1964 – ΕΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ – ΜΕΡΟΣ 13ο – ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ

Σε θεατρικό έργο είναι αφιερωμένη η σημερινή ανάρτηση του blog των Λαμπράκηδων από το Λεύκωμα του 1964, το αφιερωμένο στον Μίκη Θεοδωράκη.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για την απόπειρα επιθεώρησης, σε μια εποχή που το είδος ήταν σε κατάρρευση. Ο τίτλος του έργου είναι «Όμορφη πόλη». Ο Μίκης συνέθεσε τα τραγούδια και τη μουσική στο Παρίσι και στην Αθήνα. Το όνομα ήταν δάνειο από το ομώνυμο τραγούδι (σε ποίηση Γιάννη Θεοδωράκη), το οποίο είχε εντάξει στον κύκλο «Λιποτάκτες». Δεν μελοποίησε για την παράσταση δικούς του στίχους, αλλά εκείνους των Μποστ, Δημήτρη Χριστοδούλου, Ερρίκου Θαλασσινού και του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Άκου Δασκαλόπουλου.
Καλοκαίρι του 1962 ανέβηκε η παράσταση στο Παρκ. Παράλληλα, λίγες μέρες μετά, ανέβηκε μια άλλη στο Μετροπόλιταν, η «Οδός Ονείρων», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι.
Στην «Όμορφη πόλη» ο Μ. Κακογιάννης ήταν ο σκηνοθέτης.
Τα τραγούδια του Μίκη ερμηνεύουν ο Γ. Μπιθικώτσης, ο Γιάννης Βογιατζής και η Ντόρα Γιαννακοπούλου.
Κόπηκαν αρκετά εισιτήρια και για τις δυο παραστάσεις. Καμιά εκατοστή χιλιάδες για την «Όμορφη πόλη», καμιά εβδομηνταριά χιλιάδες για την «Οδό Ονείρων».
Όπως προκύπτει από το αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνος αντιμετώπιζε το ανέβασμα της “Όμορφης Πόλης” καθαρά με τους όρους ενός πολιτικού και καλλιτεχνικού αγώνα. Όταν όμως αναγκάστηκε να αποχωρήσει για λόγους υγείας από την παραγωγή, στο σανατόριο όπου νοσηλεύτηκε κατέγραψε το ανέβασμα του έργου ως μια χαμένη μάχη.
Ο Αλέξης Διαμαντόπουλος έγραφε στα 1962: «Τι λείπει; Οι περισσότεροι περίμεναν να βρουν ένα φεστιβάλ μουσικής Θεοδωράκη. Αυτό που έβρισκαν στις συναυλίες Θεοδωράκη, αυτό δεν το βρίσκουν• δεν υπάρχει η ίδια μέθη• δεν υπάρχει μουσική βακχεία• η όμορφη πόλη είναι νηφάλια, πονεμένη, σοβαρή».
Η άμιλλα μεταξύ Χατζιδάκι και Θεοδωράκη ήταν έντονη εκείνη τη χρονιά. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1962 κήρυξαν πόλεμο μεταξύ τους διά του Τύπου, για να συμφιλιωθούν περίπου έναν χρόνο αργότερα ανεβάζοντας από κοινού τη “Μαγική Πόλη”, η οποία είχε αυτή τη φορά μικρότερη απήχηση από το παραδοσιακό ελαφρό μουσικό θέατρο.
Από την αντιπαράθεση βγήκε κερδισμένη η ελληνική μουσική….
Κι αν η μάχη κρίθηκε “χαμένη” με τα κριτήρια του 1962, σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, κάνοντας την αποτίμηση όλης αυτής της προσπάθειας να “περάσουν” στο ευρύ κοινό μηνύματα δημοκρατίας, αντίστασης στα κακώς κείμενα, μέσα από την αλληγορία και τη σάτιρα του Μποστ αλλά και των επιθεωρησιακών κομματιών, κρίνουμε ότι όλη αυτή η προσπάθεια δεν πήγε χαμένη.
Μήνες μόνο χωρίζουν την παράσταση από τους αγώνες που ακολούθησαν με μπροστάρη τον Λαμπράκη, ο οποίος πλήρωσε με τη ζωή του τη μαχητικότητα και τη δημοκρατικότητα που τον διέκριναν. Όμως, οι ρίζες της αντίστασης και της μάχης ενάντια στο καθεστώς εκφοβισμού και τη μοναρχία είχαν ήδη μπει. Και αυτό ήταν αποτέλεσμα και των τραγουδιών του Μίκη και αυτών των παραστάσεων και της όλης στάσης του, την οποία πίστεψε, αγάπησε και ακολούθησε ο λαός στις κρίσιμες εκείνες ώρες.

Παληοτάκης

ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ

Καλοκαίρι 1962
Ένα σημαντικό βήμα στην πορεία του μουσικού μας θεάτρου

Εκείνος που μας χάθηκε

Δ. Χριστοδούλου

Εκείνος που μας χάθηκε μην είναι μέσα στο κρασί
μην είναι μέσα στο φιλί και στ’ άγιο μεσημέρι
μην είναι αυτός ο άνεμος που μας μιλάει βαθειά
μην είναι αυτός ο άνεμος μην είναι ποιος το ξέρει.
Εκείνος που μας έφυγε μην είναι μες στην άνοιξη
μέσα σε σύννεφα βαριά μην είναι πρωτοβρόχι
μην είναι μέσα στις ιτιές και στα πικρά τραγούδια,
μην είν’ ο κτύπος της καρδιάς κι η ρίζα στα λουλούδια
Δάκρυ – δάκρυ θα τον βρούμε το χαμένο ουρανό
πόνο – πόνο θα τον πούμε τον θαμμένο μας καημό.

Τι έγινε το σύννεφο

Δ. Χριστοδούλου

Τι έγινε το σύννεφο
Τι έγινε ο κεραυνός
Τι έγινε ο πόνος
Και τώρα πας χωρίς φωνή
Εδώ στην άκρη του καιρού
και πίσω σου ό δρόμος
Θλιμμένη ματιά
θλιμμένη φωνή
η ζωή μου πεθαίνει
κάθε πρωί
Εσύ ‘σουν από όνειρο
Εσύ ‘σουν απ’ την άνοιξη
κι απ’ τής ελπίδας τον θυμό
για πού πηγαίνεις μόνος;
Σε περιμένει η θάλασσα
σε περιμένει όλη η γη
σε περιμένουν τα νερά
κι όλα τα περιστέρια
Δος τους λοιπόν παρηγοριά
δος τους ξανά την άνοιξη
δος τους ξανά τ’ αστέρια.

Νανούρισμα

Ε. Θαλασσινού

Κοιμήσου ήσυχο νερό,
κοιμήσου νιο φεγγάρι,
στρώμα να κάνεις το βουνό
και σκέπασμα τον ουρανό
να γίνεις παλικάρι.

Σαν κυπαρίσσι να γενείς,
σαν στάχυ να καρπίσεις,
ν’ ανθεί ο δρόμος που πατάς
και περιστέρια να κρατάς
στον κόσμο να χαρίσεις.

Θλιμμένη ματιά

Δ. Χριστοδούλου

Όταν με δείτε να μιλώ
μ’ ένα χαμένο ουρανό
μ’ ένα σφαγμένο αστέρι
Όταν με δείτε να ρωτώ

πού πάνε τα πικρά πουλιά
πού πάει το περιστέρι
είναι που με πονάει βαθειά
αυτό που πήρε ο άνεμος
και ‘κείνο που θα φέρει.

Ερρίκου Θαλασσινού

Του σπιτιού

Φεγγάρι στρογγυλό ταψί
στο ράφι του σπιτιού μας,
που καθρεπτίζεις τις χαρές,
τις πίκρες και τις συμφορές,
βοτάνι του καημού μας.

Φεγγάρι, τόπι του παιδιού,
του κήπου πορτοκάλι,
πρώτο λυχνάρι του χωριού,
συντρόφι του παλικαριού
της μάνας προσκεφάλι.

Φεγγάρι κάτσε στην αυλή,
ρακί να σε φιλέψω,
το μυστικό μου να σου πω,
πως το κορίτσι π’ αγαπώ
απόψε θα το κλέψω.

Του γάμου

Φεγγάρι μου χρυσό φλουρί
στης νύφης το γιορντάνι
απόψε τα μεσάνυχτα
τα ουράνια είν’ ορθάνοιχτα
κι ο χάρος θα πεθάνει.

Απόψε σκύβει ο ουρανός
στης νιόνυμφης το στρώμα
η γη ρουφά χρυσή βροχή
και σμίγει μέλι και κρασί
μέσ’ του γαμπρού το στόμα.

Λάμπει το ρόδι στην αυλή
στη σκάφη το ζυμάρι
και περπατούν λεβέντικα
η νύφη πετροπέρδικα
αητός το παλικάρι.

Του χάρου

Το χάρο τον αντάμωσα
ένα Σαββάτο βράδυ,
είχε σχολάσει απ’ τη δουλειά
και στου σπιτιού μου τα σκαλιά
τον βρήκε το σκοτάδι.
Κρύο νερό δε ζήτησε,
ούτε ψωμί να φάει
τα νιάτα μου εζήλεψε
κι ήρθε για να με πάρει.
Χάρε αν είσαι μερακλής
παράτα με να ζήσω
Γιατί έχω μάνα κι αδερφή
κι αγάπη στην καρδιά κρυφή
πού δεν μπορώ ν’ αφήσω.

Ε. Θαλασσινού

Της ξενιτιάς

Φεγγάρι μάγια μού ‘κανες
και περπατώ στα ξένα.
Είναι το σπίτι σκοτεινό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμένα.

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή.

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί,
ένα χελιδονάκι,
να πα να χτίσει τη φωλιά
στου κήπου την κορομηλιά
δίπλα στο μπαλκονάκι.

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή.
Να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο μαντήλι,
προικιά στην αδελφούλα μου

και στην γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί στα χείλη.

Της δουλειάς

Φεγγάρι κρύψου στο βουνό
κατέβα απ’ το μπαλκόνι
να κοιμηθεί ο γυιόκας μου
που ‘χει δουλειά στ’ αλώνι.

Το χώμα θέλει σκάψιμο
τ’ αμπέλι θέλει χέρια
θέλει η ελιά μέση γερή
το κλάδεμα μαχαίρια.

Θέλει τραγούδι ο τρυγητός
από δροσάτα χείλια
θέλουν τα χείλια φίλημα
κόψιμο τα σταφύλια.

Η μάνα κάνει το παιδί
κι η βρύση το πλατάνι
κι ο ιδρώτας του παλικαριού
στο μέτωπο στεφάνι.

Μέσα στα μαύρα σου μαλλιά

Στη γειτονιά του φεγγαριού
βγήκα να σεργιανήσω
να δω τα μάτια τ’ ουρανού
τα χείλη να φιλήσω.

Μέσα στα μαύρα σου κυρά μου τα μαλλιά
φωλιάζουν άστρα, φωλιάζουν άστρα
κι ανοιξιάτικα πουλιά.
Μες την καρδιά μου ένα πουλί
δεν βλέπεις που σπαράζει
κι αν κελαηδεί κι αν κελαηδεί
το λιώνει το μαράζι.

Είσαι πριγκίπισσα σωστή
και προίκα σου τα μάτια
η αρχοντιά δεν κατοικεί
μες στα χρυσά παλάτια.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

One Response to “1964 – ΕΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ – ΜΕΡΟΣ 13ο – ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ”

  1. Markatos Says:

    Πολυ καλο!

Leave a Reply