέας της δικής μας Αριστεράς. Λάθος, νομίζω. Ασφαλώς, η απήχηση του προγράμματος συναρτάται με την αρτιότητα και πληρότητά του και, κυρίως, με την ανταπόκρισή του στην προσμονή των τμημάτων της κοινωνίας στα οποία απευθύνεται να αναγνωρίσουν σ’ αυτό τον εαυτό τους, με τη “συγχορδία” του περιεχομένου του με το κλίμα της καθημερινότητάς τους, με τις ανάγκες τους και με τα οράματά τους.

Αλλά οι ενδεχόμενες ελλείψεις που θα μπορούσε εδώ κανείς να επισημάνει δεν κλονίζουν την πειθώ του πολιτικού λόγου που αρθρώνει ο ΣΥΡΙΖΑ στους προγραμματικούς στόχους της διακήρυξής του. Αλλού βρίσκεται το πρόβλημα: Παρ’ όλη την οργή και την αγανάκτηση που έχει συσσωρεύσει η αντιλαϊκή πολιτική της συγκυβέρνησης των τριών με τις υπαγορεύσεις της τρόικας, την αισθητή αποδιάρθρωση της κοινωνικής συναίνεσης και τις εντυπωσιακές ρηγματώσεις του πολιτικού σκηνικού, οι κυρίαρχες τάξεις δεν έχουν απωλέσει την ιδεολογική ηγεμονία τους. Έχουν χάσει απλώς έδαφος σε μεγάλο βαθμό, που το αναπληρώνουν με την ενίσχυση των μηχανισμών αυταρχισμού και καταστολής και προπάντων, με την εξατομίκευση του φόβου, της τρομακτικής ανασφάλειας που προκαλεί η απειλή να βρεθεί κανείς χωρίς δουλειά από τη μια στιγμή στην άλλη, να περιέλθει στην κατάσταση της έσχατης φτώχειας, να προστεθεί στις ουρές των συσσιτίων και στους άστεγους που κοιμούνται στις στοές.

Ο εξατομικευμένος αυτός φόβος εξαρθρώνει τη συλλογικότητα παραλύει τις αντιδράσεις, οδηγεί στην αδράνεια και στην εσωτερίκευση της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης. Η προσαρμογή, η αποδοχή του κοινωνικού και πολιτικού “μονόδρομου” που προβάλλει η κυβέρνηση, ο ΣΕΒ και τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ, η αναζήτηση του προσωπικού “βολέματος”, ο εξοντωτικός ανταγωνισμός στη δουλειά είναι οι “αξίες” του αντίπαλου που υιοθετούνται, εν μέρει ή εξ όλου, και στην “εδώθε” όχθη. Είναι η άλλη όψη μιας σύνθετης πραγματικότητας, που περικλείει τόσο την οργή και την αντίσταση, όσο και την παθητικότητα και την υπακοή. Εδώ εντοπίζεται ο βασικός παράγοντας της αναντιστοιχίας του μεγέθους των δεινών που πλήττουν τα λαϊκά στρώματα και των ορίων των πολιτικών τους διαφοροποιήσεων.

Την αντίρροπη δύναμη στον παραλυτικό φόβο, με όσα αυτός συνεπάγεται, δημιουργεί η οργάνωση και η ενίσχυση των διεκδικητικών αγώνων, σ’ όλα τα μέτωπα όπου εκδηλώνεται κινητικότητα και διαμορφώνονται όροι μετάλλαξης της οργής σε μαχητική δράση του κόσμου της εργασίας – εργαζομένων, ανέργων, αυτών που απειλούνται από τη λεγόμενη “επισφάλεια”, όλων όσοι δοκιμάζονται σκληρά από την ωμή επίθεση των “αγορών” και των μνημονιακών πολιτικών.

Το αρτιότερο δυνατό πρόγραμμα μιας Αριστεράς που διεκδικεί την κυβέρνηση δεν αρκεί για την ανατροπή που επιδιώκει, όταν δεν στηρίζεται στην ανάπτυξη των αγωνιστικών διαθέσεων των μαζών, του εγερσιακού πνεύματος, της σύγκρουσής τους με τις αντίπαλες δυνάμεις που εργάζονται μεθοδικά για την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των ισχυρών και για την αναδιάταξη της ταξικής κυριαρχίας με την αφαίρεση των κεκτημένων της μισθωτής εργασίας.

Και για να διαμορφωθεί το απαιτούμενο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα που θα επιτρέψει την πραγματοποίηση του στόχου της ανάληψης της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, χρειάζεται να “προσληφθεί” από τον λαό ο στόχος αυτός ως κορύφωση της συγκρουσιακής διαδικασίας, που θα αποτελέσει τομή στην πορεία του συσχετισμού δυνάμεων, σημείο ρήξης με τις ως τώρα πολιτικές πρακτικές, απαρχή μιας νέας περιόδου άμεσων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών αλλαγών στην προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Αποδυναμώνουν οι περιορισμοί

Η συγκρουσιακή διαδικασία πραγματοποιείται σε πολλά επίπεδα. Δεν εγκλωβίζεται σε έναν διακηρυκτικό πολιτικό λόγο, ούτε περιορίζεται στην κεντρική πολιτική σκηνή. Δεν διαθέτει προνομιακό χώρο – κοινοβούλιο και “πεζοδρόμιο” είναι παράλληλα πεδία, και η υστέρηση του δευτέρου απέναντι στο πρώτο, με την ανάδειξη των νέων δυνατοτήτων που προκύπτουν από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μπορεί να αποβεί επιζήμια και επικίνδυνη για την Αριστερά. Το επερχόμενο Συνέδριο του ενιαίου φορέα οφείλει να προσανατολίσει σωστά τον συγκροτούμενο σχηματισμό.

Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι οι σταθερές κοινωνικές αναφορές, η αγκύρωση στον κόσμο της μισθωτής εργασίας, που μεγάλο μέρος του είναι σήμερα άνεργο. Η στενή σχέση του ενιαίου φορέα με τα κοινωνικά κινήματα, που η αυτονομία τους είναι απολύτως σεβαστή, δεν αναιρεί την αναγκαιότητα και προτεραιότητα του πολιτικού υποκειμένου. Η ανεπιφύλακτη διαφύλαξη του πλουραλισμού τού υπό διαμόρφωση νέου ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί απλώς εσωκομματική υπόθεση. Είναι στρατηγικό στοιχείο της δικής μας Αριστεράς.

Η ανακύκλωση της συζήτησης για τα αρνητικά των τάσεων δεν μπορεί να καταλήξει στη θέσπιση περιορισμών στη λειτουργία τους που θα “αποδυναμώσουν” το κόμμα. Και η ανάγκη της αποτροπής συγχύσεων γύρω από τον πολιτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, ανάγκη ακόμα πιο επιτακτική στη σημερινή συγκυρία, δεν μπορεί να δικαιολογήσει σε καμία περίπτωση τη δημιουργία προσκομμάτων στην κυκλοφορία των ιδεών και την ελεύθερη έκφραση των απόψεων. Ο πλουραλισμός, οι δημοκρατικές διαδικασίες και η συλλογικότητα συνθέτουν ένα τρίπτυχο απαράβατων αρχών για τον νέο φορέα.

Μανιχαϊκό δίλημμα “ευρώ ή δραχμή”

Ο διάλογος, πρωταρχική “αξία” για τη δική μας Αριστερά, δεν εξυπηρετείται πάντως από την κατασκευή μανιχαϊκών διλημμάτων ή από την απλούστευση των προβλημάτων. Παράδειγμα προς αποφυγήν αποτελεί το διάζευγμα “ευρώ ή δραχμή”.

Κατ’ αρχήν τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η έξοδος από το ευρώ θα έχει θετικό ή, μήπως, αρνητικό πρόσημο. Η επαναφερόμενη κατά περιόδους “υπόδειξη ή πρόβλεψη” που διατυπώνεται σε ιθύνοντες διεθνείς κύκλους ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ “συμφέρει”(σε ποιους;) ή είναι “αναπόφευκτη” εμβάλλει σε σκέψεις για ενδεχόμενη ένταξη σε σχεδιασμούς από τα κυρίαρχα κεφαλαιοκρατικά κέντρα μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, όπου η Ελλάδα (ή και άλλες χώρες) δεν θα έχει θέση στην Ευρωζώνη ή σε άλλους σχετικούς θεσμούς.

Επί πλέον, υπάρχει εδώ και μια παράδοξη, θα έλεγε κανείς, “συμμετρία” στα δύο σκέλη του διαζεύγματος “ευρώ ή δραχμή”. Η τρόικα επέβαλε στη χώρα μας μια μονόπλευρη εσωτερική υποτίμηση, που συρρίκνωσε τους μισθούς και τις συντάξεις, ωθώντας στη φτώχεια και την εξαθλίωση μεγάλο μέρος του λαού. Αλλά και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, με την επακόλουθη υποτίμησή του, θα έχει, για ένα διάστημα τουλάχιστον, ανάλογα αποτελέσματα – την απομείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και συνταξιούχων, πράγμα που δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορη την Αριστερά. Τέλος, η προσέγγιση της κοινωνικής και της οικονομικής πραγματικότητας με όρους νομίσματος δεν προσιδιάζει στην Αριστερά.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ

Θα ήθελα να καταθέσω κάποιες πληροφορίες για τον Τάσο, όπως εγώ τον γνώρισα και τον εκτίμησα και συνεργάστηκα μαζί του, κι έτσι δέθηκε μια σχέση που κρατάει χρόνια.

Ο Τάσος Τρίκκας υπήρξε Διευθυντής της εφημερίδας της ΑΥΓΗΣ, από την εποχή την προδικτατορική.

Στη διάρκεια της επτάχρονης Δικτατορίας, ο Τάσος είχε κατορθώσει να διαφύγει στο εξωτερικό.

Με τη μεταπολίτευση, το 1974, ο Τάσος επέστρεψε.

Σχεδόν, με το που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα, συλλαμβάνεται για τα χρέη της ΑΥΓΗΣ και φυλακίζεται.

Οι σύντροφοι, όμως, αντέδρασαν αστραπιαία, συγκέντρωσαν το ποσό και τον απελευθέρωσαν λίγες μέρες μετά.

Με την αποφυλάκισή του, τάχθηκε ξανά στις γραμμές του αγώνα, από τις επάλξεις της ανανεωτικής Αριστεράς.

Από τη δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού – αλλά και σ’ όλες τις μετεξελίξεις του λεγόμενου, τότε, ανανεωτικού χώρου – μέχρι και την παραίτησή του από κάθε κομματική ιδιότητα, ο Τάσος διετέλεσε επικεφαλής (ο γραμματέας) του τμήματος Εξωτερικών Σχέσεων του Κόμματος, με όποια μορφή και ονομασία υπήρχε και δρούσε ο τότε κομματικός οργανισμός.

Με την “αποστράτευσή” του από την ενεργό κομματική δράση, ο Τάσος παρέμεινε ενεργός.

Ανέλαβε το βαρύ και πολύτιμο έργο να συγγράψει ένα κομμάτι της ιστορίας της Αριστεράς.

Συνέγραψε ένα δίτομο έργο με τίτλο “ΕΔΑ 1951-1967, Το νέο πρόσωπο Αριστεράς“.

Η περίοδος που επέλεξε ήταν κρίσιμη και πολυτάραχη. Την γνώριζε, όμως, πολύ καλά, από θέση ευθύνης και μάχης.

Με την ικανότητα στο λόγο, που τη διαθέτει σε ύψιστο βαθμό, και με την ερευνητική διάθεση και πείρα που τον διακρίνει, αναζήτησε αρχεία και κατέγραψε υλικό πολύτιμο για τις επόμενες γενιές. Σ’ αυτή του την αναζήτηση, ξανασυναντηθήκαμε. Ζητούσε υλικό από το Αρχείο των Λαμπράκηδων, που εγώ είχα στα χέρια μου και που το είχα διαφυλάξει στα ζόρικα χρόνια.

Το έργο του κατάφερε να μην είναι στενά κομματικό. Αγγίζει τα όρια του ιστορικού ντοκουμέντου.

Αυτός είναι ο Τρίκκας για μένα. Και γι’ αυτό τον τιμώ και εξακολουθώ να τον αγαπώ.

Παληοτάκης

Leave a Reply