Κάλλιο αργά παρά ποτέ…

Διάβασα στον τοπικό τύπο ενδιαφέροντα άρθρα συντοπιτών μας, Δημ.Κολτσίδας – Δημ.Γ.Μπράνης – Γεωργ.Καρανάσιος – Φοίβος Ιωσήφ – Μπάμπης Γιαμάς, που αναλύουν πρόσωπα και πράγματα της ζωής μας αρθρώνοντας λόγο διαφορετικό από αυτόν που συνήθως αναμασούν οι τοπικές εφημερίδες, οι οποίες αναπαράγουν το ύφος, τις ειδήσεις και τον τόνο των κεντρικών, των αθηναϊκών φύλλων.
Με ενθουσίασαν – και κυρίως με ενθουσίασε που αρχίζουμε νε μιλάμε, που αρχίζουν οι άνθρωποι του τόπου μας να ασχολούνται με αυτά που μας πονούν, με αυτά που μας απασχολούν, με όσα θα έπρεπε να μας κινητοποιούν, προκειμένου ο λαός μας να ορθοποδήσει.
Έχουμε ανάγκη το λόγο και τη γνώμη τους.
Εύχομαι να συνεχίσουν να αρθρογραφούν και να δημοσιεύονται τα άρθρα τους στον τοπικό τύπο.
Χρειάζεται δύναμη για να μπορέσουμε να κρατήσουμε το μυαλό και την ψυχή μας καθαρά από όσα μας μαυρίζουν, από όσους μας επιβουλεύονται. Χρειαζόμαστε τις φωνές τους δυνατές.
Ελπίζω να μη σιωπήσουν από εδώ και στο εξής, μιας και άρχισαν να ομιλούν.
Συνεχίστε, συντοπίτες, και να έχετε αναγνώστες αλλά και συνοδοιπόρους.
Σας ευχαριστώ που υπάρχετε και μιλάτε.
Παληοτάκης

.

ΥΓ: Η συντακτική ομάδα του blog των Λαμπράκηδων αποφάσισε να έχει κάθε βδομάδα από ένα θέμα τοπικού περιεχομένου. Η συμμετοχή σας είναι για μας ιδιατέρως σημαντική…

.

Ποιος έκλεψε το χαμόγελο των Ελλήνων

.

ΟΠΩΣ ΕΙΠΕ ΚΑΙ Ο ΧΕΝΡΙ ΚΙΣΣΙΓΚΕΡ:
Ο Ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι? αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε 1. Τη γλώσσα, 2. Τη θρησκεία, 3. Τα πνευματικά και τα ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μην μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των Η.Π.Α???

Αναρωτιέμαι τι είναι η ζωή, πέρα από υποχρεώσεις, αναστολές, νευρώσεις, πέρα από πάθη και εμμονές, πέρα από τη συντριβή του σύγχρονου ανθρώπου πάνω και μέσα στην κατάθλιψη. Αδιέξοδα παντού, υποχρεώσεις, δάνεια και χρέη, έπαθλα μιας δεκαετίας χαμένης, βουτηγμένης στη διαφθορά και την εξαπάτηση των ΕΛΛΗΝ- ανθρώπων, που λέγεται ότι είχαν πρόγονο τον Περικλή, τον Αλέξανδρο, τον Διάκο.

Μετουσιώνοντας σε μουσική τέχνη, ο Θεοδωράκης, τους καημούς, τα οικονομικά, πολιτικά αδιέξοδα της «έρμης» μετεμφυλιακής κατεστραμμένης από Γερμανούς, Ιταλούς, Άγγλους και Έλληνες, Ελλάδας, έφτιαξε το βάλσαμο για να βγούμε στη σύγχρονη Ελλάδα. Μαζί καλοί – κάλλιστοι άλλοι συνθέτες, ποιητές, διανοούμενοι δε λέω, αλλά η φωνή, η κίνηση του Μίκη έδωσε ύψος στους μαχόμενους Έλληνες, μας ανύψωσε πολύ ψηλά (elevation) από την σκληρή πραγματικότητα στο όνειρο, στην αξιοπρέπεια, στην εθνική υπερηφάνεια.

Εμείς, παιδιά ενός κατώτερου θεού, μεγαλωμένα μέσα στη Χούντα, στην καταχνιά, να ζητάμε τα τραγούδια του Μίκη, τις γραφές του Καζαντζάκη, τα ποιήματα του Ρίτσου, σταθήκαμε στα πόδια μας, ανοίξαμε τα μάτια μας, σύραμε το ταλαίπωρο φτωχό μας πνεύμα ως τα πανεπιστήμια του εξωτερικού σπουδάζοντας και δουλεύοντας, δουλεύοντας και τραγουδώντας, αναζητώντας το όνειρο.

Πήγαινα στο γυμνάσιο το 1968 με κοντά παντελονάκια χειμώνα καιρό. Κι εγώ και άλλοι πολλοί ? πολλοί συμμαθητές, η μάνα έραβε, μπάλωνε, τροποποιούσε και μεταμόρφωνε τα κουρέλια σε νέα μοντελάκια, σε φούστες και παντελονάκια για αγόρια και κορίτσια. Υπήρχε φτώχια και όνειρα, υπήρχε φέτα ψωμιού πρωί και βράδυ, με λάδι και ρίγανη, με λάδι και ζάχαρη κάτι σαν γλυκό και στο μεσημεριανό τραπέζι κυρίως φασόλια – πατάτες ? ρύζι και κάθε Κυριακή, κρέας? γιουβετσάκι στον γειτονικό φούρνο. Δεν υπήρχαν πλούσιοι, υπήρχαν άπειροι φτωχοί γείτονες, που παλεύανε μερόνυχτα να ζήσουν, να μεγαλώσουν παιδιά, να πραγματώσουν όνειρα απλά, δηλαδή, ένα σπιτάκι λαθραία χτισμένο με βοήθεια τις Κυριακές από τους γείτονες, ένα σπίτι χωρίς παράθυρα με κουρελούδες. Έχω φωτογραφία περιπλανώμενου καλλιτέχνη φωτογράφου, με τους γονείς μου έξω από δύο δωματίων σπίτι, με τσιμεντόλιθους χωρίς παράθυρα και με κουρελούδες? ερμηνεύω και αναπολώ το παρελθόν και θέλω να πω ότι το κρύο τότε ήταν πιο βαρύ, οι χειμώνες πιο μακρινοί και δύσκολοι γύρω από τις ξυλόσομπες και τη λιγοστή φέτα, τις καψάλες?. Και όμως κάπως έτσι, χωρίς φόβο μεγαλώναμε παίζοντας, γελώντας δουλεύοντας από παιδιά, συμβάλλοντας στα οικογενειακά ζητούμενα.

Κι όμως τα ζητούμενα ήταν λίγα, τι θέλαμε; ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ? κι αυτή την καταντήσαμε τελευταία. Πολύ σύντομα το 1974 διώξαμε τους φασίστες και φέραμε τους ΑΛΛΟΥΣ, ανοίξαμε τα πανεπιστήμια και σε 30 χρόνια καταφέραμε να τα απαξιώσουμε και ψωμί το χορτάσαμε, το απαξιώσαμε, το σπαταλήσαμε, το πετάξαμε στα σκυλιά.

Μας τρέλαναν τους ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ, από φτωχούς ανθρώπους με ζωή ? περηφάνια ? αξιοπρέπεια, μας έκαναν μισάνθρωπους με υποχρεώσεις τεράστιες, από περήφανους Έλληνες μας κάνανε Αμερικανάκια, από φασολάδα αναζητούσαν γκουρμέ πιάτα και σολομούς και κρέμες γάλακτος, οι λιμοκοντόροι ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ με τις ξανθιές πλέον κυρίες. Όλοι σιχαίνονταν τις παραδόσεις, απόκρυπταν την καταγωγή τους και συστηματικά γίναμε υποχείρια της πολιτικής και οικονομικής ελίτ (της ντόπιας μαφίας, των προεστών ? κοτζαμπάσηδων, των managers με τις γραβατούλες και τις δερμάτινες τσάντες, των τραπεζιτών με τις κάρτες και των απανταχού νταβαντζήδων).

Ο διάβολος της Ελλάδας ήταν κρυμμένος στις τράπεζες, ήταν πίσω από τις κάρτες, τα χρήματα, τα λεφτάααα, τους πόθους, τις ανωμαλίες και τους Εβραίους χρηματιστές. Ταξιδέψαμε λαθρεπιβάτες σε ξένα όνειρα, σε εικονικές προσχεδιασμένες πραγματικότητες, γίναμε μετανάστες στην ίδια τη χώρα μας. Μαζί με τις πουτάνες των Βαλκανίων, ήρθαν και οι νταβατζήδες των τραπεζών, μαζί με το πλαστικό χρήμα και τα πλαστικά όνειρα μαζί με τις Αγορές και τα δάνεια κι έτσι σκλαβωθήκαμε ξανά, ούτε 30 χρόνια λευτεριάς, ούτε που προλάβαμε να γνωριστούμε και να μυρίσουμε την Άνοιξη του Έθνους.

2012. Ήρθαν ξανά οι Γερμανοί 4 RAIX και οι Αμερικανοί IBERIAL ?ISM και μαζί οι Ευρωπαίοι Βάρβαροι, ξάφνου το όνειρο σκοτείνιασε, οι ξένοι μετανάστες έφυγαν, μείναμε εμείς? μετανάστες στη χώρα μας ? μόνοι ?. Καταμόνοι. Ζούμε σε μια σχεδόν δημοκρατία? άραγε, αναρωτιούνται πολλοί, το χαμόγελο των Ελλήνων εκλάπη, τα γλέντια τελειώσανε, ο γάμος έμεινε στη μέση, ο γαμπρός έφυγε στα ξένα? ως εργάτης στη Γερμανία, η νύφη ετοιμάζεται για τα νυχτομάγαζα της Ευρώπης και των Βαλκανίων, «προσεχώς Ελληνίδες» γράφει πλέον στη διαφήμιση.

Οι καταχρεωμένοι αυτοκτονούν, οι αλύτρωτοι προσεύχονται, οι τρελαμένοι στους νευρολόγους σε ουρές, αγέλαστοι Έλληνες στην κόλαση της χρεωκοπίας, το πικρό ποτήρι είναι ακέραιο, τις πρώτες γουλιές της μεταλαβιάς του μελλοθάνατου έχουμε πάρει μόνο.

Ας ψάξουμε εντός μας την σωτηρία της ψυχής, γιατί τα υπόλοιπα χρέη μεταβιβάστηκαν στα παιδιά και τα εγγόνια μας. Αλύτρωτοι Έλληνες σκυθρωποί μετανάστες του ονείρου μας και, το χειρότερο, οι νέοι, τα παιδιά μας, δεν έχουν μάθει να ακούνε ούτε να σιγοτραγουδούν τον ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ- ΧΑΤΖΙΔΑΚΗ και πώς θα περάσουν τόσοι και τόσοι βαρείς χειμώνες ? ΕΛΕΟΣ.

Δημ.Κολτσίδας

Leave a Reply