Συνέντευξη του Μίκη στους “ΔΡΟΜΟΥΣ” του 1964

Από το Αρχείο Παληοτάκη, όσα σπαράγματα κρατώ ακόμη στη διάθεσή μου, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις, με συνέντευξη του Μίκη αυτή τη φορά.
Τη βρήκα στους “ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ”, στο τεύχος του Φεβρουαρίου του 1964. Ο Μίκης ετοιμάζεται για τις εκλογές, στις οποίες κατέβαινε ως υποψήφιος στη Β’ Πειραιά. Με αυτή την ευκαιρία, δίνει μια συνέντευξη στον Μανώλη Παπουτσάκη. Και, φυσικά, σαν “ποταμός” που είναι, δεν περιορίζεται καθόλου στην “προπαγάνδιση” αυτής της υποψηφιότητας. Αντιθέτως, μιλάει για το έργο του, για τους πνευματικούς ανθρώπους και τη στάση τους, για τις συναυλίες και τις δυσκολίες που δοκίμαζε κι αυτός και οι συντελεστές του, για τους Λαμπράκηδες….
Πολλά ήταν αποκαλυπτικά ακόμη και για μένα, που ζούσα από κοντά τα γεγονότα…. Είναι κομμάτια της ιστορίας μας, που κάποιους τους συγκινούν, σ’ άλλους θυμίζουν τη νιότη τους, αλλά για όλους αποτελούν πολύτιμο ιστορικό θησαυρό.

Παληοτάκης

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Καλλιτέχνης και πολίτης

Αποκλειστική συνέντευξη του συνθέτη για τους «ΔΡΟΜΟΥΣ» από τον Μανώλη Παπουτσάκη,

Φεβρουάριος του 1964

Δρόμοι: Μάθαμε με χαρά πως κατεβαίνεις σαν υποψήφιος στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου. Πες μας, πότε άρχισες να πολιτεύεσαι, Μίκη;

Μίκης: Η ιστορία αυτή αρχίζει στις 25 Μαρτίου του 1942. Τότε, μαζί με όλους τους συμμαθητές μου, επιχειρήσαμε να στεφανώσουμε τον τάφο του Κολοκοτρώνη, στην Τρίπολη. Μας έπιασαν οι Ιταλοί και μας διαπόμπευσαν –κατά την αντίληψή τους. Γιατί στην πραγματικότητα ήταν μια τιμή η «τιμωρία» μας. Μας πέρασαν από τους δρόμους της Τρίπολης δεμένους και ματωμένους απ’ το ξύλο, για να μας μεταφέρουν σε άλλες φυλακές.
Τότε, βλέποντας την απήχηση που είχε η πράξη μας μέσα στο λαό της Τρίπολης και τη λύσσα του εχθρού εναντίον μας, κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω αληθινά όσο θα υπάρχουν οι Ιταλοί που θα χτυπούν τους πατριώτες, ή οποιοιδήποτε άλλοι που θα χτυπούν τους πατριώτες…

Αυτά, βέβαια, είναι μια ιστορία του ΄42 που, δυστυχώς, δεν τέλειωσε ακόμα. Όλ’ αυτά τα χρόνια κι εγώ, όπως τόσοι και τόσοι πατριώτες, πήγα φυλακή, εξορία, Μακρονήσι.
Και η ζωή συνεχίζεται πάντοτε. Και τη μοιράζω στην καλλιτεχνική δημιουργία, απ’ τη μια, και στον αγώνα για τα κοινά, απ’ την άλλη. Πιστεύω πως τον καλλιτέχνη πρέπει να τον ενδιαφέρει και η τιμή του γάλακτος και το μέλλον της Κύπρου…. Και να τον ενδιαφέρουν όχι απλά ακαδημαϊκά…. Δηλαδή, είμαι της άποψης των αρχαίων Ελλήνων που τιμωρούσαν αυτούς που δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τα κοινά….

Δρόμοι: Λένε πως το ενδιαφέρον για τα κοινά είναι τάχα ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του καλλιτέχνη. Θα ήθελες να μας πεις τη γνώμη σου γι’ αυτό το ζήτημα;

Μίκης Θεοδωράκης: Το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για τα κοινά βρίσκεται μέσα στην ίδια την ιδιότητά του σαν καλλιτέχνης. Σε τι μπορούμε να πούμε πως διαφέρει ο καλλιτέχνης από τους άλλους ανθρώπους; Νομίζω ότι, βασικά, διαφέρει από το γεγονός ότι είναι πιο ευαίσθητος. Κι αυτή την ευαισθησία του την εξωτερικεύει με το καλλιτεχνικό του έργο.
Λοιπόν, αυτή ακριβώς η ευαισθησία, που είναι η ρίζα του καλλιτεχνικού έργου, νομίζω πως είναι και η ρίζα του ενδιαφέροντος του καλλιτέχνη για τους συνανθρώπους του.

Δρόμοι: Η καλλιτεχνική ευαισθησία δεν οδηγεί όλους τους καλλιτέχνες στον ίδιο δρόμο. Πάντως, στη δική σου περίπτωση, η ευαισθησία σου απέναντι στα γεγονότα που αφορούν τους συνανθρώπους σου, έχει σημαδέψει τη ζωή σου. Δεν είν’ έτσι;

Μίκης: Απολύτως. Αλλά και κάτι άλλο ακόμα. Τα ιστορικά γεγονότα βοηθάνε, κατά κάποιο τρόπο, τον καλλιτέχνη. Ας πάρουμε την περίπτωση του Σολωμού. Βρέθηκε πάντα πλάι στον Ελληνικό λαό. Αφιέρωσε τη ζωή και την τέχνη του στον αγώνα της απελευθέρωσής του από τον ξένο ζυγό. Άλλη περίπτωση ο Κάλβος. Όπως μάθαμε τελευταία, ήταν ένας άνθρωπος που καταδιώχτηκε για τη συμμετοχή του σε παράνομες επαναστατικές οργανώσεις. Μήπως ο Παλαμάς δεν στάθηκε πλάι στο λαό στους αγώνες για το γλωσσικό ζήτημα, που στην εποχή του είχε διαστάσεις εθνικού θέματος; Αλλά, αν πάμε παρά έξω, έχουμε πάρα πολλά παραδείγματα στην παγκόσμια ιστορία.

Η γενιά η δική μας εδώ στην Ελλάδα βρέθηκε μέσα στην Αντίσταση. Εκείνη την ώρα για κανέναν δεν υπήρχε δικαιολογία να μένει κλεισμένος μέσα στο σπίτι του, όταν τα αδέρφια του σκοτώνονταν έξω στους δρόμους. Το δώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας δεν σε απαλλάσσει από τις ευθύνες σου σαν πολίτης.
Επειδή πολλοί με ρώτησαν τώρα τελευταία, αν πολιτεύομαι και γιατί πολιτεύομαι, απαντώ: Δεν πολιτεύομαι, αλλά κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν όλων των συνομηλίκων μου, της γενιάς της Αντίστασης, κάνω κι εγώ το καθήκον μου απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, απλά, όπως το κάνουν όλοι….

Δρόμοι: Μας είπες πως, για πολλά χρόνια, μοίραζες τη ζωή σου ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και την προσφορά σου στους αγώνες του λαού μας. Από πότε αρχίζουν να συνδέονται και να συγχωνεύονται αυτά τα δυο;

Μίκης: Η ένωση έγινε με τον «Επιτάφιο», τις παραμονές των εκλογών του 1958. Από τότε ο καλλιτέχνης μπήκε μέσα στον αγωνιστή. Μέχρι τότε υπήρχαν δυο δρόμοι. Παράλληλοι αλλά ξεχωριστοί. Δηλαδή, υπήρχε ο δρόμος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και ο δρόμος των καθημερινών αγώνων. Μπορούσε τη μια μέρα να πολεμώ με το ντουφέκι στο δρόμο και την άλλη να κλείνομαι στο σπίτι και να γράφω μια συμφωνία…. Αυτά τα δυο δεν είχαν οργανική σύνθεση…. Ήμουν εγώ που τα ένωνα….

Δρόμοι: Αλήθεια, Μίκη, πώς κατάφερες να κατακτήσεις τους ήχους;

Μίκης: Ανηφορικός ο δρόμος…. Ξέρεις, η μουσική στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ πίσω. Τα πράματα ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για μένα που ζούσα στην επαρχία και δεν είχα ιδέα συμφωνικής μουσικής. Άκουσα για πρώτη φορά συμφωνία σε ηλικία 15 χρονών. Έξω αρχίζουν από μωρά στην κούνια τη σπουδή της μουσικής…. Ήταν η Ενάτη του Μπετόβεν –και μάλιστα σε κινηματογράφο, από ένα γερμανικό έργο στην Κατοχή. Ως τότε, ό,τι μουσική είχα ακούσει ήταν από κιθάρα, από χορωδία κι από πιάνο. Δεν είχαμε ούτε δίσκους κλασικής μουσικής…. Αργότερα βρήκα μερικούς δίσκους του Τοσκανίνι κι ένα κονσέρτο του Μπαχ…. Οι δίσκοι μού έκαναν τέτοια εντύπωση, που έπεσα με τα μούτρα να γνωρίσω τον κόσμο των ήχων. Πράγματι, κατέβηκα στην Αθήνα, στον Οικονομίδη, κλείστηκα στη βιβλιοθήκη του Ωδείου, και μήνες προσπαθούσα να μπω μέσα στον κόσμο των ήχων, να καταλάβω…. Στην εξορία συνέχισα τη σπουδή μου. Στην Ικαρία ανέλυα τον Μπετόβεν…. Είναι πολύ μεγάλη δουλειά κι επιστήμη….

ΕΥΔΗΛΟΣ ΙΚΑΡΙΑΣ – 1948
“Στην εξορία ανέλυα τον Μπαχ και τον Μπετόβεν…”

Όλα αυτά εγώ χρειάστηκε να τα κατακτήσω παλεύοντας μέσα σε αντίξοες συνθήκες –εξορίες, παρανομίες και Μακρονήσι. Πολλές φορές δεν είχα ούτε χαρτί…. Τελικά κατάφερα να δαμάσω τους ήχους και να φτιάξω συμφωνικά έργα. Όμως δεν μπορούσα να είμαι ικανοποιημένος. Βλέπεις, δεν είχα τη μουσική παιδεία που έχουν οι Ευρωπαίοι, που αρχίζουν από δυο χρονών, και πάλι δεν κάνουν και πολλά πράγματα…. Η κλασική μουσική έχει φτάσει σε τέτοια ύψη, που είναι δύσκολο σ’ ένα συνθέτη να εκφράσει κάτι νέο…. Γι’ αυτό πολλοί σημερινοί συνθέτες καταφεύγουν στο αφηρημένο, στο επιτηδευμένο και στα μαθηματικά….

Δρόμοι: Είναι η εύκολη λύση. Ο άλλος, ο μοναδικός δρόμος είναι ο δρόμος της σπουδής…. Αυτός δεν ήταν και ο δικός σου δρόμος;

Μίκης: Με βοήθησε μια υποτροφία για το Παρίσι που πήρα το ’54…. Εκεί πέρασα τρία χρόνια εντελώς αφιερωμένα στη σπουδή της μουσικής. Ό,τι έγραψα ως συμφωνικό έργο το έγραψα αυτή την εποχή –δηλαδή έγραψα τρεις σουίτες για ορχήστρα, τέλειωσα την «Πρώτη Συμφωνία» μου και το «Καρναβάλι», ένα κονσέρτο για πιάνο, τους «Εραστές του Τερουέλ» για τη Λουντμίλα Τσερίνα και την «Αντιγόνη» για το «Κόβεν Γκάρντεν»- όλα, δηλαδή, μεγάλα έργα. Όπως καταλαβαίνεις, δεν έκανα τίποτε άλλο. Οκτώ ώρες την ημέρα ήμουν κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο με το πιάνο, κι έγραφα μουσική.
Όσο προχωρούσα στο έργο μου, όσο γινόμουν πιο σύνθετος, πιο ανεξάρτητος, πιο προσωπικός, έβλεπα πως τραβούσα προς ένα αδιέξοδο. Στην «Αντιγόνη» αναγκάστηκα κι εγώ να καταφύγω στα μαθηματικά.

Δρόμοι: Πότε και πώς ακριβώς γράφτηκε ο «Επιτάφιος»;

Μίκης: Τον «Επιτάφιο» τον έγραψα σ’ ένα διάλειμμα αυτής της φοβερής μουσικής έντασης. Σε τέτοια διαλείμματα –οάσεις, ας πούμε- συνέθετα τραγούδια. Ελαφρά, λαϊκά, διάφορα….
Ο Ρίτσος μού είχε στείλει τον «Επιτάφιό» του και μου ‘γραψε πως το βιβλίο κάηκε απ’ τον Μεταξά στους στύλους του Ολυμπίου Διός….
Ήταν παραμονές εκλογών του 1958 κι εμείς οι Δημοκράτες, οι Αριστεροί του Παρισιού, θα μαζευόμαστε στο σπίτι μου, για να συζητήσουμε με ποιο τρόπο θα βοηθούσαμε τον εκλογικό αγώνα και να δώσουμε και την οικονομική μας συνδρομή….
Μαζί με τη γυναίκα μου, είχαμε βγει στα μπακάλικα της γειτονιάς, για να προμηθευτούμε τα σχετικά με το προεκλογικό μας πάρτι. Είχαμε ένα αυτοκινητάκι, ένα «Όπελ» τότε. Είχα μαζί μου τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου…. Διαβάζοντάς τον και ζώντας την ένταση της προεκλογικής περιόδου που έφτανε και σ’ εμάς –τα μηνύματα ήταν αισιόδοξα- θυμήθηκα κι όλους μας τους αγώνες…. Πάνω σ’ αυτή την έξαρση, ενώ η γυναίκα μου έκανε τα ψώνια, μελοποίησα 15 απ’ τα τραγούδια του «Επιταφίου» κι έγραψα τις νότες στο περιθώριο του βιβλίου. Έτσι γεννήθηκε ο «Επιτάφιος»….
Όταν ήρθα στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του ’59, ένας μουσικός μού έλεγε να μην περιμένω και πολλά πράγματα από τον «Επιτάφιο», γιατί έχει αυστηρή ποίηση, αυστηρή μουσική, κι αν πουληθούν 500-600 δίσκοι θα είναι επιτυχία….
Για την παρουσίαση, τώρα, του «Επιταφίου»: Όπως καταλαβαίνεις, δεν ήταν εύκολο ένας άνθρωπος, γνωστός σ’ ένα περιορισμένο κύκλο σαν κλασικός συνθέτης, να μπει στο χώρο της κλασικής μουσικής…. Σκέφθηκα πως η Μούσχουρη θα μπορούσε να δώσει και σωστή ερμηνεία, αν δεν επενέβαινε ο Χατζιδάκις. Γιατί εγώ έκανα με τη Μούσχουρη πρόβες και είδα ότι είχε δυνατότητα να το πει απλά. Ο Χατζιδάκις ήρθε στην ορχήστρα σαν πιανίστας και διηύθυνα εγώ. Αλλά αργότερα μου ζήτησε να διευθύνει ο ίδιος…. Κατάλαβα πως αυτό βοηθούσε στην παρουσίαση του «Επιταφίου», μια και ο Χατζιδάκις ήταν ο υπ’ αριθμ. 1 την εποχή εκείνη…. Βέβαια, αυτό ήταν σε βάρος της εκτέλεσης, γιατί ο Χατζιδάκις έδινε στον «Επιτάφιο» ένα ρομαντικό χαρακτήρα, ένα θηλυκό χαρακτήρα, ενώ το έργο ήταν καθαρό, αδρό….
Εγώ στο μεταξύ συνέχιζα τις πρόβες μου με τον Μπιθικότση, ο οποίος δεν καταλάβαινε τίποτε κι επέμενε να σηκωθεί να φύγει… Η εταιρεία των δίσκων πάλι δεν τον ήθελε, γιατί τον θεωρούσε αποτυχημένο και ήθελε γυναίκα να τραγουδήσει τον «Επιτάφιο». Ο Μπιθικότσης δούλευε εκεί στο Φάληρο, απέναντι απ’ τον Καζαντζίδη –σε μια βδομάδα το κέντρο έκλεισε. Αν θυμάμαι καλά, εκείνο τον καιρό ο Μπιθικότσης ήταν τόσο απογοητευμένος, που είχε και τα χαρτιά του έτοιμα για την Αβησσυνία, να δουλέψει υδραυλικός…. Όλοι με βρίζανε: «Πού τον βρήκες αυτόν τον απίθανο;»…. αλλά εγώ συνέχιζα και τελικά κυκλοφόρησε ο «Επιτάφιος» με τον Μπιθικότση, που έπεσε σαν μπόμπα…. Κατόπιν είχαμε μια έκδοση, άλλη έκδοση. Βγάλαμε και μια με τη Μαίρη Λίντα και με ορχήστρα με βιολιά που διηύθυνα εγώ…. Έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις, ώστε το έργο να μην πέσει στα κούφια….

Δρόμοι: Αυτές τις μέρες γιορτάσαμε το εκατοστό σου τραγούδι. Αλήθεια, ποιο είναι κι από πού αρχίζεις να μετράς τα τραγούδια σου;

Μίκης: Αρχίζω να μετρώ απ’ τον «Επιτάφιο». Και το εκατοστό μου τραγούδι είναι το τρίτο της σειράς των τραγουδιών του Ελύτη.

Δρόμοι: Αυτόν τον καιρό έκανες τη «Μουσική σου επίθεση», ας πούμε. Τα τραγούδια σου ήρθαν το ένα ύστερα απ’ το άλλο κι απλώθηκαν σ’ όλη την Ελλάδα, σαν τη φωτιά στα ξερά χόρτα το καλοκαίρι….

Μίκης: Ναι. Τότε κυκλοφόρησαν οι «Λιποτάκτες» που τραγουδούσα εγώ ο ίδιος και το «Αρχιπέλαγος»…. Συγχρόνως ήρθε και το βραβείο του Φεστιβάλ…. Τον ίδιο καιρό εκδηλώθηκε και η λυσσαλέα αντίδραση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα….
Η επίθεση εναντίον μου κορυφώθηκε στην περιοδεία που έκανα εκείνο τον καιρό στην επαρχία, και ιδιαιτέρως στις πόλεις της Μακεδονίας. Σε μια μικρή πόλη συνέπεσε, την ίδια μέρα που εμείς είχαμε οργανώσει συναυλία, να έχει και προεκλογική συγκέντρωση η ΕΡΕ, ο Καραμανλής. Ήταν πάλι προεκλογική περίοδος. Όλη μέρα κουβαλούσαν από τα γύρω χωριά ανθρώπους σε άθλια κατάσταση, με κάρα, με αυτοκίνητα, πεζή, για να πάρουν μέρος στην υποδοχή και ν’ ακούσουν το λόγο του Καραμανλή…. Τέλος, ήρθε ο Καραμανλής, μα δεν έμεινε ικανοποιημένος από τον όγκο του ακροατηρίου του και σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να μιλήσει. Στο μεταξύ, πλησίαζε η ώρα για την απογευματινή μας συναυλία. Ο κινηματογράφος που θα δίναμε τη συναυλία, οι δρόμοι που οδηγούσαν σ’ αυτόν καθώς και όλη η γύρω περιοχή είχαν καταληφθεί από μυστικούς και χωροφύλακες. Μάλιστα η είσοδος του κινηματογράφου είχε αποκλεισθεί από διπλή σειρά χωροφυλάκων και στρατιωτικής αστυνομίας…. Για στρατιώτες, ούτε λόγος. Δεν μπορούσαν ούτε να πλησιάσουν. Παρ’ όλα αυτά, όμως, δώσαμε κανονικά την απογευματινή και τη βραδινή συναυλία με 1.000-1.100 περίπου άτομα, όσα δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει ο μηχανισμός της Δεξιάς για την υποδοχή του Καραμανλή….

Φεύγοντας από κει πήγαμε στην Κοζάνη. Εκεί είχαν υποχρεωθεί και οι αξιωματικοί ακόμη να εξαργυρώσουν τα εισιτήρια που είχαν προμηθευτεί. Όπως έμαθα, όμως, είχαν αγανακτήσει με την εντολή των ανωτέρων τους.
Αφού δώσαμε τις δυο συναυλίες στην Κοζάνη, φύγαμε για τη Νάουσα. Ό,τι έγινε στη Νάουσα ήταν τρομερό κι εγκληματικό.
Είχε φτάσει η ώρα της απογευματινής συναυλίας και δεν είχαμε ακόμα εξασφαλίσει αίθουσα. Η κατάσταση ήταν δραματική. Κατά σύμπτωση βρήκα εκεί ένα φίλο μου, παλιό συμμαθητή και σημαίνοντα παράγοντα της Νάουσας, που ήταν δεξιός. Πήγε ο ίδιος στο δήμαρχο και του πρόσφερε 35 χιλιάδες σα δωρεά να γίνει ένα σιντριβάνι για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση και τη συνδρομή του, ώστε να βρούμε μια αίθουσα.
Πράγματι ενδιαφέρθηκε κι ο ίδιος ο Δήμαρχος, αλλά ο Διοικητής της Χωροφυλακής είχε γίνει άφαντος. Τον βρήκαμε την τελευταία στιγμή και μας παραχώρησε την ταράτσα του κινηματογράφου χωρίς άλλη συζήτηση. Και τούτο, γιατί έκανε αρκετό κρύο κι έτσι δημιουργιόταν ένα ακόμη εμπόδιο για τη διοργάνωση τη εκδήλωσής μας. Εμείς, όμως, με μεγαλύτερη επιμονή επιδιώξαμε και οργανώσαμε αυτή τη συναυλία, που μπορεί να διεκδικήσει το χαρακτηρισμό της πιο πρωτότυπης και δραματικής συναυλίας που δόθηκε ποτέ.
Οι χαφιέδες, οι παρακρατικοί, οι επίδοξοι Γκοτζαμάνηδες είχαν αποκλείσει την ταράτσα. Εμείς μαζευτήκαμε στην ταράτσα και φωνάζαμε τον κόσμο ν’ ανέβει. Όσοι απ’ αυτούς διαθέτανε ηρωισμό, γίνονταν ομάδες και, με το κεφάλι κατεβασμένο, για να μην τους γνωρίζουν, ανέβαιναν τρέχοντας τη σκάλα. Αφού συγκεντρωθήκαμε γύρω στα 300 άτομα, αρχίσαμε….
Σαν πρώτο τραγούδι διαλέξαμε τη «Μυρτιά». Ενώ η εκτέλεση συνεχιζόταν, ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει κανείς, από δεξιά, από αριστερά, από πάνω απ’ τα δέντρα, απ’ τους δρόμους, απ’ τις ταράτσες, εκατοντάδες φωνές άρχισαν να τραγουδούν τη «Μυρτιά». «Μυρτιά» εδώ, «Μυρτιά» εκεί, παντού «Μυρτιά»…. Αληθινό πανδαιμόνιο….
Σε μια στιγμή, ενώ συνεχιζόταν αυτή η πρωτότυπη συναυλία, σβήνουν τα φώτα. Οι μουσικοί σώπασαν, οι ηθοποιοί θορυβήθηκαν…. Σπεύδω να τους καθησυχάσω λέγοντας πως «δεν είναι τίποτα –απλώς κάηκε η ασφάλεια»….
Πράγματι, σε δυο λεπτά, αφού τακτοποιήσαμε το φως, τα πράγματα ηρέμησαν. Μετά από λίγη ώρα, πάλι τα ίδια. Ξαναφτιάχνουμε το φως και συνεχίζουμε. Δεν προλαβαίνουμε να τελειώσουμε ένα τραγούδι και σβήνει πάλι το φως….
Κατεβαίνω ο ίδιος κάτω και πηγαίνω στην καμπίνα προβολής, όπου ήταν η ηλεκτρική εγκατάσταση. Όταν καταφέρνουμε ν’ ανάψουμε το φως, βλέπω σε μιαν άκρη μαζεμένο έναν άνθρωπο να λουφάζει.
Τον πιάνω απ’ το γιακά και του ζητώ να μου εξηγήσει τι ρόλο έπαιζε εκεί μέσα και για ποιο λόγο δημιούργησε αυτή την ανωμαλία. Έδειχνε πως δεν βρισκόταν σε δυσάρεστη θέση κι όταν του ζήτησα να μου δώσει τα στοιχεία του για να του υποβάλω μήνυση και να ζητήσω αποζημίωση αρνήθηκε….
Ο κόσμος είχε αντιληφθεί τι γινόταν και μας είχε περικυκλώσει. Τον βάλαμε στη μέση κι όλοι μαζί ξεκινήσαμε για την αστυνομία. Στο δρόμο άρχισε να σιγομουρμουρίζει ένα δικό μου τραγούδι. «Σκασμός, βρε, του λέω, που θα τραγουδάς και δικό μου τραγούδι». Φτάσαμε στην Αστυνομία και παρουσιαστήκαμε στον αξιωματικό Υπηρεσίας. Αφού πήρε τα στοιχεία και μας ρώτησε για το πώς και τι έγινε, ακούω σε μια στιγμή κάποιον να φωνάζει δυνατά «Μίκη». Γυρίζω προς το μέρος της φωνής, για να δω πούθε έρχεται, και στο λεπτό βλέπω το «φίλο μας», το χωροφύλακα, και δυο-τρεις άλλους να εξαφανίζονται….
Ο αξιωματικός μάς καθησύχασε πως ο χωροφύλακας τρέχει για να συλλάβει το δράστη…. Αυτό ήταν. Από κείνη τη στιγμή δεν τον ξανάδαμε….
Βγαίνοντας από την Αστυνομία μάς σταματάει ένας «τύπος», μας συστήνεται σαν δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας και ζητάει να πληροφορηθεί τα γεγονότα. Αφού του εκθέσαμε τα πράγματα όπως είχαν, στο τέλος μού ζητά τα στοιχεία μου. Ήταν εξωφρενικό. Κανείς μας δεν μπορούσε να διανοηθεί μια τέτοια εξέλιξη. Κι αυτός ήταν πράγματι αστυνομικός. Από κει και πέρα τα πράγματα άλλαξαν. Όλοι οι παράγοντες της συναυλίας άρχισαν ν’ ανησυχούν και να επιμένουν να ματαιωθεί η συναυλία….
Σε μια στιγμή ο Μπιθικότσης μού λέει: «Ρε Μίκη, ήρθαμε εδώ για καλλιτεχνική περιοδεία κι όχι για να παίξουμε τη ζωή μας κορώνα-γράμματα». Εγώ τους εξήγησα πως ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι νομίζει κι εγώ ό,τι κάνω το κάνω από παλικαριά και γινάτι, που λένε.
Φτάσαμε στον κινηματογράφο κι όσοι από μας πήραν την απόφαση ανεβήκαμε πάνω. Κόσμος όμως δεν μαζευόταν. Τότε φωνάζω κι εγώ να περάσει όποιος θέλει δωρεάν. Και βλέπουμε αμέσως αρκετούς απ’ αυτούς που είχαν αράξει από τ’ απόγευμα έξω και γύρω από τον κινηματογράφο ν’ ανεβαίνουν τροχάδην τη σκάλα….

Δρόμοι: Αντιφρονούντες, δηλαδή;….

Μίκης: Ναι. Αντιφρονούντες, αλλά που ανέβηκαν με τις καλύτερες διαθέσεις για ν’ ακούσουν τη συναυλία. Μαζί κι ο επικεφαλής τους, τοπικός άρχων της ΕΡΕ….
Αφού μαζεύτηκαν καμιά εκατοστή ακόμα, αρχίσαμε. Καλλιτέχνες δεν είχαμε, μόνο δυο μουσικούς. Έτσι αναγκάστηκα να τραγουδήσω εγώ ο ίδιος. Θ’ αρχίζαμε με ένα τραγούδι απ’ το «Νεκρό Αδελφό» -κι άρχισα να εξηγώ τι είναι ο «Νεκρός Αδελφός»…. Δεν είχαμε προλάβει καλά-καλά ν’ αρχίσει κι ένας ογκόλιθος πέφτει μπροστά στα πόδια μας στη σκηνή. Εν συνεχεία άλλοι, κι άλλοι…. Άλλος σκάει πάνω στα όργανα κι άλλος στην πλατεία. Ο κόσμος τα ‘χασε. Εμείς που είμαστε πάνω στη σκηνή αλαφιαστήκαμε. Μια πελώρια πέτρα μου πέρασε τόσο ξυστά, φσσσστ!, που ένιωσα την κρυάδα της. Ήταν τρομερό, εγκληματικό. Απόπειρα δολοφονίας διά λιθοβολισμού. Ακόμη κι οι «αντιφρονούντες» που ήταν στην πλατεία, φώναζαν οργισμένοι «αίσχος»!
Και τότε επεμβαίνει σαν ο «από μηχανής Θεός», ο Διοικητής της Χωροφυλακής, και εξηγεί πως, μια και η συναυλία «ετελείωσε», είναι υποχρεωμένος, για τη διατήρηση της τάξεως και προς αποφυγήν δυσμενών εξελίξεων εις βάρος μας, να πάρει ορισμένα μέτρα….
Κατεβήκαμε στο δρόμο και φρουρούμενοι από χωροφύλακες τραβήξαμε για το εστιατόριο. Ο κόσμος όλος ακολουθούσε. Όλη την ώρα που εμείς τρώγαμε, ο κόσμος περίμενε συγκεντρωμένος. Βγήκαμε από το εστιατόριο και, υπό την προστασία των χωροφυλάκων και του κόσμου, φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Αφού κλειστήκαμε μέσα, η χωροφυλακή απεχώρησε και ο κόσμος διαλύθηκε….
Αργότερα ήρθε ο φίλος μου, που είχε πληροφορηθεί πολλά πράγματα και μου τα εμπιστεύθηκε ιδιαιτέρως. Μου είπε πως όλ’ αυτά είναι οργανωμένα και προγραμματισμένα και πως τη διεύθυνση των επιχειρήσεων την ασκεί ανώτερο στέλεχος Μυστικής Υπηρεσίας που είχε έρθει από την Αθήνα…. Μου είπε ακόμα πως μας έχουν στήσει καρτέρι στο δρόμο προε την Έδεσσα να μας αχρηστέψουν στο ξύλο, γι’ αυτό το καλύτερο είναι να φύγουμε πρωί-πρωί….
Πρωί-πρωί, ενώ ετοιμαζόμαστε, με πήρε στο τηλέφωνο ο Ρακιντζής και μου λέει: «Τι έγινε, Μίκη; Τι έκανες πάλι πάνω εκεί;». του απάντησα πως δεν έκανα τίποτα, παρά μόνο σαν πολίτης της χώρας αυτής, σε Ελληνικά χώματα, χώματα δικά μας, αγιασμένα με το αίμα μας, ασκώ τα δικαιώματά μου και τις υποχρεώσεις μου – τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Τον ρώτησα αν εγγυάται τη ζωή μου για τη συνέχιση της περιοδείας μου, απέφυγε. Μου λέει, εκεί πάνω δεν έχει αυτός δικαιοδοσία αλλά είναι άλλος.
Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, εγκαταλείψαμε τη Νάουσα και γυρίσαμε στην Αθήνα. Στη Θήβα, είχαμε μια ξεχωριστή, μιαν απροσδόκητη έκπληξη. Ομάδες νέων και πλήθος κόσμου μάς υποδέχτηκαν. Γλεντήσαμε, τραγουδήσαμε μαζί τους και μας κατευόδωσαν για την Αθήνα.

Δρόμοι: Αυτή η ιστορία της Νάουσας παρουσιάζει τρομερό, τραγικό θα έλεγα ενδιαφέρον. Κι εκτός από σενάριο ταινίας περιπετειώδους, έχει και πολλά άλλα στοιχεία….

Μίκης: «Ναι. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Θυμάμαι την πρώτη μέρα στην Καβάλα που απήγγειλε ο Λειβαδίτης. Η αίθουσα ήταν γεμάτη από απλούς ανθρώπους και στα μάτια τους έλαμπε μια ευγνωμοσύνη μια ζεστασιά. Το ότι ένας πνευματικός άνθρωπος ήταν δίπλα τους κι επικοινωνούσε μαζί τους μέσω της τέχνης του, ήταν γι’ αυτούς μια μυσταγωγία, κάτι εξαίσιο, ένιωθαν πως δεν είναι μόνοι.
Στις Σέρρες, θυμάμαι, έρχονταν τα παιδιά, οι νέοι μάς αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν και μας έλεγαν «αυτό θέλουμε κι εμείς». Ήταν μεγάλο πράγμα γι’ αυτούς όλη αυτή η προσφορά….

Δρόμοι: Αυτές οι περιοδείες που άφησαν εποχή, έχουν δημιουργήσει και μια παράδοση. Αλήθεια, Μίκη, σκοπεύεις να τις επαναλάβεις κάποτε;

Μίκης: Βεβαίως, και μάλιστα σύντομα. Λέω μετά τις εκλογές, μόλις καλμάρουν κάπως τα πράγματα, κάθε Κυριακή μαζί με όλο το συγκρότημα να πηγαίνουμε και σε μια επαρχιακή πόλη και ιδίως στις περιοχές που δεν γνώρισαν τέτοιου είδους καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, όπως η Ήπειρος, η Πελοπόννησος, η Κρήτη….

Δρόμοι: Με χαρά ακούσαμε πως είσαι υποψήφιος της ΕΔΑ στη Β’ Εκλογική Περιφέρεια Πειραιώς. Θα ‘θελες να μας εξηγήσεις πώς κατέληξες σ’ αυτή την απόφαση;

Μίκης: Δεν είναι πως άλλαξα πολιτικές αντιλήψεις από τις προηγούμενες εκλογές. Όμως, τώρα, πιστεύω πως υπάρχει ανάγκη να εκπροσωπηθεί η Κίνηση Νέων «Γρηγόρης Λαμπράκης» στη Βουλή.
Οι νέοι που αποτέλεσαν την Κίνηση «Λαμπράκη» ήταν οι ίδιοι που έκαναν τους αγώνες για το 15% στην Παιδεία και για το 114. Οι νέοι που την ημέρα της κηδείας του ήρωα ορκίστηκαν να θυσιάσουν ακόμα και τη ζωή τους, το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο, για να περιφρουρήσουν τα ιδανικά που γι’ αυτά έπεσε και δοξάστηκε ο Λαμπράκης.
Η ημέρα της κηδείας του Λαμπράκη είναι ορόσημο στους αγώνες του λαού μας. Η δολοφονία και όλα τα σχετικά μ’ αυτήν συγκλόνισαν το λαό μας από τη μια και τον εχθρό από την άλλη. Η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν το σημάδι που έδειξε την εξάντληση της υπομονής του λαού μας μπροστά στην ανοικτή απειλή του φασισμού και των τρικύκλων.
Γι’ αυτό και η Κίνησή μας δεν ήταν κάτι φτιαχτό, κάτι που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μιας ομάδας ή ενός προσώπου. Η Κίνηση Λαμπράκη ήταν μια φυσική συνέπεια , μια ανάγκη, ένα ρεύμα που ήθελε ένα μέσο, ένα όργανο για να εκφραστεί, μια ιδέα που ζητούσε να υλοποιηθεί.
Και η θέση μου μέσα στην Κίνηση Λαμπράκη είναι πολύ φυσική. Δεν επιβλήθηκα, δηλαδή, επικεφαλής τους τεχνητά αλλά φυσιολογικά, με τους αγώνες μου, με τα τραγούδια μου. Τα παιδιά που βρέθηκαν μέσα στην Κίνηση είναι νέοι με προβληματισμό, με ιδανικά, με κοινωνική συνείδηση, με αυτοπεποίθηση. Γι’ αυτό και κι από την πρώτη στιγμή η Κίνησή μας στάθηκε ένα μαζικό δημοκρατικό όργανο πάλης για το τσάκισμα του Φασισμού, για το σπάσιμο της τρομοκρατίας. Γιατί το σπάσιμο της τρομοκρατίας είναι έργο του λαού μας, της νεολαίας μας, των Λαμπράκηδων.
Με το παράδειγμά μας, τη δουλειά μας και τους αγώνες μας καταφέραμε να έχουμε σήμερα και στα πιο απίθανα και μακρινά χωριά 50 και 100 και περισσότερους οργανωμένους νέους….
Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας υπάρχουν σήμερα Λαμπράκηδες, χωρίς ποτέ να πάει κανείς στο χωριό τους για να τους μιλήσει, να τους οργανώσει, να τους καθοδηγήσει. Απλώς και μόνο γιατί έτυχε ν’ ακούσουν ή να διαβάσουν πως υπάρχει Κίνηση Λαμπράκη, χωρίς να διαβάσουν ούτε διακήρυξη, ούτε πρόγραμμα, έφτιαξαν στο χωριό τους ένα τμήμα της Κίνησης.
Και η δημοκρατία που κερδίσαμε είναι επίτευγμα αυτής της πάλης κι αυτών των αγώνων.

Από δω και πέρα, λοιπόν, εμείς κοιτάζουμε κατευθείαν το στόχο μας, που είναι εκπολιτισμός. Καθορίσαμε το πρόγραμμά μας και το ανακοινώσαμε…. Και προχωρούμε.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply