1964 – ΕΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ – ΜΕΡΟΣ 14ο – ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ

Μια άλλη πόλη, μια Μαγική πόλη, ανέβηκε στη σκηνή του Παρκ το 1963. Η Μαγική πόλη, σε μουσική Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, απετέλεσε -κατά την Ελένη Βλάχου («Μεσημβρινή», 24.6.1963)- αφορμή «καλλιτεχνικής μονομαχίας» των δύο συνθετών με νικητή τον πρώτο.
Επρόκειτο για μια μουσική παράσταση, των Μάνου Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είχε επιμεληθεί ο Μίνως Αργυράκης. Τις χορογραφίες ο Μανόλης Καστρινός. Τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε και πάλι ο Λεωνίδας Τριβιζάς.

Στο πρόγραμμα της παράστασης ο Μάνος Χατζιδάκις έγραφε: «Η ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ, είναι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, του Μίκη και μένα … είναι ένα δραματικό έργο. Οι στίχοι έχουν … κοινωνικό περιεχόμενο και, περιέργως πώς, ερωτικόν. Αυτό είναι ακριβώς και το … δραματικό στοιχείο των στίχων.
Μπορώ να σας πω ακόμα ότι είμεθα απόλυτα πεπεισμένοι πως η ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ είναι ένα ιστορικό έργο με την τραγική μοίρα των μεγάλων έργων. Δεν πρόκειται δηλαδή να ξαναπαιχτεί ποτέ και πουθενά.
Γι’ αυτό όλος ο κόσμος πρέπει να τρέξει να το δει…»

Και είναι αληθές πως η δημιουργία τέτοιων ακροαμάτων – θεαμάτων, που άνθησαν κατά τη δεκαετία του ‘60 εκφράζοντας ως μορφή αλλά και ως περιεχόμενο την τότε κοινωνική πραγματικότητα, συνέβαλε παράλληλα στην περαιτέρω διάδοση και καθιέρωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Νέος τότε ο «Πιτσιρίκος» έγραφε στα 2005 σ’ ένα κείμενό του με τίτλο “Ο φωτογράφος που δεν θα γίνω ποτέ”: «Το 1963 έπαιζα βιολί στην επιθεώρηση «Μια Πόλη Μαγική» στο θέατρο «Παρκ» . Ήταν η σύμπραξη του Θεοδωράκη με τον Χατζιδάκι και ερχόταν μετά από δυο μεγάλες προσωπικές τους επιτυχίες – της «Όμορφης Πόλης» και της «Οδού Ονείρων» αντίστοιχα. Η σκηνοθεσία ήταν του Μιχάλη Κακογιάννη και τα σκηνικά του Μίνου Αργυράκη. Την ορχήστρα διηύθυνε ο Χρήστος Λεοντής και τη χορωδία ο Μάνος Λοΐζος. Ήταν μαγική στιγμή και όσοι παρακολούθησαν αυτήν την παράσταση δεν θα ξεχάσουν ποτέ την ερμηνεία του Μπιθικώτση στο «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά», σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, αλλά και το βιρτουόζικο παίξιμο του Γιώργου Ζαμπέτα. […] Ωραία χρόνια, τι τα θες;»

Και είχε πάρα πολύ δίκιο… Τα χρόνια δύσκολα… αλλά ωραία!… Στην παράσταση τα περισσότερα τραγούδια που ακούστηκαν δεν γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτήν, αλλά προϋπήρχαν ήδη στην δισκογραφία. Δύο από αυτά, το «Καβαλλάρης του ουρανού» και τους «Πέντε στρατιώτες», που αποτελούσαν την ενότητα «Προφητικά», ο Μίκης τα είχε συνθέσει την άνοιξη του 1963, υπό το κράτος περίεργων προαισθήσεων. Και αποδείχτηκαν σωστές, αφού ακολούθησε η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη…
Την άνοιξη του 1963, όταν το παρακράτος σκότωνε τον Λαμπράκη, φούντωνε, θέριευε το κίνημα των νέων ενάντια σε κάθε μορφή βίας και απαξίωσης της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας.
Πόλεις μαγικές χτίζονταν σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, σε κάθε γειτονιά. Οι νέοι είχαν πάρει, τότε, τη ζωή τους στα χέρια τους και τη διεκδικούσαν. Διεκδικούσαν την πραγμάτωση των ονείρων και των προσδοκιών τους.
Αυτοί ήταν οι Λαμπράκηδες. Οι Λαμπράκηδες, που τους τιμάμε μέσα από αυτό το blog, με τις ελάχιστες δυνάμεις που διαθέτουμε. Οι Λαμπράκηδες που έκαναν τον πόνο τους χαρά και δημιουργία και που πίστεψαν στη δύναμη της πολιτιστικής προσφοράς. Που ένιωσαν πως με όπλο τη δημιουργία, την αλήθεια, τον πολιτισμό και τον αγώνα, τη συνεχή επαγρύπνηση θα αλλάξει ο κόσμος, θα αλλάξει η νοοτροπία, θα αλλάξουν τα καθεστώτα…

Παληοτάκης

ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ

Συνένωση των μουσικών μας δυνάμεων στον χώρο του ελληνικού ελαφρού θεάτρου

ΜΟΥΣΙΚΗ: Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ

Πέντε – πέντε δέκα.
Δέκα – δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά
για τα δυο σου μάτια
για τις δυο φωτιές
που όταν με κοιτάζουν νοιώθω μαχαιριές.

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό.

Πέντε – πέντε δέκα.
Δέκα – δέκα θα σου δίνω τα φιλιά.
Κι όταν σε μεθύσω
κι όταν θα σε πιω
θα σε νανουρίσω
με γλυκό σκοπό.

Πέντε – πέντε δέκα,
δέκα – δέκα κατεβαίνω τα σκαλιά
φεύγω για τα ξένα
για την ξενιτιά
και μη κλαις για μένα αγάπη μου γλυκιά

Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Το φεγγάρι κάνει βόλτα
στης κυράς μου τα μαλλιά.

Παίξε Βασίλη μου το μπουζουκάκι,
παίξε μου μια γλυκιά πενιά,
παίξε Τσιτσάνη μου το μπουζουκάκι
να θυμηθούμε τα παλιά.

Το φεγγάρι κάνει κύκλο
στης κυράς μου την καρδιά.

Παίξε Μανώλη μου το μπουζουκάκι
παίξε μου μια γλυκιά πενιά,
παίξε Μανώλη μου το μπουζουκάκι
να θυμηθούμε τα παλιά.

Το φεγγάρι κάνει βόλτα
μα η κυρά δεν μ’ αγαπά.

Παίξε Γρηγόρη μου το μπουζουκάκι
παίξε μου μια γλυκιά πενιά
παίξε Γρηγόρη μου το μπουζουκάκι
να ξεχαστούνε τα παλιά.

Ν. ΠΕΡΓΙΑΛΗ
ΤΙ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΝΩ ΤΗ ΧΑΡΑ

Καρδιά μου ποιος την πόρτα σου χτυπά
χτυπά και συ δεν βγαίνεις.
Ήρθε η χαρά κοντά σου μια βραδιά
και συ δεν κατεβαίνεις.

Τι να την κάνω τη χαρά
χαρά σ’ τον που την έχει
να την σηκώσω στα βουνά
στο κρύο δεν αντέχει.
Στο σπιτικό μου είναι στενά
και μέσα μου όλο βρέχει.

Την στόλισα στεφάνι στα μαλλιά
και πάω να τραγουδήσω
μα ο στεναγμός μού πνίγει την μιλιά
κι όλο γυρίζω πίσω.

Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΠΕΝΤΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ

Πέντε στρατιώτες ξεκινήσανε
το βουνό να βάψουν ξεκινήσανε
το βουνό να βάψουν σταματήσανε
το βουνό να βάψουν κοιμηθήκανε.

Πέντε στρατιώτες ξεκινήσανε
το βουνό τούς τρώει κοιμηθήκανε
το βουνό τούς πίνει ονειρευτήκανε
το βουνό τούς φτύνει διαλυθήκανε.

Πέντε στρατιώτες διαλυθήκανε
το βουνό ανθίζει ονειρευτήκανε
το βουνό χιονίζει κοιμηθήκανε
το βουνό στενάζει αγαπηθήκανε.

Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ο καβαλάρης τ’ ουρανού
φάνηκε πάνω στην κορφή
κρατά στο χέρι την αυγή
και στ’ άλλο την ζωή μου.

Το παλικάρι, το παλικάρι
θα ‘ρθει το βράδυ στις εννιά
βόηθα Χριστέ και Παναγιά.

Ο καβαλάρης του βουνού
φάνηκε στα σοκάκια
κρατά στο χέρι κεραυνούς
και στ’ άλλο αναστεναγμούς.

Ο καβαλάρης τ’ ουρανού
πήρε μαζί του την αυγή
πήρε το χέρι που σκορπά
και τ’ άλλο που θερίζει.

ΣΤΙΧΟΙ: Μ. ΚΑΤΣΑΡΟΥ
ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙΣ

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι,
άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μιχάλη.

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι.
Σ’ αυτόν τον κόσμο θα γυρνούν
με περηφάνια πιο μεγάλη.

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναδείς
θα τους μισήσεις πάλι.
Έναν μονάχα δεν θα βρεις
τον πιο μικρό, τον πιο πικρό, τον πιο αγαπημένο
τον μοναχό, τον δυνατό και τον αντρειωμένο.

Αυτόν μονάχα δεν θα βρεις να τόνε βασανίσεις
και την μεγάλη του καρδιά να τήνε σχίσεις.

Αυτόν δεν θα τον ξαναβρεις τι τον φυλάνε τ’ άστρα
τι τον φυλάει ο ήλιος του
τόνε φυλάει το φεγγάρι
αυτόν που ‘χει τη χάρη
τον πιο μικρό, τον πιο πικρό και τον αγαπημένο,
αυτόν μονάχα εγώ, μονάχα εγώ προσμένω.

Μαγιοπούλα

Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά
που την εζήλευε όλη η γειτονιά
που την εζήλευε όλη η γειτονιά
είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά

Πρωί – πρωί την πότιζα φιλιά
το δειλινό την πήραν τα πουλιά

Αχ! Μαργαρίτα Μαγιοπούλα
Αχ! Μαργαρίτα Μάγισσα

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply