Ο Φώντας Λάδης για τον Μίκη και τους Λαμπράκηδες

Το blog των Λαμπράκηδων αρχίζει την τμηματική ανάρτηση του βιβλίου του Φώντα Λάδη, φίλου και συναγωνιστή μου από τα παλιά, από τον καιρό των Λαμπράκηδων.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι: «Μίκης Θεοδωράκης, Το χρονικό μιας επανάστασης, 1960-1967, Η ιστορία της γενιάς του 1-1-4 και των “Λαμπράκηδων”.
Στην ιστοσελίδα που διατηρώ, www.lamprakides.gr, έχω ανακοινώσει την ύπαρξη του πολύτιμου αυτού βιβλίου και παρουσιάζω και το γράμμα του Μίκη που συνόδευε την έκδοση.
Η φιλοδοξία και ο διακαής πόθος μου είναι να ενσωματωθεί και το σύνολο του βιβλίου στην ιστοσελίδα. Για λόγους τεχνικούς, που με ξεπερνάνε, αυτό δεν κατέστη εφικτό μέχρι σήμερα.
Επειδή οι τεχνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζω δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί, αποφάσισα να ξεκινήσω την ανάρτησή του στο blog κατά κεφάλαια.
Ο στόχος παραμένει: το βιβλίο θα αναρτηθεί στην ολότητά του μέσα στην ιστοσελίδα. Κι αυτό, γιατί αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο της εποχής μας, καθρέφτης της ψυχής μας και των αγώνων που δώσαμε ως νεολαίοι Λαμπράκηδες, τότε που πιστεύαμε ακράδαντα ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο.
Κεντρική φιγούρα των όσων καταγράφει ο Φώντας Λάδης είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Και δικαίως. Δεν είναι από προσωπολατρία που στο επίκεντρο της διήγησης βρίσκεται ο Μίκης. Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο των εκδόσεων «Εξάντας»: «…το πρόσωπο και το έργο του συνθέτη (του Μίκη) … σφράγισε με την πληθωρική του παρουσία την πολιτιστική ζωή στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ‘60».
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Μίκης ως πρόσωπο, ως συνθέτης και ως πολιτική οντότητα καθόρισε την εποχή αυτή, πριν και μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.
Και το αναφέρω αυτό, αν και πολλοί παραγνωρίζουν – τώρα που όλοι «θυμήθηκαν» τον Λαμπράκη – τη σημασία της προσφοράς του μεγάλου αυτού Έλληνα… και ξεχνούν το μέγεθος της αξίας του….και κυρίως οι παλιοί σύντροφοι…
Ξεκινώ τις αναρτήσεις με τον πρόλογο που έγραψε ο Φώντας Λάδης στην έκδοση του βιβλίου. Θα προσπαθήσω, σε κάθε ανάρτηση, να αξιοποιώ φωτογραφίες που ο Φώντας έχει συγκεντρωμένες σε κάποιες από τις σελίδες του βιβλίου του.

Παληοτάκης

Μίκης Θεοδωράκης

Το χρονικό μιας επανάστασης

1960-1967
Η Ιστορία της γενιάς του 1-1-4 και των “Λαμπράκηδων”

Πρόλογος

Το βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται τον Ιανουάριο του 1968 στη Ρώμη για τον εκδοτικό οίκο Blanvalet Verlag του Βερολίνου. Ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Η συγγραφή του, αλλά και η έρευνα που απαιτήθηκε έγιναν μέσα στις δύσκολες βιοτικά συνθήκες της πολιτικής αυτοεξορίας. Η χούντα στην Ελλάδα δεν είχε καλά-καλά «χρονίσει». Ο συγγραφέας του βιβλίου ήταν τότε 25 ετών.
Τι ήταν εκείνο που ανέβαλε την έκδοσή του επί τρεις ολόκληρες δεκαετίες;
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Το χρονικό που ακολουθεί δεν αποτελεί μια πλήρη βιογραφία του συνθέτη που τάραξε τα νερά της πολιτιστικής ζωής στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Είναι ένα καλλιτεχνικό και πολιτικό πορτρέτο του Θεοδωράκη κατά τη σημαντική περίοδο 1960-1967 αλλά είναι και μια ενδοσκόπηση της αμέσως μετά απ’ αυτόν γενιάς.
«Αυτή η βιογραφία -έγραφα στον πρόλογο- βασίστηκε στην προσωπική εμπειρία, σε πολύτιμες αφηγήσεις φίλων, καθώς και σε ένα πλήρες αρχείο εφημερίδων και περιοδικών οχτώ χρόνων, ευγενικά παραχωρημένο από τους κατόχους του.[...] Το ύφος σε μερικά σημεία είναι εναλλασσόμενο, λαχανιασμένο, πρόχειρο. Προσπάθησα συνειδητά να είμαι ένας καλός καθρέφτης τον παραλογισμού που ζήσαμε.[...] Γνωρίστηκα με το Μίκη το 1962. Ήμουν τότε 19 χρονών. Στις παρέες, στα συλλαλητήρια, στον ύπνο μας λέγαμε τα τραγούδια του. Από κείνη την εποχή έγιναν πάρα πολλά. Ένας ολόκληρος λαός κατασκήνωσε στους δρόμους. Εκεί τρώγαμε, εκεί ερωτευόμαστε, σπάνια κοιμόμαστε. Όλοι μαζί γίναμε ένα λιοντάρι, θέλαμε να φάμε κυβερνήσεις, βασιλιάδες και άλλα πολλά. Με τη δικτατορία, οι δρόμοι άδειασαν. Λες κι όλα αυτά που γέμιζαν τα μάτια μας δεν ήταν παρά μια τεράστια εφημερίδα, που την πήρε ξαφνικά ο αγέρας».
Είναι προφανείς στις πιο πάνω γραμμές η πίκρα και ο καημός μιας γενιάς που δεν την άφησαν να παλέψει με βάση τις δικές της κατακτήσεις και ικανότητες. Που δεν κατάφερε να νικήσει ή να ηττηθεί, όπως τουλάχιστον είχε κάνει η γενιά της Αντίστασης. Που δεν εισακούσθηκαν τα προαισθήματά της. Η δικτατορία έκανε την Ελλάδα μετέωρη. Αυτό ήταν ιδιαίτερα βαρύ για τη γενιά του «114» και των «Λαμπράκηδων».

Οι τάσεις, λοιπόν, αλληλοκριτικής μέσα στους κόλπους της Αριστεράς, γέννησαν σταδιακά μια κοινή δυσπιστία «βιογράφου» και «βιογραφούμενου», ως προς τη σκοπιμότητα έκδοσης –τότε- του βιβλίου.
Υπάρχει όμως άραγε γενιά η οποία να δρα τελείως αυτόβουλα και αυτόνομα, ηγετικά και αντιθετικά με την αμέσως προηγούμενη; Εδώ εμφανίζονται η συνέχεια και τα αδιέξοδα της Ιστορίας.

Πριν σταθώ αναλυτικά στα αίτια αυτής της μακρόχρονης «απόσυρσης» του χειρόγραφου πρέπει να δώσω ορισμένα στοιχεία της ιδιαίτερης σχέσης μου με το Μίκη Θεοδωράκη.
Ανήκα σε κείνη την ομάδα νέων καλλιτεχνών, για τους οποίους τα τραγούδια του όχι μόνο αποτέλεσαν παραίνεση για μια αντίστοιχη, στρατευμένη καλλιτεχνική δράση -αλλά οι οποίοι και συμμετείχαμε, χέρι με χέρι, στην υλοποίηση ενός κινήματος, που ήθελε την ποίηση και άλλες μορφές τέχνης να φτάνουν με άμεσο τρόπο στο ευρύ κοινό.
Θυμάμαι, ανάμεσα στα άλλα, την «παράνομη» κάθοδό μου το 1962 -ενώ υπηρετούσα ως εθελοντής σμηνίτης- στο Ναύπλιο, όπου στον κεντρικό κινηματογράφο, που στεγαζόταν σ’ ένα παλιό τζαμί, απάγγειλα -στη μέση μιας συναυλίας του Μίκη και με προτροπή του- ένα από τα πρώτα μου ποιήματα, που δημοσιεύθηκε αργότερα στην «Επιθεώρηση Τέχνης», μπροστά στα εμβρόντητα πρόσωπα των εκπροσώπων των αρχών της πόλης. Γιατί, βέβαια, οι άνθρωποι είχαν έρθει -και μάλιστα οικογενειακώς- με αντιφατικά συναισθήματα στη συναυλία, που ήταν κατά κάποιο τρόπο και κοσμικό γεγονός για την πόλη, δεν μπορούσαν όμως να φανταστούν ότι αυτή θα συμπεριλάμβανε και απαγγελίες επαναστατικών ποιημάτων!… Σε όλη εκείνη την περίοδο, ο ενθουσιασμός του Μίκη ενέπνεε τους γύρω του: «να οργανώσουμε σ’ όλη την Ελλάδα ποιητικά ρεσιτάλ σε ανοιχτούς χώρους, όπως γίνεται στη Σοβιετική Ένωση με το Γιεφτουσένκο!», έλεγε. Και το έκανε πράξη.

Ο συναισθηματισμός, λοιπόν, που από τη στιγμή που επιβλήθηκε η δικτατορία, χαρακτήρισε τις αντιδράσεις της γενιάς του «114» και των «Λαμπράκηδων», στην προσωπική μου περίπτωση βρήκε ένα έδαφος ιδιαίτερα φορτισμένο. Όχι αρνητικά, θετικά. Κι αυτό όξυνε τα διλήμματα για την έκδοση ή όχι του βιβλίου.
Ήδη, άλλωστε, όσο το πραξικόπημα πλησίαζε, οι διαφοροποιήσεις σε μεγάλη μερίδα της νεολαίας εκδηλώνονταν και βάθαιναν. Από το 1967 και μετά έγινε το πρώ το, μεγάλο ρήγμα.
Ήταν η χρονιά που δολοφονήθηκε ο Τσε Γκεβάρα. Το Βιετνάμ πυρπολούσε τις συνειδήσεις της αμερικανικής και της παγκόσμιας νεολαίας. Η δικτατορία στην Ελλάδα ξεσήκωνε κύματα συμπαράστασης στα πιο απόμακρα σημεία του πλανήτη. Το 1968 ο γαλλικός Μάης επανατοποθέτησε παλαιά πολιτικά και φιλοσοφικά ζητήματα και έθεσε καινούργια. Η Πράγα σειόταν κάτω από τις ερπύστριες των σοβιετικών τάνκς. Η Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο, με τον άκρατο φορμαλισμό της, δημιουργούσε ελπίδες αναβίωσης του επαναστατικού πνεύματος σε μερίδα της νεολαίας και πολλαπλασίαζε τα -συχνά αντιθετικά- ρεύματα μέσα στην παγκόσμια άκρα Αριστερά. Στις ΗΠΑ δολοφονούνταν ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και οι «Μαύροι Πάνθηρες» καλούσαν τους οπαδούς τους σε ένοπλο αγώνα με το σύνθημα «Όλη η εξουσία στο λαό!». Οι δικτατορίες στη Λατινική Αμερική ήταν σε ημερησία διάταξη. Η σπουδαστική νεολαία στην Ευρώπη ήταν κάθε μέρα στους δρόμους. Συμπλοκές και λάβαρα παντού. Προσδοκίες, όνειρα και πλάνες ζούσαν με καινούργιο ένδυμα, ενώ ο Τρίτος Κόσμος χάραζε μια αυτόνομη, συντομευμένη πορεία για να βγει στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Η ελληνική εμιγκράτσια και μαζί της οι Έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό δεν μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστοι από το γενικό πολιτικό κλίμα. Στην ωμή βία της χούντας, πολλοί έβλεπαν την ένοπλη αντιπαράθεση ως τη μόνη λύση, που θα οδηγούσε σε ένα ξερίζωμα των αιτίων που οδήγησαν στη δικτατορία.
Ενώ, λοιπόν, στο βιβλίο που έγραψα εκείνη την εποχή διατηρούσα μια απαρασάλευτα θετική κρίση για την καλλιτεχνική προσωπικότητα του Μίκη Θεοδωράκη και την ως τότε επαναστατική του επενέργεια στα πράγματα, στις τελευταίες παραγράφους αμφισβητούσα τη δυνατότητα να συνεχίσει το θετικό του αυτό ρόλο, στο βαθμό που ήταν εγκλωβισμένος σε μια γραφειοκρατική, φιλοσοβιετική Αριστερά, που εκ των πραγμάτων θα επαναλάμβανε τα αδιέξοδα. Αυτό γινόταν με ένα κάλεσμα στο Μίκη να οδηγήσει την εκρηκτική προσωπικότητά του έξω από τους μηχανισμούς που την άμβλυναν και την εξουδετέρωναν. Στο βαθμό που αυτό δεν μπορούσε να γίνει, τα διλήμματα που και ο ίδιος ο βιογραφούμενος είχε ήδη εκφράσει, «αντικειμενοποιούνταν». Αυτό, με τη σειρά του, επηρέαζε τον τίτλο που έπρεπε να δοθεί στο βιβλίο: «Μίκης Θεοδωράκης, μια νικημένη -ή, καλύτερα, μια διχασμένη- επανάσταση»;
Όταν ο Μίκης -κάτω από τις συνεχείς, διεθνείς πιέσεις- βγήκε το 1970 στο εξωτερικό, του έστειλα το χειρόγραφο μαζί με ένα γράμμα, που περιείχε τις πολιτικές μου θέσεις. Μου απάντησε με ένα γράμμα άκρως επαινετικό για το βιβλίο, δίνοντας τη δική του εξήγηση για την κριτική που ένα μεγάλο τμήμα της γενιάς μου ασκούσε στη στραατηγική και τις τακτικές μεθόδους της παραδοσιακής Αριστεράς. Δεν μπορούσε, εννοείται, να δεχθεί την απόλυτη κριτική ορισμένων σημείων που περιέχονταν στα δυο τελευταία κεφάλαια ούτε, βέβαια, την προβληματική μου για τον τίτλο του βιβλίου.
Στο μεταξύ, στον ένα χρόνο που είχε μεσολαβήσει -κι ενώ ο ίδιος ήταν ακόμα σε κατ’ οίκον περιορισμό -το χειρόγραφο είχε σταλεί σε αρκετούς φίλους, των οποίων υπολόγιζα τη γνώμη, σε διάφορες χώρες του εξωτερικού: στο Δημήτρη Γκιώνη, τον Άρη Αλεξάνδρου, το Βασίλη Βασιλικό, την Ιωάννα Καρατζαφέρη, το Ροβήρο Μανθούλη και ορισμένους άλλους. Όλοι, στο βαθμό που δεν επηρεάζονταν από τα πολιτικά πάθη εκείνης της περιόδου, το επαίνεσαν. Ο Αντόνιο Σολάρο το μετέφρασε στα ιταλικά και η Φράνσις Ουόλντμαν-Σικελιανού ένα μέρος του στα αγγλικά. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, η έκδοσή του τελικά αναβλήθηκε.

Πέρασαν τριάντα χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα, παρά την πολιτική κινητικότητα και ορισμένες συνδικαλιστικές αντιπαραθέσεις στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού, με τις υπερβολές που αυτές συνεπιφέρουν, διατηρούσα την πρωταρχική μου εκτίμηση και το θαυμασμό για την πολυεδρική προσωπικότητα του Μίκη. Κι αυτό, παρόλο το «δέος» για τις απρόβλεπτες κρίσεις που συχνά διατύπωνε, οι οποίες, προτού καν κριθεί η ευστοχία τους, αναστάτωναν τους πάντες με το τολμηρό, αντικομφορμιστικό περιεχόμενό τους.
Τώρα, λοιπόν, καθώς ωρίμασε η στιγμή για μια ιστορική καταγραφή της μετεμφυλιακής περιόδου ως τη δικτατορία, πρόβαλε η ανάγκη της ανίχνευσης του παλιού εκείνου χειρογράφου, που ήταν πάντα φυλαγμένο για τη στιγμή της επανανάγνωσής του. Άραγε το περιεχόμενο της «μποτίλιας», που οδήγησε στην ήρεμη αμμουδιά της μνήμης το πέλαγος των αλληλοδιαδεχόμενων γεγονότων, είχε καλυτερεύσει με το πέρασμα του χρόνου; Ή θα αποδεικνυόταν πως το βιβλίο ήταν γραμμένο για μια πρόσκαιρη χρήση;
Ορισμένοι φίλοι το διάβασαν. Οι κρίσεις ήταν θετικές. Και το νεανικό εκείνο πόνημα βρίσκεται τώρα, χάρη στη φροντίδα της φίλης εκδότριας Μάγδας Κοτζιά, στα χέρια του αναγνώστη, με κάποιες ελάχιστες, γλωσσικού κυρίως χαρακτήρα διορθώσεις. Κάθε αλλαγή, άλλωστε, σε ουσιαστικά σημεία του, θα αλλοίωνε την εικόνα των αντιλήψεων εκείνης της εποχής.
Αν δοκίμαζα τώρα να γράψω αυτό το χρονικό, το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Η αξία του όμως βρίσκεται στο ότι αποτελεί ακριβώς απόσταγμα της στιγμής, των γεγονότων και όχι προϊόν αναμνήσεων.

Δεν είναι εύκολη δουλειά να βιογραφείς αγίους, έγραφα τότε στον πρόλογο. Να βρεις το μέτρο της αλήθειας, εκεί που πρέπει να αφήσεις το μύθο και να ξαναδημιουργήσεις την πραγματικότητα».
Γιατί, όμως, ν’ αφήσεις το μύθο; Δεν ήταν πραγματικότητα η συγκίνηση μιας ολόκληρης χώρας στο άκουσμα των τραγουδιών του Θεοδωράκη, οι μεγάλες, ανοιχτές συναυλίες με τα πλήθη που τραγουδούσαν; Δεν ήταν πραγματικότητα τα χιλιάδες αγόρια και κορίτσια της νεολαίας Λαμπράκη, που αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ήταν ο Θεοδωράκης, για να αναφέρουμε μόνο δύο-τρία από τα εκατοντάδες «καρέ» της ιστορίας;

Όταν το συναίσθημα «περισσεύει» στις πράξεις των ανθρώπων, γιατί να είναι εκ προοιμίου κακός οδηγός στην καταγραφή τους; Όταν είναι ένα συναίσθημα γενικό, διευρυνόμενο, ένα συναίσθημα λυτρωτικό, ενοποιητικό, γιατί να μην το ανασύρουμε μέσα απ’ τις έλικες του χρόνου και το υπόστρωμα των αναμνήσεων, για να του δώσουμε στιγμιαία έστω ζωή;
«Το βιβλίο είναι μια ανάπλαση των γεγονότων από κάποιον που, όταν γινόντουσαν, τα είχε ζήσει, άρα δεν τα είχε παρατηρήσει», πρόσθετα. «Θέλοντας να παρατηρήσω τα συναισθήματα με τρόπο αυστηρό και ως ξένα, νικήθηκα από αυτά και τα ξανάζησα». «Ξανάζησα τη ζωή μας», λέει και ο Μίκης στο πρώτο γράμμα του από το Παρίσι, που λίγο πιο κάτω θα διαβάσει ο αναγνώστης.
«Αν ήμουν ο πιο ακατάλληλος για να γράψω ένα βιβλίο αντικειμενικό ήμουν ο πιο κατάλληλος για να γράψω ένα βιβλίο υποκειμενικό», τόνιζα. Σόφισμα; Όχι, αν το «υποκειμενικό» εκληφθεί ως προτέρημα.
Ο τωρινός, άρα, υπότιτλος του βιβλίου είναι «παραπλανητικός». Σε καμιά περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο καθαρά ιστορικό. Εκτός και αν αναρωτηθούμε για άλλη μια φορά τι σημαίνει Ιστορία, ως εκ των υστέρων καταγραφή της ζωής. Γιατί υπάρχει η Ιστορία και ως η ίδια η ζωή.
Το βιβλίο περιέχει, ωστόσο, στοιχεία πολιτικής αποτίμησης και ανάλυσης, όπως και κάποια «ψυχογραφικά» στοιχεία προσώπων και ομάδων. Δεν προχωράει όμως σε «εσωτερικές λεπτομέρειες» των πολιτικών τεκταινομένων και ιδιαίτερα στις αρνητικές συνέπειες της εκτός νόμου λειτουργίας του ΚΚΕ, όπως ήταν η συνύπαρξη κομμουνιστών και σοσιαλιστών στην Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Ούτε, από την άλλη μεριά, σε μια πλήρη καταγραφή των έργων του Θεοδωράκη εκείνης της περιόδου.
Έχουμε, λοιπόν, ένα κείμενο με μια ξεκάθαρα προσωπική άποψη. Ένα «βιβλίο Ιστορίας των συναισθημάτων μιας εποχής». Ένα κείμενο, από το οποίο, αν θέλει, ο ιστορικός μπορεί να αντλήσει, και ο αναγνώστης, ακόμα και ο συντηρητικός – με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό σήμερα – να κρίνει το συγγραφέα ως υποκείμενο της Ιστορίας.
Ξαναδιαβάζοντας, μετά από τόσα χρόνια, το χειρόγραφο, ένας τρόμος με κατέλαβε: στ’ αλήθεια, ζήσαμε όλα αυτά; Είμαστε εμείς, πομποί και δέκτες, εκείνης της καλλιτεχνικής και πολιτικής δημιουργίας, στο κέντρο μιας πρωτόγνωρης – αυτόφωτης – εκρηκτικής αλληλουχίας;
Σίγουρα.

Άλλος λίγο, άλλος πολύ. Όλοι μαζί.
Ευλογημένη η ώρα της συλλογικότητας στην Ιστορία.

Οι νέοι, που ζουν σήμερα σε μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα, ανατρεπτική εποχή, όπου, όμως, το συλλογικό όραμα προσωρινά λείπει, ίσως νιώσουν πιο κοντά μας όταν πλησιάσουν μιαν εποχή, όπου οι άνθρωποι κινούνταν ομαδικά σε μικρές και μεγάλες συλλογικές οντότητες. Ίσως, έτσι, ο διάλογος, για τα υπέρ και τα κατά της ομαδικότητας και της συλλογικότητας στις πράξεις των ανθρώπων, γίνει καλύτερα.
Ούτε τότε, εννοείται, ήταν όλα καλά. Στις βεβαιότητες εκείνης της περιόδου ωρίμαζαν νομοτελειακά οι αιτίες της σημερινής, παρατεινόμενης ασάφειας. Ταξιδεύαμε, γοητευμένοι, πάνω στα κύματα-γεγονότα. Με ποια πυξίδα; Ο αναγνώστης του βιβλίου θα ζήσει -ή θα ξαναζήσει- την ανεμελιά και την ηδονή, με τις οποίες παράγαμε τέχνη και Ιστορία, αλλά και την αρχόμενη σύγχυση και τις αντιφάσεις των μηχανισμών -όλων των παρατάξεων- της δεκαετίας του ‘60.

Το «Χρωστάω» αυτό το βιβλίο στο βιογραφούμενο. Όλοι κάτι του χρωστάμε και μας χρωστάει. Όχι μόνο γι’ αυτό που ήταν -που υπήρξε- ο Μίκης, αλλά και γι’ αυτό που ακόμα είναι. Τώρα, που είναι η στιγμή της απογραφής. Πέρα από μεμψιμοιρίες. Κάτω από τους αδέκαστους προβολείς του χρόνου.
Χρωστάμε κάτι τέτοιες χειρονομίες όχι μόνο σε κείνον αλλά και σε πολλούς άλλους. Στο Ρίτσο, στον Ελύτη, στον Μπιθικώτση και στους μεγάλους μας λαϊκούς δημιουργούς, και σε άλλους επώνυμους και ανώνυμους της εποχής μας, και, πηγαίνοντας πιο πίσω, στους νεκρούς του Επιταφίου, και, βλέποντας πιο μπροστά, στην Ελλάδα που έρχεται.

Η κριτική βέβαια, είναι απαραίτητη. Αλλά οδηγεί και σε απλουστεύσεις. Η «αποκαθήλωση» προσώπων ταλαντούχων- η απαίτησή μας να αγγίξουν το «τέλειο» σε όλα τα επίπεδα- γίνεται ενός άλλου είδους εξιδανίκευση. Τους ζητάμε κάτι που δεν έχουν να μας δώσουν και δεν παίρνουμε ατόφιο αυτό που μας δίνουν.
Ας μη ζητάμε κάτι που δεν μπορούμε να πάρουμε ούτε από τον εαυτό μας. Πόσα από τα ιδανικά εκείνης της εποχής δεν κρίνονται σήμερα ως υπερβολές και λάθη;

Αλλάζουμε τον καιρό κι ο καιρός μάς αλλάζει.
Το μόνο που δεν αλλάζει είναι αυτό που έχει γίνει.

Το ζητούμενο του βιβλίου αυτού είναι η αποτύπωση της προσφοράς ενός προικισμένου καλλιτέχνη μέσα στις συγκεκριμένες συγκυρίες της δεκαετίας του ‘60. Ενός «δικού μας» ανθρώπου, που μας έδωσε κάτι σπάνιο: μια τέχνη ζωντανή, που επηρεάστηκε από την εποχή της και την επηρέασε.
Η αποτύπωση της προσφοράς μιας γενιάς στον εαυτό της.

Ένας κύκλος έκλεισε.
Αυτά που πέρασαν, θα ξανάρθουν.
Το ίδιο θαυμαστά. Με εντελώς άλλο ένδυμα.
Τα μεν με τα δε -τα περασμένα με τα μελλούμενα- τα ενώνει μια «υπόγεια» συνέχεια.
Ας φωτίσουμε την αλυσίδα, που -φαινομενικά και μόνο- έχει κοπεί.

Αθήνα, Ιανουάριος-Μάρτιος 2001

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply