1964 – ΕΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ – ΜΕΡΟΣ 16ο – 7 Τραγούδια του Οδυσσέα Ελύτη

Κλείνουμε σήμερα, καλωσορίζοντας τον ελληνικό Αύγουστο, το αφιέρωμα στο Μίκη Θεοδωράκη, παρουσιάζοντας το τελευταίο κεφάλαιο από το Λεύκωμα του 1964.
Επτά τραγούδια του Οδυσσέα Ελύτη, μελοποιημένα από τον Μίκη Θεοδωράκη παρουσιάζονται στο τέλος του Λευκώματος και είναι και η τελευταία ανάρτηση του blog των Λαμπράκηδων σχετικά με το Λεύκωμα του 1964.

Επτά τραγούδια με άρωμα αιγαιοπελαγίτικο, με γεύσεις και ακούσματα ελληνικά, με ήχους από τη νιότη μας, τότε που ακούγονταν ακόμα τα τριζόνια, που το βοριαδάκι το νιώθαμε να αγκαλιάζει ευχάριστα τους ώμους… και του παραγγέλναμε τόσα και τόσα…
Εφτά τραγούδια, λοιπόν, θα σας πούμε, όχι για να διαλέξετε τον σκοπό που θα πείτε το σ’ αγαπώ, αλλά επτά τραγούδια που μας έδεσαν με τις παντοτινές αγάπες μας, από τις οποίες δεν θέλουμε να αποδεσμευτούμε, όπως κι η Πούλια του Ελύτη δεν μπορεί να αποχωριστεί τα επτά παιδιά της… και φυσικά ούτε τη μικρότερη, την αστραφτερή Μάγια. Και μας θυμίζει τις δύσκολες μέρες των ελληνικών οικογενειών, που αναγκάζονταν να αποχωριστούν τα παιδιά τους… και ο “ευκολότερος” αποχωρισμός ήταν από το μικρότερο παιδί, αυτό που δεν είχε ακόμη διαμορφώσει αναμνήσεις από την ομορφιά της κοινής ζωής. Ένας Ελύτης με βαθιά ελληνική συνείδηση, ποτισμένη από την ομορφιά αλλά και τον πόνο του ελληνικού λαού…
Διαβάστε τους στίχους και, όσοι μπορείτε, μελετήστε και τις ιδιόχειρες παρτιτούρες του Μίκη!

Παληοτάκης

7 τραγούδια του Οδυσσέα Ελύτη
7 τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλλο ακρωτήρι
το χέρι σου έφευγε με το νερό
να στρώσει νυφικό το πέλαγος.

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά
πλέανε πλάι στ’ όνομά σου
σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα
στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.
Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
αίνιγμα διαβασμένο απ’ την θάλασσα
για το δικό σου το χατίρι
ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλλο ακρωτήρι.

Η Μάγια

Η Πούλια πώχει εφτά παιδιά
Μες απ’ τους Ουρανούς περνά
κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.
-Γεια σας τί κάνετε καλά;
Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
-Τι να σας πω, εκεί ψηλά
τα τρώει τ’ αγιάζι, η ερημιά.
-Γι’ αυτό πικραίνεσαι Κυρά;
Δεν μου τα στέλνεις εδωνά.
-Ευχαριστώ μα ‘ναι πολλά,
θα σου τη φάνε τη σοδειά.
-Δώστε μου καν την πιο μικρή
την Μάγια την αστραφτερή.
-Πάρτη λοιπόν κι έχε στο νου
πως θα ‘σαι ο άντρας τ’ ουρανού
είπε. Και πριν βγάλω μιλιά
μου την καρφώνει στα μαλλιά.
Λάμπρυνε γύρω τα βουνά.
Τα χέρια μου βγάνουνε φωτιά
κι η Πούλια πω ‘χει εφτά παιδιά,
φεύγει και μ’ αποχαιρετά.

Του μικρού βοριά

Του μικρού βοριά παράγγειλα
να ‘ναι καλό παιδάκι
μη μου χτυπάει πορτόφυλλα
και στο παραθυράκι.

Γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ
η αγάπη μου πεθαίνει
και μες τα δάκρυα την κοιτώ
που μόλις ανασαίνει.

Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές
γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.

Με πιάνει το παράπονο
γιατί στον κόσμο αυτόνα
τα καλοκαίρια τα ‘χασα
κι έφτασα στον χειμώνα.

Σαν το καράβι που άνοιξε
τ’ άρμενα κι αλαργεύει
θωρώ να χάνονται οι στεριές
κι ο κόσμος λιγοστεύει.

Κοιμήθηκα – κοιμήθηκα

Κοιμήθηκα, κοιμήθηκα – στου γιασεμιού την ευωδιά
στην ερημιά του φεγγαριού – στο κυματάκι του γιαλού.
Οι άνθρωποι μ’ αρνήθηκαν – κανείς δεν μου σιμώνει
μόνο μου κάνει συντροφιά – της νύχτας το τριζόνι.
Έννοια σου λέει, έννοια σου – κι εγώ είμ’ εδώ κοντά σου
Για συντροφιά την έγνοια σου – και για παρηγοριά σου.
Τρί και τρί και τρί και τρί
τι πικρή πουν’ η ζωή
τι γλυκιά και τι πικρή
τρί και τρί και τρί και τρί.
Κοιμήθηκα, κοιμήθηκα – στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό – στων άστρων το χρυσό γιαλό
Τι να ‘φταιγα της μοίρας μου – κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται – της νύχτας το τριζόνι
Είμαι μικρό πολύ μικρό – μ’ είναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δεν θα στο πω – μήτε κανένας άλλος.

Δώσε μου δυόσμο

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουΐζα και βασιλικό
μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ.
Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
το περιβόλι με τ’ αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ.
Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλην άκρη τ’ ουρανού
και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού.
Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.

Τα Ελληνάκια

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας εύρει.
Γιατί είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δύο Ελληνάκια
μες τα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπρα συννεφάκια.
Γιατί είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
που αν την χωρέσουμε απ’ τη μια
περσεύει από την άλλη.
Ποιος έχει λόγια να την πει τέτοιαν αγάπη
ποιος ξέρει μάγια να την κάνει βουητό
μες τους αιώνες να χτυπάει σαν άγριο κύμα
και να μην έχει να μην έχει τελειωμό.

Τα ‘δατε τα μάθατε

Ήταν μια θεία θέληση
κι ενός αγίου τάμα
εμείς οι δυο να σμίξουμε
και να γενεί το θάμα.

Οι βάρκες ν’ ανεβαίνουνε
ως τα ψηλά μπαλκόνια
κι οι ορτανσίες να πετούν
καθώς τα χελιδόνια.

Ν’ ανάβουν οι Άγιοι κεριά
στη χάρη των δυονών μας
και τα ψαράκια να φιλούν
την άκρη των ποδιών μας.

Όλος ο κόσμος ν’ απορεί
μωρέ τι να ‘ναι τούτο
με το μπουζούκι να λαλεί
και το μικρό λαγούτο.
Τα ‘δατε τα μάθατε μια αγάπη που εγεννήθη
Άνθρωπος δεν την κατελεί κι ο Άδης ενικήθη.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply