1964 – ΕΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ – ΜΕΡΟΣ 8ο – ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ

Το blog των Λαμπράκηδων δημοσιεύει σήμερα την 8η ανάρτηση που αφορά στο πολύτιμο Λεύκωμα που εκδόθηκε το 1964 και ήταν αφιερωμένο στο Μίκη Θεοδωράκη.
Η σημερινή παρουσίασή μας περιλαμβάνει τα τραγούδια της συλλογής που έφερε τον τίτλο “ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ“.
Ήδη ο τίτλος μάς παραπέμπει στο Αιγαίο Πέλαγος, το χιλιοτραγουδισμένο, στις χαρές και στους καημούς των κατοίκων των σπαρμένων νησιών του, που αναγκάζονταν να ξενιτεύονται, όπως χαρακτηριστικά ονομάζουν οι Έλληνες τον αποχωρισμό από την οικογένεια και την πατρίδα, μη υιοθετώντας τον όρο “μεταναστεύουν”.
Ένα τραγούδι του Ελύτη, που περιλαμβάνεται στη συλλογή, δίνει το γεωγραφικό στίγμα: “Ανάμεσα Σύρο και Τζιά…”. Τραγούδια όλα τους γεμάτα νεανική δροσιά, έρωτα, ήλιο, αγάπη αλλά και τον πόνο του αποχωρισμού, που είναι πάντα παρών στο ελληνικό τραγούδι, στο ελληνικό γλέντι, σε γάμο και σε θάνατο. Γιατί ο Έλληνας ξέρει να τραγουδά και να χορεύει και τη χαρά του και τον καημό του και τον πόνο του. Όλα είναι δεμένα με τη ζωή του, με τον τόπο του, με το νερό και το χώμα του, με τη θάλασσα που την αγναντεύει και ονειρεύεται, αλλά και τον παίρνει μακριά και τον κρύβει στα βάθη της για πάντα…
Βρήκαμε στο διαδίκτυο κάποιες πολύ καλές αναλύσεις/ παρουσιάσεις των τραγουδιών αυτών του “Αρχιπελάγους” και δίνουμε την υπόσχεση να ακολουθήσουν στις επόμενες αναρτήσεις οι σχετικές ανακοινώσεις.
Εμείς θα περιοριστούμε στους στίχους των τραγουδιών, όπως τους βρήκαμε στο Λεύκωμα, και στην παρουσίαση των εικόνων από τις σχετικές σελίδες.
Καλό ταξίδι στο Αρχιπέλαγος!

Παληοτάκης

ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ

“…Μέχρι σήμερα απόφυγα τα μεμονωμένα τραγούδια. Αισθανόμουν πάντα την ανάγκη να κατατάσσω τα τραγούδια μου σε ξεχωριστές ενότητες με ενιαία αισθητική φόρμα που να τα “δένει”, να τους δίνει έναν ιδιαίτερο όγκο”.

Φεύγω μακριά πατρίδα μου

Δημήτρης Χριστοδούλου

Φεύγω μακριά πατρίδα μου, φεύγω και το μαντήλι
να μην το φέρεις στο γιαλό, να μη το φέρεις δείλι.

Πικρά είν’ τα μάτια του γιαλού γι’ αυτόν που ταξιδεύει
γι’ αυτόν που πάει στην ξενιτιά και μια φωνή γυρεύει.

Να του φωνάξει απ’ τη στεριά καλέ μου γύρνα πίσω
θα σου χαρίσω την αυγή, μ’ αστέρια θα σε ντύσω.

Αδειάσανε τα χέρια μου και γέμισαν τα μάτια
δάκρυα, πόνο, μοναξιά και η καρδιά φαρμάκια

Ροδόσταμο

Νίκος Γκάτσος

Στον άλλο κόσμο που θα πας κοίτα μη γίνεις σύννεφο
κοίτα μη γίνεις σύννεφο κι άστρο πικρό της χαραυγής
και σε γνωρίσ’ η μάνα σου που καρτερεί στην πόρτα

Πάρε μια βέργα λυγαριά μια ρίζα δεντρολίβανο
μια ρίζα δεντρολίβανο και γίνε φεγγαροδροσιά
να πέσεις τα μεσάνυχτα στη διψασμένη αυλή σου

Σε πότισα ροδόσταμο με πότισες φαρμάκι
της παγωνιάς αητόπουλο της ερημιάς γεράκι

Μαργαρίτα

Μίκης Θεοδωράκης

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ, περιστεράκι στον ουρανό…
τον ουρανό μες στα δυο σου μάτια κοιτάζω,
βλέπω την πούλια και τον αστερισμό.

Η μάνα σου είναι τρελή και σε κλειδώνει μοναχή,
σαν θέλω να ‘μπω στην κάμαρή σου μου ρίχνεις μεταξωτό σκοινί,
και κλειδωμένους μας βλέπει η νύχτα,
μας βλέπουν τ’ άστρα κι η χαραυγή.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ, βαρκούλα στο Σαρωνικό…
Σαρωνικέ μου, τα κυματάκια σου δώσ’ μου,
δώσ’ μου τ’ αγέρι, δώσ’ μου το πέλαγο.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ, δεντράκι στο Βοτανικό…
Πάρε το τραμ μόλις δεις πως πέφτει η νύχτα,
πέφτουν οι ώρες, πέφτω, λιποθυμώ.

Η μάνα μου είναι τρελή και με κλειδώνει μοναχή,
σαν θέλω να ‘μπεις στην κάμαρή μου σου ρίχνω μεταξωτό σχοινί,
και κλειδωμένους μας βλέπει η νύχτα
μας βλέπουν τ’ άστρα κι η χαραυγή.

Λειτουργία

Γιάννης Θεοδωράκης

Στην εκκλησιά εμπήκα για να λειτουργηθώ,
αχ και σε θωρώ, γύρισε ο κόσμος
άλλαξ’ η πλάση μου ‘φυγε το μυαλό.

Άγιε μου μεγάλη χάρη,
άγιε μου παρακαλώ
χάρισέ μου χίλια μάτια για να την θωρώ,
χάρισέ μου χίλια χείλια για να την γλυκοφιλώ.

Στο Χερουβείμ απάνω δυο μάτια σαϊτιές
μ’ άναψαν φωτιές, άλλαξε ο κόσμος
γύρισε η πλάση, είμαι για να με κλαις.

Στην εκκλησιά εμπήκα για να λειτουργηθώ,
Αγάπη σ’ αγαπώ, όλος ο κόσμος είναι δικός μου
φτάνει να σε θωρώ.

Παλληκάρι

Μίκης Θεοδωράκης

Κλαίνε τα δέντρα
Κλαίνε τα σύννεφα
Κι οι φίλοι σου κλαίνε.
Παλληκάρι στη δουλειά
Στο σπίτι παλληκάρι
Μίλαγες κι η γειτονιά μας γέμιζε πουλιά.
Άπλωνες το χέρι σου κι έκοβες το φεγγάρι
Ως σ’ έκοψε σαν λούλουδο ο Χάρος μια νυχτιά.

Κλαίνε οι τράτες κλαίνε τα κύματα
Κι οι φίλοι σου κλαίνε.
Παλληκάρι στα κουπιά – στο γλέντι παλληκάρι
Οι κοπελιές κεντούσανε για σένανε κρυφά
Κεντούσανε τα όνειρα, τον ήλιο, το φεγγάρι
Κεντούσαν την αγάπη τους, της βάζανε πανιά.

Κλαίνε οι ναύτες κλαίνε τα σήμαντρα
Κι οι φίλοι σου κλαίνε.
Παλληκάρι η μάνα σου τυλίχτηκε στα μαύρα
Τους φίλους σου τους τύλιξε φουρτούνα, συννεφιά
Το λιμανάκι ερήμωσε κι η θάλασσα ερημώθη
Κι ο ήλιος εκαρφώθηκε και δε σαλεύει πια.

Πάμε μια βόλτα στα Χανιά

Μίκης Θεοδωράκης

Το Σαββάτο το βράδυ φτάνει
δοσ’ μου μάνα καινούρια αλλαξιά
Τα παιδιά με προσμένουν στο λιμάνι
στο μπαλκόνι καθισμένη η κοπελιά.

Μοσχοβολούν οι γλάστρες, μοσχοβολάει κι ο σγουρός βασιλικός
μοσχοβολάει κι η αγάπη, κύμα με κύμα μεγαλώνει ο ωκεανός.

Πάμε βόλτα στα Χανιά, στην κάτω γειτονιά
να πάρουμε μια βάρκα με πανιά
Πάμε βόλτα στα Χανιά, στην κάτω γειτονιά
στη θάλασσα να βγούμε στ’ ανοιχτά.

Το Σαββάτο το βράδυ φως μου
είμαι πρίγκιπας, είμαι υπουργός
έχω όλα τα πλούτη του κόσμου.
Δικιά μου η θάλασσα κι ο ουρανός δικός.

Το μπαλκονάκι σου δικό μου,
δικές μου οι γλάστρες κι ο σγουρός βασιλικός
κι αν με κοιτάξεις μες στα μάτια
σκλάβος σου γίνομαι, κι υπήκοος πιστός

Θ’ αφήσω τη μανούλα μου

Δημήτρης Χριστοδούλου

Θ’ αφήσω τη μανούλα μου – και το φιλί μου πίσω
καθώς τ’ αστέρι που κυλά, που κυλά – στην ξενιτιά θα σβήσω.
Θα τις θυμάμαι τις στιγμές – αργά Σαββάτο βράδυ
Που λάμπανε τα χέρια της, τα χέρια της – αστέρια στο σκοτάδι.

Με τάιζε γλυκό ψωμί – και μου ‘στρωνε να γείρω
Κι ήταν τα χέρια της φτερά – και το φιλί της μύρο.
Και το μικρό μας σπιτικό – ως έμπαινε η μέρα
Γινόταν ύμνος και ψαλμός και ψαλμός – κι είχε ζωής αέρα.

Κι ήταν η θάλασσα φιλί – και ο αφρός αγάπη
Κι ήταν παιχνίδι ο άνεμος ο άνεμος – και το τραγούδι αλάτι.
Ήταν ευχή ο ουρανός κι ο ορίζοντας ελπίδα
Παιχνίδι ο μόλος κι ο γιαλός κι ο γιαλός – που δεν την ξαναείδα.

Μυρτιά

Νίκος Γκάτσος

Είχα μια θάλασσα στο νου
Κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού.
Την ώρα π’ άνοιγα πανιά
Για την απάνω γειτονιά.

Στα παραθύρια τα πλατιά
Χαμογελούσε μια μυρτιά.
Κουράστηκα να περπατώ
και τη ρωτώ και τη ρωτώ.

«Πες μου, μυρτιά να σε χαρώ,
Πού θα βρω χώμα και νερό
Να ξαναχτίσω μια φωλιά
Για της αγάπης τα πουλιά;

Στα παραθύρια τα πλατιά
Είδα και δάκρυσε η μυρτιά.
Την ώρα π’ άνοιγα πανιά
Για την απάνω γειτονιά.

Ανάμεσα Σύρο και Τζιά

Οδυσσέας Ελύτης

Ανάμεσα Σύρο και Τζια
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
όμορφή μου κοπελιά

και τα κλαδιά στον ουρανό
και τα κλαδιά στον ουρανό
το κορίτσι π’ αγαπώ.


Άιντε, νύφη της θαλάσσης
τι φαμίλιες θα χαλάσεις
με τον ήλιο φορεσιά σου
και με τα πουλιά προικιά σου.

Όταν καθίσει ένα πουλί
στην κεφαλή της και λαλεί
στην κεφαλή της και λαλεί
ωχ φορτούνα μου κι αυτή.

Χάνω τιμόνι και κουπιά
με πλημμυράνε τα νερά
με πλημμυράνε τα νερά
έλα Χριστέ και Παναγιά.

Κι αν γενεί ποτέ το θάμα
κι αγαπήσεις, κάνω τάμα
να σου φέρω μια μπρατσέρα
και τον Πολικό Αστέρα.

Απαγωγή

Μίκης Θεοδωράκης

Θα πάρω μια βαρκούλα, μανούλα μου
Στον Κάτω Γαλατά
Και στην Αθήνα θα ‘ρθω, καρδούλα μου
Καβάλα στο νοτιά.
Και σαν θα ‘ρθεί το δειλινό
Στον κήπο σου θα μπω
Να κόψω τα τριαντάφυλλα
Να κόψω τ’ άστρα τ’ ουρανού και τον Αυγερινό.

Θα βάλω στη βαρκούλα, μανούλα μου
Λουλούδια και φιλιά
Δυο γλάροι ταξιδεύουν, καρδούλα μου
Καβάλα στο βοριά.
Και να η Κρήτη φάνηκε γαλάζια και ξανθιά
Τη θάλασσα στα μάτια της
Τον ουρανό στην αγκαλιά, τον ήλιο στα μαλλιά.

Θ’ αράξω τη βαρκούλα, μανούλα μου
Μπροστά σε μια σπηλιά
Θα σε ταΐζω χάδια, καρδούλα μου
Καβούρια και φιλιά.
Στη μάνα μου, στον κύρη μου
Λέω και τραγουδώ
Σας φέρνω την τριανταφυλλιά,
Σας φέρνω τ’ άστρα τ’ ουρανού και τον Αυγερινό.

Ροδιά

Πάνος Κοκκινόπουλος

Αχνά χαράματα
Σιγά σαν τρεμοπαίζει η Πούλια
Θα μαραθούν τα γιασεμιά
θα μαραθούν τα γιούλια.
Μα εσύ θα είσαι μοναχή
γερμένη στο περβάζι
και θα θωρείς τη χρυσαυγή
τα πέπλα της ν’ αλλάζει.
Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη
Στολίδι της αυλής μου
Ανάπαψη της προσμονής
Νεράκι της πηγής μου.
Θα ‘ρθείς στο σπίτι μας ξανά
μ’ εμέ να σμίξεις πάλι
και δυο κρινάκια τ’ Απριλιού
να βάλεις στ’ ανθογυάλι.

Με τ’ αστεράκι

Νίκος Γκάτσος

Με τ’ αστεράκι της αυγής
στο παραθύρι σου να βγεις
κι αν δεις καράβι του νοτιά
να ’ρχεται από την ξενιτιά
στείλε με τ’ άσπρα σου πουλιά
γλυκά φιλιά.

Κι αν δεις καράβι του βοριά
να ‘ρχεται από την ξενιτιά
στείλε με τ’ άσπρα σου πουλιά
χίλια γλυκά φιλιά.

Είχα φυτέψει μια καρδιά
στου χωρισμού την αμμουδιά
και τώρα που ‘ρθα να σε βρω
με δαχτυλίδι και σταυρό
γίνε το φως μου
και του κόσμου η ξαστεριά
κι απ’ το παλιό μας το κρασί
δος μου να πιω και πιες κι εσύ
να ζήσω αγάπη μου για πάντα
στην πικρή στεριά.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply