Αφιέρωμα στον Παλαμά

Σαν σήμερα, στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, φεύγει γαι το τελευταίο του ταξίδι ο Κωστής Παλαμάς. Ήταν, τότε, 84 ετών. Το νέο του θανάτου του κυκλοφόρησε με αστραπιαία ταχύτητα στην κατοχική Αθήνα. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» έγραφε στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.
Η προσέλευση του κόσμου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας συνδυάζει την επιθυμία για το ύστατο χαίρε αλλά και την ανάγκη να εκφράσει ο λαός της Αθήνας τα αντικατοχικά του συναισθήματα.
Η κηδεία μετατράπηκε σε εκδήλωση πατριωτικής έξαρσης. «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» είπε εύστοχα ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, δίνοντας το πνεύμα ομόθυμης παρουσίας του λαού στην κηδεία.
“Όταν τελείωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, ο Σπύρος Μελάς, ο Άγγελος Σικελιανός και νέα παιδιά σήκωσαν το φέρετρο και κατευθύνθηκαν προς τον χώρο της ταφής. Την ώρα που θα εναπόθεταν το φέρετρο μέσα στη γη, πλησίασε ο αντιπρόσωπος του κατακτητή να καταθέσει στεφάνι. Τότε ο λογοτέχνης Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο: «Σε γνωρίζω από την κόψη…». Ακολούθησε το συγκεντρωμένο πλήθος, «πρώτα δειλά –περιγράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος– ύστερα η φωνή κατάκτησε όλον τον κόσμο, μυριόστομη. Ήταν η στιγμή η πιο συγκινητική. Ο κόσμος τραγουδούσε με πάθος. Κάποιος φώναξε “Ζήτω η ελευθερία του πνεύματος”. Αλλά ο κόσμος ήθελε ελευθερία σκέτη και φώναζε “Ζήτω η Ελευθερία”»!”

Βρήκαμε στους “ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ” μια συνέντευξη του Γιώργου Μανιάτη για την κηδεία του Κωστή Παλαμά. Η συνέντευξη δόθηκε στα 1963. Ο συνεργάτης των “ΔΡΟΜΩΝ” μιλά με έναν φοιτητή που σήκωσε το φέρετρο του Κωστή Παλαμά. Η συγκίνηση είναι έντονη τόσο για τον τότε νέο όσο και για τον συντάκτη των “ΔΡΟΜΩΝ”.
Θεωρήσαμε ότι πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό αλλά και ενδιαφέρον ντοκουμέντο, και γι’ αυτό το αναδημοσιεύουμε στο blog. Αφιερωμένο στη μνήμη του μεγάλου ποιητή, αλλά και στους Έλληνες της Κατοχής, που ύψωσαν το ανάστημά τους σ’ εκείνες τις μαύρες μέρες!…

«Σήκωσα τον Παλαμά νεκρό ….»

Ιστορίες Κατοχής από τους «ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ»

ΕΚΔΟΣΗ ΕΤΟΥΣ 1963

Ένας από τους φοιτητές που κρατούσε το φέρετρο του ποιητή, διηγείται στο συντάκτη μας, Γιώργο Μανιάτη, τη συγκλονιστική εκείνη μέρα του Φλεβάρη του 1943.

Λέγεται Γιώργος Ντέμας. Άλλοτε, ήταν ένας άγνωστος φοιτητής. Σήμερα, είναι ένας άγνωστος υπάλληλος. Μένει σε κάποιο προάστιο. Αν γράφει ποιήματα ή αν ασχολείται με τη μουσική, κανείς δεν το ξέρει. Αυτός ο άνθρωπος, ωστόσο, με τη λεβεντιά στο περπάτημά του και την ευαισθησία του καλλιτέχνη στην ψυχή, ο απλός άνθρωπος, ο ασήμαντος, σήκωσε στους ώμους του τον Παλαμά νεκρό ….
Ήταν στις 28 Φλεβάρη του 1943, όταν ο Γιώργος ήταν φοιτητής κι όταν η Ελλάδα ήτανε σταυρωμένη στον αγκυλωτό σταυρό. Η μέρα αυτή είναι για τον Γιώργο Ντέμα η πιο σπουδαία της ζωής του. «Η Κυριακή που λευτερώθηκα εσωτερικά», την ονομάζει ο ίδιος. Είναι και η μέρα που πολλοί Αθηναίοι ξελευτερώθηκαν έτσι, ηθικά. Τον επισκεπτόμαστε στο σπίτι του και του ζητάμε να μας πει πώς έγινε. Και μας το λέει….
-«Θα πρέπει να το θεωρείς μεγάλη τιμή», του φωνάζω καθώς σερβίρει ο ίδιος το τσάι.
-«Οπωσδήποτε. Προπαντός, όμως, μεγάλη τύχη. Γιατί η κηδεία του Παλαμά μού έδωσε την ευκαιρία, για πρώτη φορά μέχρι τότε, να νικήσω. Και νίκησα. Δεν ήταν δα και μικρό πράγμα. Νίκησα ολόκληρη σκλαβιά και κέρδισα – ολόκληρο – τον εαυτό μου …».
-«Αλήθεια, ήταν κόλαση η ζωή τα χρόνια εκείνα. Εγώ δεν την καλοθυμάμαι».
-«Εδώ μέσα θα δεις», λέει, δίνοντάς μου ένα πάκο από κιτρινισμένες εφημερίδες της εποχής. Τις παίρνω και ψάχνω για τα φύλλα της 28ης Φλεβάρη 1943. Ο φίλος μου μού εξηγεί πως τις έχει από τον παππού του που πέθανε το ’44 από … «υπερβολική καλοπέραση».
Βρίσκω πρώτη την «Πρωία» , που με κεφαλαία πάνω-κάτω αναγγέλλει το πένθιμο γεγονός:
«ΑΠΕΘΑΝΕ ΤΗ ΝΥΧΤΑ Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. ΚΗΔΕΥΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 11 πμ. ΣΤΟ Α’ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ».
Μετά, το μάτι μου πέφτει σε μαθητικές απεργίες. Ξαφνιάζομαι. Διαβάζω την ανακοίνωση:
«Υπό του Προέδρου της Κυβερνήσεως, ως Υπουργού της Παιδείας, απεστάλη προς τους γενικούς επιθεωρητάς της Μ. Εκπαιδεύσεως η κάτωθι εγκύκλιος διαταγή: «Λόγω της εσχάτως παρατηρηθείσης απεργίας μαθητών, ήτις είχε και ως συνέπειαν την δημιουργίαν επεισοδίων εις βάρος των εκπαιδευτικών λειτουργών, προβάντων εις ενεργείας προς επαναφοράν των εκτραπέντων μαθητών εντός του πλαισίου του κανονισμού σχολείων, γνωρίζω υμίν ότι εξουσιοδοτούμεν υμάς όπως προβαίνητε εις το κλείσιμον των σχολείων εκείνων, η κανονική λειτουργία των οποίων ήθελε τεθή εν αμφιβόλω. Η διακοπή των μαθημάτων θα έχει ως συνέπειαν την απώλειαν ολοκλήρου του σχολικού έτους, καθόσον εις τους μαθητάς των σχολείων τούτων δεν θα επιτραπή ούτε η εγγραφή εις έτερον σχολείον ούτε η προσέλευσις εις εξετάσεις ως κατ’ ιδίαν διδαχθέντων».
Θα ρωτούσα το φίλο μου, αν επιτρέπονταν, τότε, τα συλλαλητήρια. Περιττό. Έγραφε και γι’ αυτό η εφημερίδα:
«Υπουργείον των Εσωτερικών. Ειδοποίησις προς το κοινόν: 1) Απαγορεύονται αι συγκεντρώσεις. 2) Αι τυχόν συγκεντρώσεις, παρ’ οιωνδήποτε και αν αποτελούνται, θα διαλύωνται διά των όπλων. Ο υπουργός Α. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ».
Και παρακάτω:
Ανακοίνωση του υφυπουργού της Εργασίας Καλύβα: «Προήλθα εις την αμετάκλητον απόφασιν να αφαιρέσω τα βιβλιάρια των αρτεργατών εκείνων που τυχόν θ’ απουσιάσουν αδικαιολογήτως από τας εργασίας των και θα τους αντικαταστήσω με ελευθέρους τοιούτους οίτινες θα εφοδιασθούν με κανονικήν άδειαν εργασίας».
-«Αυτό, ίσως, να σε ξενίσει περισσότερο», μου είπε ο Γιώργος. Και μου ‘δειξε στο κάτω-κάτω μέρος μια μικρή είδηση:
«Υπό αστυνομικών οργάνων συνελήφθη ο Ε. Παπαδόπουλος, ετών 15, στιλβωτής το επάγγελμα, διότι επώλει κρέας σκύλου ως προερχόμενον εξ αμνού γάλακτος».
Στην άλλη γωνία και μέσα σε πλαίσιο, έγραφε:
«Κατεδικάσθησαν εις την ποινήν του θανάτου οι Χατζηευθυμίου Δημήτριος και Παπαγιάννης Γεώργιος εκ Μεταβαχωρίου, ένοχοι των εξής αδικημάτων: Οργανώσεως ανατρεπτικής ενώσεως, ανατρεπτικής προπαγάνδας, οργανώσεως ενόπλου ανατρεπτικής συμμορίας επί σκοπώ τρομοκρατήσεως, κατοχής πολεμικών όπλων και πολεμοφοδίων. Η απόφασις εξετελέσθη εις Αγυιάν την 19 τρέχοντος».
Στην πίσω σελίδα, μες στη μέση, είχε το ραδιοπρόγραμμα της ημέρας. Διάλεγες κι άκουγες:
«Ώρα 6.00 Μικτή Ιταλογερμανική εκπομπή. 7.00 Ιταλική εκπομπή. 7.12 Πρωινή μουσική. 7.50 Κρατικόν δελτίον ειδήσεων. 8.00 Ιταλική εκπομπή. 8.10 Συνέχεια πρωινής μουσικής. 9.00 Κρατική εκπομπή υπουργείου Προνοίας. 9.10 Κρατική εκπομπή. Μάθημα Γερμανικής. 12.00 Μικτή Ιταλογερμανική εκπομπή. 12.45 Γερμανική εκπομπή. 13.00 Ιταλική εκπομπή κλπ.».
(Το ραδιόφωνο δεν έκανε παύση το μεσημέρι…).
Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο τάχα οφείλουμε να αγνοούμε όλες αυτές τις ιστορίες. Γιατί δε μας τις μαθαίνουν. Γιατί μας τις κρύβουν. Σκέφτηκα και τον ποιητή. Κοίταξα το φίλο μου.
-«Κρίμα να πεθάνει τέτοιες ώρες, αυτός που τόσο αντίθετο ονειρευόταν το μέλλον της χώρας μας…», του είπα.
-«Ε, ναι …. Ονειρευόταν πολύ – σαν να ‘μεινε πάντα έφηβος. Θυμάμαι που ονειρευόμουν κι εγώ και δεν ήμουν ο μόνος. Και γι’ αυτό στάθηκε ο ποιητής της νιότης μας ο Παλαμάς».
«Πες μου πώς έγινε ακριβώς», τον παρακαλώ. Ανάβουμε τσιγάρο. Περνάει λίγη ώρα και, ξαφνικά, σχεδόν αρχίζει.

-«Έμενα πίσω στην Παλιά Βουλή. Ήτανε Κυριακή κι είχε ήλιο. Είχα τη μητέρα άρρωστη κι ήμουν κι εγώ στα χάλια μου. Πήρα τους δρόμους, καθώς το συνήθιζα, κι άρχισα να παιδεύω το μυαλό μου. Δε μ’ άρεσε και πολύ που είχα γεννηθεί. Στη Σταδίου είδα κάποιον να τρέχει. Φοβήθηκα. (Οι άνθρωποι τότε δεν έτρεχαν εύκολα χωρίς αιτία). Η ώρα θα ήταν εννιά. Έπεσε η ματιά μου σε μιαν εφημερίδα και πήγε να μου ‘ρθει συγκοπή. Είχε πεθάνει ο ποιητής μας ….
»Δεν ήξερα τι να κάνω. Μου ‘ρχόταν να βγάλω μια κραυγή απελπισίας. Έσφιξα τα χείλια μου και κρατιόμουν. Γύρισα βιαστικά στο σπίτι, έπεσα πάνω στη μάνα μου κι έβαλα τα κλάματα. Μετά έφυγα τρέχοντας για το νεκροταφείο. Στο δρόμο συνάντησα συμφοιτητές μου. Πήγαμε μαζί. Άνθρωποι έτρεχαν από παντού. Θαρρούσες πως όλοι οι δρόμοι έβγαζαν στο νεκροταφείο ….
»Φτάνουμε. Ο κόσμος είναι χιλιάδες. Οι χιλιάδες υποφέρουν. Τα στομάχια μας πονούν. Γεμίζουν με το πικρό πένθος. Παιδεμένοι. Κοκαλιάρηδες. Μέσα σε σκούρα καταθλιπτικά πανωφόρια. Άνθρωποι απ’ όλα τα είδη, μα προπαντός σπουδαστές. Νομίζω πως όλοι έχουμε πάρει το θάνατο του ποιητή για προσωπική του συμφορά ο καθένας. Μερικοί κλαίνε στα φανερά. Εγώ δεν κλαίω. Σφίγγομαι και δεν κλαίω.
»Μοναχά τα μνήματα αστράφτουν ανάμεσά μας – και τα χρυσά κουμπιά πάνω στις στολές των φονιάδων που μας φυλάνε με τα όπλα. Εμάς με τα σκαμμένα μάγουλα και τις βουρκωμένες ματιές. Κι εμείς στριμωχνόμαστε μέσα κι έξω από την εκκλησιά. Ανυπόταχτοι, φοβεροί ….
»Όλο κρατιέμαι και όλο σπρώχνω. Η νεκρώσιμη ακολουθία έχει αρχίσει. Σπρώχνω να μπω στην εκκλησία. Μπαίνω. Σπρώχνω να περάσω μπροστά. Λέω και ψέματα, πως ο νεκρός είναι συγγενής μου. Σπρώχνω. Χοροστατεί ο Δαμασκηνός. Τελειώνει. Φτάνω μπροστά. Εκείνος μιλάει για τον Παλαμά. Στην πρώτη γραμμή μοιρολογούν οι συγγενείς και τα πιο διαλεχτά παιδιά της κακόμοιρης πατρίδας μας. Ο Σικελιανός, ο Σκίπης, ο Μελάς, η Κοτοπούλη, ένα σωρό φοιτητές. Και οι προδότες, σαν ατιμωτική βρισιά. Ο πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος και κάνα δυο άλλοι απ’ την κυβέρνηση της ντροπής. Επίσης, «εκπρόσωποι των αρχών κατοχής».
»Για μια στιγμή δεν ακούγεται τίποτα. Και τότε ακούγεται ο Σικελιανός. Βγαίνει μπροστά και πάνω απ’ τον νεκρό απαγγέλλει βροντές:

Ηχήστε οι σάλπιγγες ….
Καμπάνες βροντερές δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα …
Βόγγα, Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές,
στης Λευτεριάς ξεδιπλωθήτε τον αέρα!

»Η βροντώδικη φωνή ραγίζει, θαρρείς, τους τοίχους. Και τις καρδιές. Φλάμπουρα, νομίζω, ξεπετάγονται από παντού. Οι ανάσες κρατιούνται. Τα δόντια σφίγγονται. Και οι γροθιές σφίγγονται. Οι «προσκυνημένοι» κάνουν σύσταση να μη συνεχιστεί το κακό. Μα ο κόσμος έχει κιόλας υπακούσει στον Παλαμά. Και «μέθυσε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα».
»Ανυπάκουος κι ο Σκίπης μπαίνει μπροστά και βρίζει τον καταχτητή. Κλαίγοντας ακατάπαυστα κάνει το στόμα του ντουφέκι. Και χτυπάει:

Μέσ’ από τα κάγκελα τ’ αόρατα
της απέραντής μας φυλακής
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας
δεν εβάσταξες στον πόνο της φυλής
κι έπεσες σαν δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής
δίχως να προσμένεις την αχτίδα
της καινούριας χαραυγής.
Κι έπεσες καθώς από σεισμό
πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναού.
Σαν ναός όπου χτυπιέται
από τα βόλια των βαρβάρων.
Σαν τον Παρθενώνα
ήρωα, ποιητή του αιώνα.
Μάτια στερεμένα από τις τόσες
συμφορές
δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.
Θα σε κλάψουνε μια μέρα
οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν ένα-ένα,
σαν ξυπνήσουν απ’ τη μέθη τους
κι αντικρύσουν τι ερημιές
εσκορπίσανε στο διάβα τους
σ’ αναρίθμητες καρδιές.

»Και το βουητό έγινε ανάταση. Δεν ξέρω, μου φαίνεται πως είμαι ο Σπάρτακος. Μου φαίνεται πως θα ριχτώ πάνω στους λύκους και πάνω στους προδότες. Όλοι νομίζουμε έτσι. Όλοι στέκουμε άφωνοι, ανταριασμένοι. Με την αντάρα στα μάτια γυρίζει κι ο Σικελιανός σ’ εμάς:
-«Ελάτε δω, σεις οι νέοι, οι φοιτητές», φωνάζει. «Σε σας ανήκει, εσείς να τον πάτε».

»Τα χάνουμε για μια στιγμή. Μετά ριχνόμαστε στο φέρετρο παραμερίζοντας ο ένας στον άλλο. Το σηκώνουμε. Προχωράμε. Μού ‘ρχεται να φωνάξω τον Εθνικό Ύμνο. Με πατούν. Εγώ πατάω τους άλλους. Βγαίνουμε. Μου φαίνεται πως δεν πατάω στη γης. Μου φαίνεται πως εμένα σηκώνουν και πάνε. Πάνω μου απλώνεται η Γαλανόλευκη. Σφαλίζω τα μάτια και πάω. Μετά τ’ ανοίγω. Κάπου σκοντάφτω. Η σημαία γλυστράει στα πλάγια. Ένα κομμάτι της με κουκουλώνει. Ένα μεγάλο στεφάνι ακολουθεί. Το συγκρατώ με το κεφάλι μου. Και μοιάζω με στεφανωμένο. Και δεν ακούω τους λυγμούς του πλήθους ….
»Δεν ακούω τίποτα. Μόνο καμπάνες και σάλπιγγες. Και βούκινα πολέμου ….»

Έβλεπα το φίλο μου που υπόφερε και δεν τον σκεφτόμουν καθόλου. Γιατί ήμουνα κι εγώ παρών κι ακολουθούσα τον νεκρό. Κι έβλεπα πώς γίνεται κι οι σκλάβοι ξελευτερώνονται. Μπροστά μου είχα το Γιώργο Ντέμα, που το πρόσωπό του συσπώνταν απ’ τη συγκίνηση κι εγώ νόμιζα πως παρακολουθούσα τον κοκαλιάρη λαό της Κατοχής με τα «σκαμμένα μάγουλα και τα σκούρα καταθλιπτικά πανωφόρια». Μονάχα σαν λαμπύρισε μια σταγόνα δάκρυ στ’ αριστερό μάτι του φίλου μου – καθώς καθόταν αντίκρυ στο φως, γύρισα στο 1963. Και πήγα να τον σταματήσω. Όμως φοβήθηκα. Και τον άφησα να ξαναπονάει ….
«Φτάνουμε στον τάφο. Ο λάκκος ήταν ανοιγμένος. Κατεβάζουμε το νεκρό. Βγάζω και το στεφάνι απ’ το κεφάλι μου και τ’ ακουμπώ στο φέρετρο. Τότε είδα πως απ’ την άλλη μεριά αυτός που βαστούσε τον Παλαμά ήταν ο Σικελιανός. Κι είδα πως βαστούσαν κι ο Μελάς και ο Σκίπης, και καμιά δεκαριά φοιτητές.
»Τότε ήρθαν κι έριξαν κι άλλα στεφάνια. Όλοι οι Δήμοι, οι φίλοι του, τα σωματεία …. Και η βρωμιά που μόλυνε τον αέρα. Ένας Γερμανός επίσημος εκ μέρους του πληρεξούσιου για την Ελλάδα, εγκληματία Άλτεμπουργκ, άφησε το στεφάνι του φτύνοντας τον ποιητή με τα λόγια: «Το τρίτο Ράιχ στον Κωστή Παλαμά. Χάιλ Χίτλερ!». Ο Σικελιανός γλυστράει. Πάει να πέσει. Δίνει μια με το χέρι και ξεβρομίζει «κατά λάθος» το φέρετρο. Ένας φοιτητής τσαλαπατάει το στεφάνι, επίσης «κατά λάθος». Δύο κοπέλες αφήνουν δάφνινα κλαριά πάνω στον ποιητή. Δεν πρόφτασαν να τα πλέξουν στεφάνι. Τά ‘κοψαν από τον κήπο, κρυφά. Τις κυνήγησαν. Ήτανε τρεις. Οι δυο πρόφτασαν να πηδήσουν τα κάγκελα. Την τρίτη την έπιασαν ….
»Κατεβάζουν το φέρετρο. Ο λαός γονατίζει. Ο Σικελιανός ρίχνει μια φούχτα χώμα. Η Κοτοπούλη άλλη μια. Εγώ επίσης. Γύρω, στις άκριες, γραμμές ολόκληρες από καραμπινιέρους και Γερμανούς παραφυλάνε. Μια φοιτήτρια κι ένας γέροντας λιποθυμούν. Να ‘ναι απ’ τη συγκίνηση; Ή απ’ την πείνα;»

Η στάλα σπάει στο μάτι του φίλου μου και κατρακυλάει στο μάγουλο. Κρατάει στο χέρι το τσιγάρο, που από πολλή ώρα του ‘χει σβήσει, μισολυωμένο απ’ το σφίξιμο και το στριφογύρισμα.
»Θυμήθηκα τους στίχους του Παλαμά:

…. Η αντρειωσύνη
στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα,
με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται
και με το αίμα!

»Δεν ξέρω αν ο κ. Άλτεμπουργκ είχε υπόψη του αυτούς τους στίχους. Εμείς, πάντως, το πεινασμένο και σκλάβο Έθνος, είχαμε κάτι άλλο να του πούμε: τον Εθνικό μας Ύμνο. Τον αρχίζει πρώτος ο Γιώργης Κατσίμπαλης και σε λίγο τον παίρνει το ξελευτερωμένο πλήθος και τον σκορπάει στους άνεμους. Αντιβουίζει ο τόπος Λευτεριά. Και τρέμουν οι άσπροι σταυροί. Κι ανεβαίνουν, αμείλικτα, στον ουρανό τα κυπαρίσσια. Και γίνονται αητοί και οι καρδιές αητόπουλα. Η κηδεία γίνεται Ανάσταση και Καθαρή Δευτέρα….
»Νόμιζα πως καίγομαι ολόκληρος. Ξεκίνησα να γυρίσω στην άρρωστη μάνα μου με την απόφαση να παλέψω και με τα χέρια, και με τα όπλα. Όχι μονάχα με το κλάμα. Το κλάμα δεν είναι αντίσταση. (Και το έκανα. Και το έκαναν κι οι πιο πολλοί απ’ τους παρόντες, από κείνη τη μέρα κι ύστερα).
»Γυρίζοντας είδα κόσμο έξω από ένα κεντρικό βιβλιοπωλείο. Πήγα κοντά και κοίταξα. Είχε διαρρυθμίσει πένθιμα τις προθήκες του και το πλήθος διάβαζε, με την πιο βαθιά συγκίνηση, τα ποιήματα και τα αποσπάσματα. Ένα απ’ αυτά έγραφε τους γνωστούς ελπιδοφόρους στίχους:

Ο Ακρίτας είμαι χάροντα
Δεν περνώ με τα χρόνια
Δεν χάνομαι στα Τάρταρα
Μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω.

»Μετά γύρισα πίσω. Νομίζω πως έκλαιγα και νομίζω πως πετούσα. Έσφιγγα τα δόντια και μουρμούριζα: «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ!». Δεν καλοξέρω ποιον ευχαριστούσα. Μπορεί ακόμα και το θάνατο που άρπαξε τον Παλαμά για ν’ αναστήσει εμένα. Θυμάμαι που έφτασα στον Άγνωστο Στρατιώτη. Κι όλο τον κοίταζα από μακριά, κι όλο του συζητούσα. Είδες ποτέ τρελό; Έτσι ακριβώς. Του έλεγα πως είχα βρει τα αχνάρια του και τα είχα πάρει δρόμο. Κι ένιωθα λεύτερος. Κι ένιωθα φαγωμένος ….
»Θυμάμαι που είδα έναν λουστράκο κοντά στ’ ανθοπωλεία. Ήταν βρώμικος και φόραγε κουρέλια. Κι ήταν κουρεμένος με ψαλιδιές και φαίνονταν τα κόκαλά του απ’ την αδυναμία. Και πήγα καταπάνω του, και του έτριψα με τα χέρια το κεφάλι, και του έλεγα πνιχτά: «Είμαστε Λεύτεροι, πιτσιρίκο, είμαστε Λεύτεροι!…». Και τρέχω ν’ ανακατευτώ με τον κόσμο, και φτάνω στο σπίτι μου. Μόλις έκλεισα την πόρτα, ξαναείπα με ένταση: «Ξελευτερώθηκα, γουρούνια! Είμαι λεύτερος!».
-«Τι λες, γιε μου!», παραξενεύεται η μητέρα.
-«Τίποτα, μάνα», της αποκρίνομαι.

»Μετά από λίγες μέρες έγινε το πρώτο μεγάλο συλλαλητήριο…».

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply