«Έμαθα τη δημοσιογραφία στο πεζοδρόμιο»

Είμαι στη φάση που ψάχνω τα χαρτιά, τις σημειώσεις και τις ατζέντες μου, με λίγα λόγια “ξεσκονίζω” το προσωπικό αρχείο μου. Μέσα σ’ αυτά, βρίσκω ενδιαφέροντα αλλά και αδιάφορα πράγματα, μνήμες καλοδεχούμενες κι άλλες για … πέταμα.
Βρήκα και την παρακάτω συνένετυξη του Γιάννη Θεοδωράκη, του αγαπημένου φίλου μου. Και ξαναθυμήθηκα πόσο πολύ τον αγαπούσα, πόσα περάσαμε μαζί, πόσο μου λείπει, τόσα χρόνια μετά….
Ήταν άνθρωπος ριψοκίνδυνος. Διαβάστε την παράγραφο τη σχετική με τη διάσωση του αρχείου της Οργάνωσης…. Και ήταν ιδιαιτέρως οξυδερκής, αποτελεσματικός και … εχέμυθος.
Σ’ αυτή τη συνέντευξη, λίγο μετά τη συνταξιοδότησή του – που δεν του “δόθηκε” πολύς χρόνος να τη χαρεί – μιλάει για τα παιδικά του χρόνια, για την ένταξή του στα Αετόπουλα, για τις σπουδές σκηνοθεσίας, για τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα με παραίνεση του Μίμη Δεσποτίδη.
Νιώθει – μάλλον δικαίως – ότι ανήκει στην “ηλικία της ήττας”, αυτήν που δεν μπόρεσε να νιώσει ότι πρόσφερε με τον αγώνα της. Λέει χαρακτηριστικά: “…εμείς από τη στιγμή που γίναμε έφηβοι δεν κάναμε άλλο τίποτα από το να τρώμε ξύλο και να υπογράφουμε δηλώσεις μετανοίας. Δεν βλέπουμε τίποτα να ξανοίγει μπρος μας. Ούτε μια στιγμή δεν είδαμε την ελπίδα. Οι άλλοι, έστω και για δέκα μέρες, μπήκαν θριαμβευτές στην Αθήνα με τα όπλα τους. Εξουσία…”.
Την κράτησα τη συνέντευξη του φίλου μου. Πού να φανταστώ ότι – χρόνια αργότερα – θα φιλοδοξούσα να προσφέρω στην ιστορία των Λαμπράκηδων… Εμείς, τότε, τη ζούσαμε την ιστορία…. Έκοψα, λοιπόν, τη συνέντευξη, την κράτησα, αλλά… δεν πρόσεξα πως η συνέντευξη συνεχιζόταν στη σελίδα 114… Έψαξα, αλλά δεν βρήκα τη συνέχεια… Έκοψα τον αγώνα μας, βλέπετε, τον αγώνα για το 1-1-4… Δεν πειράζει… Κι έτσι έχει μεγάλη συναισθηματική και πολιτική αξία και για μένα, και για πολλούς άλλους, πιστεύω. Άλλωστε, για το ΠΑΣΟΚ μιλούσε εκεί που τον “έκοψα”. Δεν ξέρω ούτε το περιοδικό ούτε τον δημοσιογράφο που πήρε τη συνέντευξη από τον Γιάννη.
Σας παραδίδω, λοιπόν, στην ενδιαφέρουσα αλλά “κολοβή” – με ευθύνη δική μου – συνέντευξη του Γιάννη.

Παληοτάκης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

«Έμαθα τη δημοσιογραφία στο πεζοδρόμιο»

Ο Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη, αγωνιστής δημοσιογράφος στο χώρο της Αριστεράς, βγήκε στη σύνταξη τις προάλλες. Είναι από τους λίγους συναδέλφους που ευτύχησαν να υπηρετήσουν δημοσιογραφικά τον ιδεολογικό τους χώρο, από την αρχή ως το τέλος. Είναι και ποιητής ο Γιάννης Θεοδωράκης. Σπούδασε όμως σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Πώς έμπλεξε με τη δημοσιογραφία; Ο αξέχαστος Μίμης Δεσποτίδης τον φώναξε, σε καιρούς δίσεκτους για την Αριστερά, να γράφει στους «Δρόμους της Ειρήνης»…
«Με ρώτησε ο Μίμης: Ξέρεις να γράφεις; Θα προσπαθήσω, του είπα. Μου απάντησε: Θα μάθεις και θα γίνεις καλός δημοσιογράφος. Ήταν η εποχή που είχαμε τέσσερις χιλιάδες εξόριστους και φυλακισμένους. Τότε, αν μου ‘λεγαν ότι είναι απαραίτητο να γίνω τσαγκάρης θα γινόμουνα, πιστεύω, ένας καλός τσαγκάρης».
Είναι αποκαλυπτικός ο Γιάννης Θεοδωράκης σ’ αυτή του τη συνέντευξη. Και πρώτη φορά μιλάει για το ρόλο που έπαιξε ο Νίκος Κοεμτζής για λογαριασμό της Αριστεράς. Ο Γιάννης Θεοδωράκης έγραφε το χρονογράφημα στο «Ριζοσπάστη» (όταν προγραμματίστηκε η σειρά με τους δημοσιογράφους, διατηρούσε ακόμα τη στήλη του) ένας τύπος μποέμ στο χώρο της Αριστεράς, αν και πάντα αντιμετώπιζε κι αντιμετωπίζει κριτικά ορισμένες ενέργειες του Κόμματος, ουδέποτε διανοήθηκε να το απαρνηθεί. Χωρίς όμως να γίνει μέλος. Με τρεις γάμους στο ενεργητικό του, εραστής της καλής παρέας και «μελίρρυτος» έδωσε το δημοσιογραφικό του παρόν σε καιρούς δύσκολους για την ελληνική δημοσιογραφία. Γιος δημοσιοϋπαλληλικής οικογένειας… Κι εκείνο που του ‘χει μείνει απ’ όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι ανήκει στην «ηλικία της ήττας»…
«Ο πατέρας να ταξιδεύει από πόλη σε πόλη με τις μεταθέσεις. Κι έτσι, ο μεν Μίκης γεννήθηκε στη Χίο, εγώ στα Γιάννενα. Βέβαια στο σπίτι μας ζούσαμε με το κρητικόν κλέος. Ο πατέρας μου ένιωθε Κρητικός. “Να κατεβώ στον Ομαλό να κάμω μάνες δίχως γιους” και τέτοια. Μπορώ να πω, ότι κι από σπορά κρητική αν δεν ήμουνα, στο περιβάλλον που ζούσα θα γινόμουνα Κρητικός. Πολλά δεν θυμάμαι απ’ αυτή την ηλικία. Θυμάμαι όμως ότι έγινα κι εγώ σκαπανέας στη νεολαία του Μεταξά. Κι ήμουνα όντως αντι-Μεταξικός…».

-Νομίζω ότι ήταν υποχρεωτικός ο νόμος για την ένταξη των νέων τότε στη νεολαία.

«Βέβαια. Μεγαλώνοντας όμως το σκέφτηκα το πράγμα και κάποια στιγμή κατάλαβα γιατί η νεολαία τότε ήταν φανατική με τον Μεταξά…».

-Γιατί;

«Διότι ο Μεταξάς απελευθέρωσε το κορίτσι του 1938-1939 από τον Βαλκάνιο μπαμπά. Έφευγε η πιτσιρίκα από το σπίτι, σου πετούσε ένα “πάω στην οργάνωση” και δεν τολμούσες να πεις κουβέντα. Θυμάμαι ακόμα τις περίφημες κατασκηνώσεις με τις φαλαγγάρχισσες. Κάθε πεντακόσια μέτρα κι από μία. Τότε γινόντουσαν και περίφημα πάρτι, αξέχαστοι χοροί και γενικά συνέβαιναν γεγονότα πρωτάκουστα για μια βαλκανική και τουρκοτραφή χώρα. Γι’ αυτό, όταν πέθανε ο Μεταξάς, βγήκαν όλοι με πένθη και θρηνούσαν “πέθανε ο πατέρας μας”».

-Κι εσείς;

«Εγώ ε; Εγώ τότε ήμουνα ένας σκαπανέας, που επειδή από μικρός υποφέρει από πονοκεφάλους δεν μπορεί να κρατήσει το χέρι ψηλά στο φασιστικό χαιρετισμό. Τότε μάλιστα θυμάμαι ότι τραγουδούσα όλους τους ύμνους και με τη σειρά. Πρώτα τον ύμνο της ΕΟΝ, ύστερα τον ύμνο της 4ης Αυγούστου και τέλος τον Εθνικό Ύμνο. Έπρεπε που λες να χαιρετάς μέχρι να τελειώσουν όλοι αυτοί οι ύμνοι. Εγώ όμως πονούσα και βλαστημούσα τον Μεταξά κι όλη την 4η Αυγούστου».

-Ήταν κι ο Μίκης τότε σκαπανέας ε;

«Σκαπανάκος κι αυτός».

-Έγραψε τον ύμνο της ΕΟΝ;

«Σαχλαμάρες. Τότε η ΕΟΝ έβγαζε ένα περιοδικάκι και διάφοροι στέλνανε ποιηματάκια. Ο Μίκης τότε ήταν δεκατριών χρονών. Ε, έγραψε κι αυτός “είμαι σκαπανάκι με γερή κορμοστασιά, με κοντό παντελονάκι κι αγαπώ τον Μεταξά”. Αυτό ήταν που κοπανάει συνέχεια η “Ελεύθερη Ώρα”. Βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην ΕΟΝ καλλιεργούσαν τον εθνικισμό. Γι’ αυτό όταν αργότερα στην Κατοχή είδαμε όλους αυτούς τους αρχηγούς μας που μας μιλούσαν για έθνος και ιστορία να συνεργάζονται με τους Γερμανούς ήταν πολύ εύκολο η ΕΟΝ να μετατραπεί σε… ΕΠΟΝ…».

-Υπάρχει συσχετισμός δηλαδή;

«Ο μόνος συσχετισμός που εγώ έχω κάμει είναι ότι όλοι σχεδόν που στελεχώσανε την ΕΠΟΝ ήταν από πριν οργανωμένοι. Εγώ τους θυμάμαι στην Τρίπολη με την πείνα του 1941. Γυρίζαμε με τις στολές της ΕΟΝ – χωρίς τα διακριτικά – και μαζεύαμε τρόφιμα για τα παιδιά που πέθαιναν από την πείνα του ‘41. Θυμάμαι σε μια περίπτωση που γυρίζαμε με τη χορωδία για να μοιράσουμε τα τρόφιμα. Ήταν μαζί κι ο Μίκης όταν μπήκαμε σ’ ένα σπίτι που ξεψυχούσε ένα παιδί από την πείνα. Θυμάμαι που αρχίσαμε να του τραγουδάμε ένα νανούρισμα του Σούμπερτ, μέχρι που πέθανε μπροστά μας. Αυτά τα βιώματα έχω σαν παιδί».

-Και πώς οργανωθήκατε στην ΕΠΟΝ;

«Ε, καθώς είμαστε στην ΕΟΝ βλέπουμε τους αρχηγούς μας να συνεργάζονται με τους Γερμανούς. Τότε είναι που βγαίνουν οι κομμουνιστές από την εξορία και λένε “εμείς θα κάνουμε την Αντίσταση”. Πήγαμε όλοι. Αυτή τουλάχιστον την ερμηνεία δίνω εγώ. Ε, μετά οργανωθήκαμε στα “Αετόπουλα” και κάναμε ό,τι μπορούσαμε σαν παιδιά».

-Τι θυμάστε από τα «Αετόπουλα»;

«Την πιο συγκλονιστική μου εμπειρία. Μέναμε στη Νέα Σμύρνη, όταν έγινε το μπλόκο της Καλλιθέας, στο οποίο βρέθηκα από περιέργεια. Εκεί είδα τους μασκοφόρους να υποδεικνύουν στους Γερμανούς τους πατριώτες. Είδα με τα μάτια μου ανθρώπους να δίνουν άλλος το ρολόι του, άλλος καμιά λίρα στους Μοίραρχους της Χωροφυλακής, για να τους αφήσουν να βγούνε έξω από το μπλόκο. Ε, ύστερα από αυτά που είδαμε, καταλαβαίνεις ότι ήταν εύκολο πια να τοποθετηθούμε…».

-Ταυτόχρονα με τον Μίκη;

«Ο Μίκης είχε προηγηθεί. Θυμάμαι μάλιστα εγώ, πως όταν είδα πρώτη φορά στους τοίχους το ΕΛΑΣ είπα “μα τόσο ανορθόγραφοι είναι που το γράφουν με ένα λάμδα;”. Ο Μίκης είχε χωθεί πιο πολύ στην Αντίσταση. Είχε μπει στην ΟΠΛΑ κι είχε εξαφανισθεί ένα χρόνο από το σπίτι. Περνούσε και πετούσε πετραδάκια για να μάθει η μάνα μας ότι ζει. Κι η μάνα πάντα στο παράθυρο περίμενε…».

-Οικογενειακά μεταπηδήσατε στην Αριστερά;

«Όχι. Ο πατέρας μας ήταν φιλελεύθερος. Ο παππούς μου ήταν βασιλικός και διώχθηκε κάποια στιγμή από τον Βενιζέλο. Ήταν ο ράφτης του Βενιζέλου, αλλά μετατέθηκε εκποδών. Έτσι καταστράφηκε ο παππούς. Τώρα γιατί ήταν βασιλικός; Διότι όταν ορφάνεψε, μαζί με άλλα ορφανά, τα μάζεψε ο Όθωνας και τα ‘βαλε σε ένα ορφανοτροφείο. Εκεί, έμαθε την τέχνη του φραγκοράφτη που ‘ταν σαν να λέμε σήμερα… ηλεκτρονικός επιστήμων. Ο πατέρας μου στην αρχή ήταν βασιλικός και τοποθετήθηκε αρμοστής στα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Αργότερα έγινε Βενιζελικός. Αυτά εν ολίγοις…».

-Πώς και μπλέκεστε με τη δημοσιογραφία;

«Μάλιστα. Πρώτα να πω κάτι άλλο: Η δική μου ηλικία είναι η ηλικία της ήττας. Αυτά τα εφτά χρόνια που έχω διαφορά από τα Αετόπουλα είναι η ηλικία της ήττας. Διότι η ΕΠΟΝ κάποια στιγμή άγγιξε την εξουσία, ενώ εμείς από τη στιγμή που γίναμε έφηβοι δεν κάναμε άλλο τίποτα από το να τρώμε ξύλο και να υπογράφουμε δηλώσεις μετανοίας. Δεν βλέπουμε τίποτα να ξανοίγει μπρος μας. Ούτε μια στιγμή δεν είδαμε την ελπίδα. Οι άλλοι, έστω και για δέκα μέρες, μπήκαν θριαμβευτές στην Αθήνα με τα όπλα τους. Εξουσία…».

-Τόσο σπουδαίο ρόλο παίξανε αυτά τα εφτά χρόνια;

«Ναι. Εγώ θυμάμαι, είμαι δεκάξι χρονών όταν αποβάλλομαι απ’ όλα τα γυμνάσια της Αθήνας για πολιτικούς λόγους. Κάπου, βέβαια, λέγανε κάποιοι μύθοι ότι φτάσανε οι αντάρτες στην Πάρνηθα. Παραμύθια. Κι όταν εγώ πήγα στην Κρήτη δεν είδα παρά μόνο ένα σαφάρι γι’ αντάρτικα κεφάλια. Οι πάντες γυρίζανε με όπλα για να βρούνε αντάρτη να τον σφάξουν».

-Αν και στην Κρήτη ο Εμφύλιος δεν πήρε την έκταση που πήρε στην υπόλοιπη Ελλάδα…

«Είναι γεγονός αυτό. Περιορίστηκε για λόγους που εξηγούνται…».

-Λένε πως έπαιξε κάποιο ρόλο κι ο Μητσοτάκης. Είναι αλήθεια;

«Χωρίς αμφιβολία έπαιξε κι ο Μητσοτάκης ρόλο. Στην Κρήτη όμως κάμανε πόλεμο εναντίον των Γερμανών και τα δεξιά αντάρτικα. Όπως έκαμε και ο ΕΛΑΣ. Υπήρχαν βέβαια οι περίφημοι “σουμπερίτες” ντόπιοι προδότες. Κανένας όμως από αυτούς δεν έζησε. Τους σκότωσαν όλους».

-Ποιοι;

«Οι ίδιοι οι Δεξιοί. Δεν ήταν όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα. Εκεί, οι Δεξιοί κυνήγησαν τους προδότες. Στην Κρήτη, λοιπόν, ο ΕΛΑΣίτης μπορεί να ‘βλεπε να τον κυνηγάει ο Δεξιός, αλλά ήξερε ότι αυτός ο Δεξιός δεν ήτανε προδότης. Ήταν κι αυτός ένας που είχε πολεμήσει το Γερμανό. Θυμάμαι κάποτε που μου ‘λεγε ο Μανώλης Σιγανός, πως όταν κατέβηκε να οργανώσει τον Δημοκρατικό Στρατό στην Κρήτη “τους εκατό τους μαζέψαμε – δεν τους μαζέψαμε”».

-Και φτάνουμε στη δημοσιογραφία. Περνάει μέσα από το Κόμμα;

«Αυτό είναι σχετικό, διότι τότε δεν υπήρχαν κομματικές οργανώσεις. Τότε ήμουνα στην Κινηματογραφική Σχολή του Σταυράκου…».

-Αυτό πρώτη φορά το ακούω…

«Ναι. Σπούδαζα σκηνοθεσία αλλά κινηματογραφική μηχανή δεν είχαμε. Η Σχολή όμως ήταν μια Ακαδημία γενικών γνώσεων που δεν θα ξαναγίνει. Τότε μας δίδασκαν ο Κουν, ο Διαμαντόπουλος, ο Πλωρίτης, ο Τσαρούχης, ο Θεοδωράκης. Ήταν στο φόρτε της απόδοσής τους. Και δεν είχε τόσο σημασία η διδασκαλία όσο η κουβέντα που γινόταν εκεί μέσα. Βέβαια, από πλευράς επιπέδου μαθητών ούτε να το συζητάς. Εκεί πηγαίνανε όσοι είχαν να πληρώσουν. Και γι’ αυτό δεν βγήκαν σπουδαίοι σκηνοθέτες. Δεν σκάμπαζε το 80%. Μόνο τον Καζάκο θυμάμαι».

-Σκηνοθετήσατε ποτέ;

«Μπα. Εγώ ήμουνα μεταξύ αυτών που αμπελοφιλοσοφούσαν και περίμεναν να τους καλέσουν τα πλατό για να σώσουν τον ελληνικό κινηματογράφο. Ήταν πολλοί σαν εμένα.
Από σκηνοθέτης, δημοσιογράφος λοιπόν… Ύστερα από μια αποτυχημένη επαφή που είχα με τη δημοσιογραφία, αποφάσισα να γυρίσω στα πλατό μπας και κάμω καμιά μεγάλη ταινία. Τότε με βλέπει ο Μίμης Δεσποτίδης, ένα φωτισμένο μυαλό που μόλις είχε βγει από τη φυλακή. Ήθελε να ενισχύσει περισσότερο το περιοδικό που έβγαζε “Δρόμοι της Ειρήνης”. Μου λέει “ξέρεις να γράφεις;” λέω “θα δοκιμάσω”. “Θα μάθεις και θα γίνεις καλός δημοσιογράφος”. Έτσι άρχισα να συνεργάζομαι. Είχαμε μάλιστα μεγάλη συνωμοτικότητα για να προστατεύουμε τους συνεργάτες μας. Να φανταστείς, ότι μόλις στη δικτατορία μου απεκάλυψε ο σημερινός διευθυντής της “Καθημερινής” Μίμης Παπαναγιώτου, ότι ήτανε ο αθλητικός μας ρεπόρτερ. Εκεί που λες, εγώ έπρεπε να δίνω το μηνιάτικο ρεπορτάζ. Επειδή όμως μας κυνηγούσαν θα ‘πρεπε να είναι απόλυτα ντοκουμενταρισμένο. Γι’ αυτό, κάθε ρεπορτάζ μου ήταν και μια ειδική μελέτη. Έτσι φτάσανε στο σημείο να επιχειρήσουν να μ’ απαγάγουν την 28η Οκτωβρίου οι ΕΚΟΦίτες. Γίνανε τότε επερωτήσεις στη Βουλή κι ακολούθησε μια δίκη στην οποία αντί να μπουζουριάσουν τους ΕΚΟΦίτες παρά λίγο να κλείσουν μέσα… εμένα. Θέλω να πω, ότι έμαθα τη δημοσιογραφία στο πεζοδρόμιο…».

-Είστε πάντως από τους ελάχιστους δημοσιογράφους που κατάφεραν να υπηρετήσουν χώρους συγγενικούς με την ιδεολογία τους. Δεν συνεργαστήκατε με τον αστικό λεγόμενο Τύπο.

«Μην πω ψέματα, το δοκίμασα. Δεν μου πήγαινε όμως. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να λειτουργήσω έξω από το χώρο της Αριστεράς. Έστω κι αν εκεί γνώρισα πίκρες, διωγμούς, κατατρεγμούς».

-Συμβαίνουν και στην Αριστερά αυτά…

«Ε, ναι. Να μην είμαστε υπερβολικοί. Η Αριστερά είναι ένας ζωντανός οργανισμός και πάντα θα υπάρχουν ζυμώσεις, συγκρούσεις, οι πάνω και οι κάτω».

-Όμως, εσείς έχετε μια συνέπεια, αντίθετα με τον Μίκη…

«Είχαμε και διαφορετικές ηλικίες. Εγώ ούτε μπορώ ν’ αξιώσω τίποτα από την Αριστερά, ούτε πιστεύω ότι μου οφείλει ούτε ότι της οφείλω. Απλά, βρεθήκαμε εκεί μέσα…».

-Αντιλαμβάνεστε ότι δεν θα μπορέσουμε ν’ αποφύγουμε την ερώτηση για τον Μίκη…

«Θα σου πιο αργότερα για τον Μίκη. Πρώτα όμως να σου πω για την περίοδο της “Αυγής».

-Είναι η περίοδος που το ΚΚΕ δεν είναι νόμιμο…

«Υπάρχει το εξής με το ΚΚΕ. Ως γνωστόν, κάποια Ολομέλεια διέλυσε τις κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα, έφτιαξε ένα Γραφείο Εσωτερικού που εντάχθηκε στην ΕΔΑ και διαμόρφωνε με τους άλλους συνεταίρους της ΕΔΑ τη γραμμή από πλευράς ΚΚΕ. Το Κόμμα είχε οργανώσεις σ’ όλες τις χώρες, πλην της χώρας στην οποία ανήκε. Το ΚΚΕ ήταν το μόνο κόμμα που δεν αξίωνε μέσα από την Ελλάδα τη νομιμοποίησή του. Είχαμε κάποια ΕΔΑ που εκπροσωπούσε το ΚΚΕ, αλλά δεν σηκώθηκε ποτέ κάποιος βουλευτής της να πει “κύριοι εκπροσωπώ το ΚΚΕ”. Είχαμε δηλαδή κομμουνιστές κρατούμενους χωρίς να έχουμε Κομμουνιστικό Κόμμα. Ας τ’ αφήσουμε αυτά…».

-Ναι. Ας γυρίσουμε στην «Αυγή».

«Όπως θα θυμάσαι, εμείς τότε αντιμετωπίζαμε ένα σοβαρό πρόβλημα. Τις παρακρατικές οργανώσεις. Θέλω λοιπόν να πιστεύω ότι είμαι μεταξύ αυτών που συνέβαλαν στη διάλυση της “Χριστιανικής Αντικομμουνιστικής Σταυροφορίας”».

-Πώς;

«Ξέραμε ότι αυτές οι οργανώσεις ήταν ένα συνονθύλευμα από λούμπεν στοιχεία. Μπορώ να σου πω ότι στην προσπάθειά μας δεν ενθαρρυνθήκαμε από “πάνω”, αντίθετα μας αποθάρρυναν για το φόβο της προβοκάτσιας. Εγώ ωστόσο έβγαλα μια φήμη: Ότι η “Αυγή” πληρώνει…».

-Την πληροφορία;

«Ναι. Και τότε ήταν που μου ‘ρθε ένα παιδί – ποινικός κρατούμενος- από την Αίγινα. Μας έφερνε ένα μήνυμα από τις φυλακές, από τους Λουλέ και Αμπατιέλο. Μου λέει: “Τώρα πες μου τι να κάμω; Δεν χωνεύω τους μπασκίνες γιατί μου ‘χουνε σκοτώσει την οικογένεια… θέλω να τους εκδικηθώ”. Του ‘πα: “Υπάρχει ένας τρόπος. Να πας να γραφτείς μέλος στην Αντικομμουνιστική Σταυροφορία”. Πήγε. Τον βάλανε στα κεντρικά γραφεία κι έγινε ο βασικός μας πληροφοριοδότης. Αυτός ήταν ο Νίκος Κοεμτζής. Ένα βράδυ μάλιστα, που έτυχε να τον βάλουν περιφρούρηση στα γραφεία τους, μας ειδοποίησε: “Σήμερα μπορεί να γίνει η δουλειά”. Τότε πήγαμε και πήραμε όλο το αρχείο της Οργάνωσης και το πήγαμε στα γραφεία της ΕΔΑ. Όλη νύχτα “άναψε” το φωτοτυπικό της ΕΔΑ. Βγάλαμε αντίγραφα και το γυρίσαμε πίσω. Να ‘χεις υπόψη σου ότι όλο αυτό το αρχείο ήταν κι αρχείο της Ασφάλειας. Διότι για να γίνεις μέλος της παρακρατικής οργάνωσης θα ‘πρεπε να ‘χεις περάσει από την Ασφάλεια. Έτσι, αποχτήσαμε όλες τις οργανώσεις και τα πρόσωπα που τις στελέχωναν στην Αττική. Όταν γινόταν κάτι εμείς βγαίναμε κι αποκαλύπταμε ποιοι τα ‘καναν. Σε τέτοιο βαθμό που κάποτε έγραψε η “Βραδυνή” ότι “αν είναι αλήθεια όσα γράφει η «Αυγή» τότε σημαίνει πως οι κομμουνιστές έχουν φοβερό κατασκοπευτικό δίκτυο”. Κι όμως ήταν τόσο απλό…».

-Αυτό ήταν το περίφημο αρχείο που λέγανε οι Δεξιοί;

«Αυτό. Τι αρχείο δηλαδή; Κουραφέξαλα. Θυμάμαι ότι είχα βάλει μερικούς απ’ αυτούς τους φακέλους σ’ ένα δωμάτιο με πολλούς άλλους που είχαν πρακτικά της Βουλής κι Εφημερίδες της Κυβερνήσεως. Όταν λοιπόν ερχόταν κάποιος να μας κατασκοπεύσει, τον πήγαινα εκεί μέσα για να τον εντυπωσιάσω. Τραβούσα έναν φάκελο που είχαμε φακελωμένο έναν παρακρατικό κι αυτός νόμιζε ότι όλοι εκείνοι οι φάκελοι γύρω μας ήταν το ίδιο. Τους τρελαίναμε δηλαδή».

-Τον ξαναείδατε από τότε τον Κοεμτζή;

«Έτυχε να μπω πριν από λίγα χρόνια φυλακή για ένα μου ρεπορτάζ. Εκεί είδα τον Νίκο. Ελπίζει ο καημένος ότι θα βγει. Έχει το κελί του γεμάτο πράσινους ήλιους και τη φωτογραφία του Ανδρέα».

-Να μιλήσουμε τώρα για τον Μίκη;

«Άκου τώρα. Ο Μίκης μιλάει τόσο για τον εαυτό του, να μιλήσω κι εγώ γι’ αυτόν; Να σου πω όμως κάτι για τον Μίκη; Είχε πει κάποτε: “Είμαι ένα τάνκερ που μ’ έχουν βάλει στη λίμνη Ιωαννίνων”. Αυτή είναι πραγματικότητα. Είναι ένα τάνκερ στη λίμνη Ιωαννίνων».

-Γράφετε κιόλας…

«Γράφω τραγουδάκια, γράφω και ποιηματάκια. Τώρα σταμάτησα να γράφω τραγουδάκια. Με παρακαλάει ο Μίκης, αλλά δεν μπορώ πια. Υπάρχουν στιχουργοί που έχουνε σοβαρό εισόδημα από τους στίχους τους. Εγώ δεν μπορώ να το κάμω επάγγελμα. Κάπου όλοι αυτοί δουλεύουνε τον κόσμο. Όλο τα ίδια γράφουν. Δεν βρίσκουν κάτι καινούργιο. Ξέρεις με ποιους συμφωνώ εγώ; Με τους ροκάδες. Ο Μηλιώκας μ’ αρέσει. Όταν λέει “ο κύριος Μηνάς προαγωγός κι ο Γιώργος ο νταβάς στη χορωδία” αυτό συμβαίνει σήμερα».

-Μιλήσατε για ήττα της ηλικίας σας κι αυτή τη στιγμή, εφτά χρόνια δηλαδή, έχουμε ένα ΠΑΣΟΚ που η άνοδός του ήταν λαϊκό αίτημα και νίκη αυτής της ηλικίας…

«Το πας αλλού τώρα. Αίτημα λαϊκό ήταν η αλλαγή, όχι όπως την είδε ο Παπανδρέου. Η Αλλαγή είναι σύνθημα του ΚΚΕ από το 1953. Βγάλαμε και δυο εφημερίδες μ’ αυτό τον τίτλο. Το ΚΚΕ όμως έκαμε κακούς υπολογισμούς. Γιατί; Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν μπορούμε να πούμε ότι το ΠΑΚ έδωσε στο ΚΚΕ εγγυήσεις».

-Ούτε φαίνεται ότι τις ζήτησε. ..

«Βέβαιο είναι, ότι αν το ΚΚΕ ακολουθούσε την παλιά αρχή, που λέει, ότι η Σοσιαλδημοκρατία είναι ο πρώτος κίνδυνος κι έκανε πόλεμο στο ΠΑΣΟΚ, από το 1974 και μετά, τα πράγματα θα ‘τανε αλλιώτικα. Εκεί που έπρεπε να δράσουμε, περιμέναμε να μας έρθει ο Ανδρέας και να του στείλουμε τους κνίτες να τον υποδεχτούνε. Στη συνέχεια δώσαμε και σ’ ένα μας συνέδριο στο ΠΑΣΟΚ την πατέντα του “μη αστικού κόμματος”».

-Πιστεύετε ότι το ΚΚΕ έπρεπε να πιέσει;

«Το Κόμμα δεν έπρεπε να επιτρέψει αυτό το σούρτα φέρτα μεταξύ ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ, διότι επόμενο θα ‘ταν αυτός που ασκεί την εξουσία να ικανοποιήσει κάποια οράματα. Για παράδειγμα: Ν’ αναγνωρίσει την Εθνική Αντίσταση. Έτσι, καλεί τον ΕΛΑΣίτη, που μέχρι τότε φοβόταν, και του δίνει παράσημο. Αυτό το ηθικό κέρδος δεν θα το χάσει ποτέ ο Ανδρέας».

-Είναι κακό αυτό;

«Καλό είναι, αλλά έτσι έφτασε το ΚΚΕ στο 9%, ένα ποσοστό που το είχε προβλέψει ο Καραμανλής όταν έλεγε “θα σας φέρουμε στο φυσιολογικό σας ποσοστό”…».

-Έκαμε ζημιά και η διάσπαση. ..

«Η τραγωδία για την Αριστερά είναι ότι η διάσπαση δεν ήταν πραγματική. Δεν έγινε για ουσιαστικούς λόγους. Εγώ λέω και ισχυρίζομαι ότι η διάσπαση ήταν ο μπουχός που σήκωσε η υπεύθυνη ηγεσία για να συγκαλύψει τις ευθύνες της. Ας με συγχωρέσει ο Αντώνης – δημοσίευσέ το όμως – αν ο Μπριλλάκης έπαιρνε το χρίσμα από τη Μόσχα, θα ήταν αυτός ο δογματικός. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Με τη διάσπαση, ξέρω, ότι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση και στη Μόσχα. Και θα σου κάμω μια αποκάλυψη: Ξέρω ότι είχαν πιάσει τον Ηλιού στον “Άγιο Παύλο”, την κλινική, και λέγανε ότι βλέπανε μια πρώτη λύση με Ηλιού και Μίκη. Ούτε δηλαδή με τους αποδώ ούτε με τους αποκεί».

-Σαν προσωρινή λύση;

«Σαν νέο κόμμα. Μεσολάβησαν όμως Τσεχοσλοβακία και άλλα, κι έτσι δεν μπόρεσαν να αξιολογήσουν τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Κι έτσι, αυτοί που είπανε τότε το “μπράβο” πήρανε το χρίσμα. Εγώ αυτό πιστεύω.[...]

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

2 Responses to “«Έμαθα τη δημοσιογραφία στο πεζοδρόμιο»”

  1. Λογοθέτης Γιώργος Says:

    Πολύ ενδιαφέρον !
    Γνώρισα τον Γιάννη την περίοδο που ο Μίκης ήταν Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και εγώ είχα αναλάβει κάποια θέματα που είχαν σχέση με τον Πολιτισμό.
    Μου είχε κάνει εντύπωση η ηρεμία του, σε αντίθεση με τον Μίκη…
    Συγχαρητήρια για την δημοσίευση της συνέντευξης.
    Γ. Λογοθέτης

  2. Αρης Σκιαδοπουλος Says:

    Αγαπητε Κυριε Παληοτακη.Εγω πήρα τη συνέντευξη από τον Γιάννη καί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ..Πρόσφατα συμπεριεληθη σε μιά συλλογή συνεντεύξεων μου που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Γαβριηλιδη με τίτλο Είκοσι Ελληνες στον Αδη. ομίλων οτι αν το ερευνούσατε λίγο ως ωφείλατεθα βρίσκατε την πηγή.Ευχαριστω.

Leave a Reply