ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ, από τη ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

Μέρες που είναι, ψάξαμε και βρήκαμε, στους “ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ” του 1962 ένα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΔΩΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ σε ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΔΗ.
Λίγες οι αναφορές μέσα στο διήγημα που θυμίζουν Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα. Κατά βάθος, είναι ένα διήγημα που αποτυπώνει τη σκληρή πραγματικότητα που έζησαν τόσα και τόσα παιδιά, ορφανά και μη, οπωσδήποτε όμως από φτωχές οικογένειες: ξεσπίτωμα, δουλικά στους συγγενείς, εκμετάλλευση, πόνος, αλλά και αγάπη για τη ζωή και τον αγώνα για ζωή…

Διαβάστε το και ευχηθείτε – όπως κι εμείς – ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ!

Το πούλμαν άφησε τη δημοσιά και σταμάτησε μπροστά σ’ ένα απάγκιο ταβερνάκι σφιχταγκαλιασμένο από χιονισμένα έλατα. Ένα χαρούμενο τσούρμο πήδησε όξω με φωνές και τραγούδια. Γυρίζανε όλοι από μια χριστουγεννιάτικη εκδρομή στη Βυτίνα.
Το κρύο ήταν τσουχτερό και κανείς δεν πολυστάθηκε ν’ αγναντέψει την άγρια χιονισμένη ομορφιά του τοπίου. Προτίμησαν να χωθούν γρήγορα στο μαγαζί να πιουν κανένα ποτήρι και να φάνε σουβλάκια από κατσικίσιο κρέας και σταρένιο ψωμί. Μόνο ο Κωστής Λεβεντάκης τριγυρνούσε σα μαγεμένος κρατώντας τρυφερά απ’ το χέρι μια νέα κοπέλα. Κάπου – κάπου σταματούσε, έγερνε πίσω το κεφάλι να χαρεί την ομορφιά. Μετά έφερνε το βλέμμα στο κορίτσι, όλο έκσταση.
—Είσαι χαρούμενη; Πες μου, σπουργιτάκι, είσαι; Το θέλω τόσο!
Εκείνη τού αποκρινότανε μ’ ένα κλείσιμο των ματιών. Της είχε κάνει τόσες φορές την ίδια ερώτηση κι όμως πάντα της φαινόταν απίστευτα καινούργια.
—Λείπει η φραστική πρωτοτυπία, καταντάει κανείς μονότονος σαν… (σαν αγαπάει ήθελε να πει ο Κωστής, μά δίστασε).
Κοίταξε τα βρεγμένα πόδια της.
—Θα παγώσεις! Πάμε καλύτερα μέσα στο πούλμαν.
Ο Κωστής – ψηλό, καλοφτιαγμένο παληκάρι – φορούσε παντελόνι του σκι, αρβύλες με διπλές μάλλινες κάλτσες, χοντρό πουλόβερ και δερμάτινο σουέτερ. Αντίθετα το κορίτσι πλατσουλούσε στο νερωμένο χιόνι με γόβες παλιές και κλώστινα σοσόνια, μια φούστα λεπτή κι ένα στενό τριμμένο ζακέτο που τα μανίκια φτάναν πάνω απ’ τον καρπό.
Παράξενη που είναι η ζωή! Πριν δυο μέρες, σαν ξεκινούσε το πούλμαν απ’ την Αθήνα και τυχαία κάθισε πλάι του τούτο το κορίτσι, δυσφόρησε. Του φάνηκε πως δεν μπορούσε να του λάχει συντροφιά πιο ασήμαντη και ανιαρή. Τι μπορούσε να πει ένας νέος συγγραφέας, που άρχισε να γνωρίζει την επιτυχία με μια τόσο κακοντυμένη και δειλή επαρχιωτοπούλα! Ως και τ’ όνομά της τού φάνηκε κουτό: Φωτούλα! Φώτω!
Ύστερα πώς έγινε και μέσα σε λίγες ώρες τον συνεπήρε τόσο που φοβότανε μη χάσει τη συντροφιά της;
—Φαίνεται πως σας ξύπνησα το συγγραφικό σας ενδιαφέρον, του είπε με ειρωνεία, μόλις άρχισε μια κάποια οικειότητα μεταξύ τους.
Δεν είχε άδικο. Έτσι έγινε, ακριβώς έτσι – τουλάχιστον στην αρχή. Είχε πάρει τ’ αφτί του μια συζήτηση με δυο φίλες της. Λέγανε τι θ’ αγοράσουνε με τον «πρώτο» μισθό τους. Όπως κατάλαβε ο Κωστής, ήταν όλες φοιτήτριες και είχαν πετύχει με πολλά βάσανα να βρούνε κάποια δουλειά. Αυτό το «γεγονός» γιόρταζαν παίρνοντας μέρος στην εκδρομή. Η μία έλεγε πως θ’ αγοράσει κρεβάτι γιατί σκέβρωσε να κοιμάται πέντε χρόνια σε ράντζο. Η άλλη θεωρούσε «απίθανη ευτυχία» ν’ αποχτήσει «ένα τρανζιστοράκι».
-Εσύ, Φωτούλα, τι θ’ αγοράσεις;
—Καλά τη Φωτούλα ρωτάς; Αυτή θ’ αγοράσει βιβλία ν’ αυξήσει τη «σοφία» της. Δεν τήνε ξέρεις;
—Για μένα λέτε; ρώτησε το κορίτσι σα να ξυπνούσε από όνειρο. Εγώ; Εγώ θ’ αγοράσω ένα καπέλο. Το πιο ακριβό και το πιο όμορφο καπέλο που θα βρω!

—Καπέλο; Έσκασαν οι άλλες στα γέλια.
Η φαντασία τού Κωστή, από κείνη τη στιγμή, άρχισε να ζωηρεύει. Κατάλαβε πως πλάι του είχε καθίσει ένα «θέμα», ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο «θέμα». Κι αυτός το περιφρονούσε; Βάλθηκε να περιεργάζεται και να πολιορκεί τη Φωτούλα. Κατάφερε ν’ ανοίξει κουβέντα μαζί της κι εκείνη τον παράσυρε σε θέματα περίπλοκα, βαθιά, που δε θα τολμούσε να τα συζητήσει ούτε με τους πιο μορφωμένους φίλους του. Α, μα τούτη η μικρή είχε περιεχόμενο, είχε σκέψη! Πώς έπεσε τόσο έξω στην κρίση του;
Με θυμωμένες βιαστικές μολυβιές άρχισε να σβήνει την παραπλανητική εντύπωση που του γέννησε η εμφάνιση της κοπέλας και να καταγράφει ένα – ένα τα πραγματικά χαρακτηριστικά της: Είχε ένα κεφάλι αρχαίας κόρης, με μύτη ίσια, πλούσια καστανά μαλλιά συγκρατημένα σ’ ατημέλητο κότσο. Μάτια μεγάλα, κάπως έκπληκτα, με φτωχές βλεφαρίδες. Φρύδια αδρά, σχεδόν ανδρικά. Στόμα… (α! το στόμα ήταν υπέροχο) ροδί καλογραμμένο, άβαφο, με δυο ανεπαίσθητες καμπύλες στις άκρες, γεμάτες αισθησιασμό…
Ο Κωστής Λεβεντάκης δεν άργησε να χάσει την ψυχραιμία του παρατηρητή. Της μίλησε για τον εαυτό του, για τη δουλειά του, τα όνειρά του. Δεν την άφησε ούτε λεπτό μόνη. Περάσανε μαζί τα Χριστούγεννα στη Βυτίνα. Σκαλώσανε κορφές, είπανε στίχους. Πάσχισε ο ένας να καταπλήξει τον άλλον. Και σαν έφτασε η ώρα του γυρισμού στην Αθήνα, διεκδίκησε κείνος πια το «προνόμιο» να την πάρει πλάι του στο πούλμαν και να την «αποσπάσει ολοκληρωτικά» από την παρέα της.
—Μου φαίνεται πως σε ξέρω χρόνια, της είπε με συγκίνηση. Και την κοίταξε τολμηρά, τόσο τολμηρά σα να φιλούσε ζεστά τα χείλη της.
Μόλις ξεκίνησε το αυτοκίνητο, πέρασε το μπράτσο του γύρω στους ώμους της και για ώρα πολλή μείνανε έτσι κολλητά ο ένας στον άλλον έκπληκτοι για την ξαφνική ευτυχία τους.
—Διψώ να μάθω για σένα, της είπε όταν ανασκοπούσαν τα γοργά στάδια της φιλίας τους. Πες μου, αλήθεια, για κείνο το … περίφημο καπέλο που στάθηκε αιτία να γνωριστούμε.
Εκείνη χαμογέλασε.
—Επιμένεις να με βλέπεις σα «θέμα»;
Της έκλεισε το στόμα με τα λεπτά μακριά του δάχτυλα.
—Μην εκμεταλλεύεσαι τις «ομολογίες» μου. Δε ζητώ πια να ικανοποιήσω τη συγγραφική μου περιέργεια. Το ξέρεις. Μίλησέ μου μ’ εμπιστοσύνη, δίχως συγκράτηση.
—Κι αν το «καπέλο» είναι μια θλιβερή ιστορία «παλιάς σχολής»;
Η Φωτούλα μόλις ξεστόμισε τη μικρή «κακία» της σκέφτηκε, με μια ξαφνική χαρά, πως πρώτη φορά κάποιος έδειχνε γι’ αυτήν ενδιαφέρον. Ίσως αληθινό. Άξιζε να του μιλήσει.
—Μα ναι, ναι γιατί να στο κρύψω; βιάστηκε να προσθέσει. Την ώρα που με ρώτησαν οι φίλες μου τι θ’ αγοράσω με τον πρώτο μισθό μου, ο νους ο δικός μου ήτανε σ’ ένα καπέλο. Ένα όμορφο καπελάκι που κάποτε αναστάτωσε τα παιδικά μου όνειρα. Θυμήθηκα μια θλιβερή επέτειο, κάποια παραμονή Χριστουγέννων, που ένα αυτοκίνητο συγκοινωνίας…. Αλλά καλύτερα να σου τα πω εξαρχής.

Αν πας και σήμερα ακόμα στη Λεύκη, τη μικρή πολιτεία του νησιού μου – άρχισε – θα δεις στον «Πάνω Μαχαλά» ένα πελώριο ακατοίκητο σπίτι να δεσπόζει… Οι σουβάδες του είναι πεφτάτοι. Τ’ αγγελάκια και οι σειρήνες που στόλιζαν τη μπασιά του έχουνε ξεθωριάσει. Πέσαν τα φτερά των αγγέλων και σβήσανε τα μάτια τους. Τα κλειστά παραθυρόφυλλα είναι φαγωμένα απ’ τη βροχή και το σαράκι. Ένας κισσός μαραζωμένος επιμένει ν’ ακουμπάει στον πίσω τοίχο του έρημου περβολιού, που στα παρτέρια του δε φυτρώνουν άλλο από γαϊδουράγκαθα, τσουκνίδες, μολόχες και κάτι κίτρινες αναιμικές μαργαρίτες. Χρόνια μένουν στην πόρτα δυο ταμπέλες: «Ενοικιάζεται» «Πωλείται». Όμως κανένας δε βρέθηκε ποτέ να το νοικιάσει ή να τ’ αγοράσει. Οι προληπτικοί και αφελείς συντοπίτες μας το βάφτισαν το «χτικιασμένο» και δε ζύγωναν. Εκεί πεθάνανε νέοι ο πατέρας, η μάνα μου και το πρωτοπαίδι τους, ο ένας πίσω απ’ τον άλλον. Το παιδί πήγε πρώτο από τύφο, ο πατέρας απ’ την καρδιά του, η μάνα από καλπάζουσα.
Η ζωή για τη μάνα και τον πατέρα άρχισε κάποτε με μεγάλες δόσεις ευτυχίας. Είχανε νιάτα, ομορφιά, αγάπη, είχανε και λεφτά. Ο χαμός του πρώτου παιδιού τούς στοίχισε, όμως ήρθαν απανωτά άλλα τρία. Το πέμπτο ήταν στην κοιλιά όταν πέθανε ο πατέρας, κι η μάνα, που στην αρχή δεν ήθελε ούτε να το ‘γγίξει, το πόνεσε αργότερα και του ‘λεγε με δάκρυα:
—Άμοιρο, κοιλάρφανο στερνοκούνι μου! Σένα δε σε πότισα γάλα, μα χολή…
Το κοιλάρφανο στερνοκούνι ήμουνα εγώ και μου δώσανε το κάπως άχαρο όνομα Φωτούλα, γιατί Φώτη λέγαν τον πατέρα μου.

Πάνω στα τρία χρόνια του πατέρα, πέθανε κι η μάνα μας. Καταντάει σχεδόν απίστευτο πώς μπορεί να πέσει ξαφνικά τόσο θανατικό, τόση δυστυχία σε μια φαμελιά. Η πραγματικότητα ξεπερνάει πολλές φορές και τα πιο ανεδαφικά μυθιστορήματα και γίνεται αντιπραγματική! Σαν βγήκε, λοιπόν, και το λείψανο της μάνας από το άτυχο σπίτι μας, ο παππούς κλείδωσε την πόρτα και πήρε κοντά του τα τέσσερα ορφανά. Όμως δεν άργησε κι αυτός να μας αφήσει χρόνους. Τότε ξέσπασε άγριος καυγάς ανάμεσα στους δυο γιους του για το μοίρασμα της περιουσίας. Στην αρχή μαλώνανε και ποιος θα πρωτοπάρει κοντά του τα ορφανά για να «διαχειριστεί» την κληρονομιά τους.
Τα ξένα λεφτά πάντα ανοίγουνε την όρεξη και τρώγονται εύκολα. Η περιουσία μας κατασπαταλήθηκε. Οι νύφες άρπαξαν ό,τι μαλαματικό ή έπιπλο αξίας είχαμε. Ήρθε και η μεγάλη κρίση του 29. Οι θείοι δε μας θέλανε πια. Ο ένας μάς πάσερνε στον άλλον! Είχανε τα δικά τους παιδιά, τα δικά τους ντέρτια. Και η πιο μικρή παιδική μας αταξία τούς φαινότανε «έγκλημα».

Τα δυο αγόρια μας, μπαρκάρανε να βρούνε τύχη. Η αδερφή μου κι εγώ συνεχίζαμε το πήγαιν’ έλα στα συγγενικά σπίτια. Εγώ έμεινα τρία χρόνια με τη θεία μου την Άλκηστη που ήτανε γλυκιά και στοργική. «Ό,τι το παιδί μου κι εσύ, έλεγε». Μα δεν είχε την ίδια γνώμη κι ο άντρας της, ο θείος Αριστομένης, που ήθελε πάντα να κάνει ξεσυνέριση και να με ταπεινώνει. Ποτέ δε με φώναξε με τ’ όνομά μου.
—Έλα δω, εσύ, έλεγε. Τάισε το παιδί!
—Έλα δω εσύ, πήγαινε ν’ αγοράσεις τσιγάρα.
Νύχτα – μέρα ζούσα με φόβους κι αγωνίες: Μη σπάσω τη στάμνα, μη μου ξεγλιστρήσει πιάτο. Έτρεμα μην πέσει η ξαδερφούλα μου και χτυπήσει, μη λιώσουνε τα παπούτσια μου, όταν έπαιζα ξυπολιόμουνα όσο κρύο κι αν έκανε.
Ο θείος Αριστομένης ήταν αγρονόμος και πήγαινε περιοδείες στα γύρω χωριά. Έφευγε Πέμπτη και γύριζε Σάββατο. Πήγαινε πάντα με τα πόδια. Του άρεσε, λέει, να περπατά∙ έβρισκε πολύ πιο συφερτικό τα λεφτά που θα ‘δινε στον αγωγιάτη να τα ψωνίζει τρόφιμα. Η ώρα του γυρισμού του ποτέ δεν ήτανε ορισμένη. Έβρεχε, χιόνιζε, φυσομανούσε ή έκαιγε ο ήλιος να ψήσει ψωμί, εγώ έπρεπε πάντα να πηγαίνω στο έμπα του χωριού να τόνε καρτερώ για να του κρατήσω το καλάθι με τα τρόφιμα. (Γιατί πώς να τόνε βλέπει ο κόσμος «κοτζάμ αγρονόμο» να κρατάει καλάθι!).
Με τρόμαζε πώς θ’ αντικρίσω το βλέμμα που μου ‘ριχνε μόλις έφτανε. Αχ! κείνο το βλέμμα! Ποτέ δε με χαιρετούσε, να μου πει ένα λόγο. Μου πρότεινε μονάχα το καλάθι κι αν τύχαινε να ‘ναι στις καλές του πρόσθετε μονολεχτικά: «Πάρτο»! Σαν γύριζε στο σπίτι έκανε ιστορίες στη θεία Άλκηστη. Γιατί δε σιδερώθηκε ένα του πουκάμισο ή γιατί το σακάκι του δεν ήτανε στη δεξιά κρεμάστρα. Κοιτούσε τη γυναίκα του σα να τής έλεγε: «Περάσατε όμορφα γιατί έλειψα ε; Χαιρόσαστε που δε με είχατε στο κεφάλι σας. Μα θα μου το πληρώσετε τώρα!»
Ένα βράδι, – δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα ήτανε, πώς να το ξεχάσω; – άκουσα άθελά μου μια συζήτηση ανάμεσα σ’ αυτόν και τη θεία μου. Φαίνεται πως από καιρό είχανε πάρει την απόφαση να με στείλουνε στο θείο μου το Νικόλα που έμενε σ’ άλλο χωριό. Ο θείος Αριστομένης βιαζόταν και επέμενε να γίνει αυτό αμέσως.
—Ο Νικόλας ξεκοκκάλιασε τα μετρητά της μακαρίτισσας της αδερφής σου, έλεγε στην γυναίκα του. Ας πάρει τώρα και τούτηνα να την μεγαλώσει. Τι δηλαδή; Εγώ θα σηκώσω όλες τις αμαρτίες της φαμελιάς σου; Δεν είναι μονάχα το φαΐ, να πεις στα κομμάτια! Θέλει και το ρούχο της και το σχολείο της… Του έγραψα του προκομμένου κι εξηγήθηκα καλά μαζί του: Άκληρος είσαι, του γράφω, γιατί δεν παίρνεις τ’ ορφανό…
Η θεία μου τον άκουγε με τρομαγμένα μάτια, κι όλο έλεγε:
—Σωστά! Πολύ σωστά, Αριστομένη μου!
Σαν είδε πως του πέρασε ο θυμός και καταλάγιασε πήγε και του ‘ψησε καφεδάκι. Στάθηκε ταπεινά μπροστά του, έτριβε αμήχανα τα χέρια της. Έκανε ν’ ανοίξει το στόμα της και το ‘κλεινε ξανά.
—Τι τρέχει; Τη ρώτησε.
—Μωρέ Αριστομένη, να, δε μου ‘ρχεται τώρα δα, μέρες που ‘ναι, να το διώξω το παιδί!. Τι θα πει ο κόσμος… Δε λέω να μην το στείλουμε. Να το στείλουμε και να κάνει κι ο κυρ Νικόλας το χρέος του. Όλα όσα λες σωστά ‘ναι. Μα όχι μέσα στις γιορτές. Θα λυπηθεί και η Σταυρούλα μας… Χρειάζουμαι κι εγώ ένα χέρι να φτιάσω γλυκά. Ύστερα, τους υποσχέθηκα φέτος να τους στολίσω δεντράκι. Παιδάκι είναι και τούτο… θα πικραθεί…
—Είσαι χαζή, γυναίκα, της αποκρίθηκε στεγνά. Μπρε τούτη θα χαρεί κι άκου με. Θα χαρεί που θα ταξιδέψει μ’ αυτοκίνητο, που θα γνωρίσει καινούργια μέρη… Ύστερα, να σου πω και την πάσα αλήθεια; Εσύ το χαλνάς τούτο το παιδί με τα χάδια σου, ενώ ή γυναίκα τ’ αδερφού σου, σαν ξένη που ‘ναι, θα του δώκει την πρέπουσα ανατροφή…
Ο θείος Αριστομένης σαν έπαιρνε μιαν απόφαση κανείς δεν μπορούσε να του γυρίσει το κεφάλι. Έτσι, παραμονή Χριστού, πήρα τα ρούχα μου σ’ ένα μπογαλάκι, πήρα τα τετράδιά μου (βιβλία δικά μου ποτέ δεν είχα. Ακόμα και το γυμνάσιο το τέλειωσα διαβάζοντας από ξένα…) Φίλησα τη Σταυρούλα και τη θεία μου, φίλησα και το χέρι του θείου μου (όπως μ’ ορμήνεψε η θεία) τον ευχαρίστησα για τις «θυσίες» που ‘κανε για μένα κι έφυγα τρεχάλα για να μη δουν τα βουρκωμένα μάτια μου. Σαν απομακρύνθηκα λίγο, στάθηκα ν’ ανασάνω. Γύρισα τότε και είδα το σπίτι, το δρόμο που έπαιζα, το σχολείο που τόσο αγαπούσα. Ύστερα πήγα στα κλεφτά στο σπίτι του θείου μου Μήτσου όπου έμενε η μεγαλύτερη αδερφή μου. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά – σφιχτά και τρέχανε τα μάτια μας.
—Φεύγω, της είπα, μισεύω…
—Ναι, μου ‘κανε πνιγμένη στα δάκρυα. Είπα νάρθω κοντά, μα η θεία Ελπίδα ζυμώνει σήμερα τα μελομακάρουνα. Έχουμε και Σαββατιανά…
Ωστόσο στην πλατεία που έκανε τέρμα το λεωφορείο με περίμενε η πιο γλυκιά έκπληξη. Είχαν μαζευτεί οι περισσότερες συμμαθήτριές μου με το δάσκαλο. Πού το μάθανε και τρέξανε έτσι ομαδικά να με χαιρετήσουνε;
—Φεύγει το καλύτερό μου παιδί, έκανε ο δάσκαλος, κι η φωνή του έτρεμε.

Είχε πάρει να νυχτώνει σαν έφτασα στο Στεφάνι, το παραλιακό χωριό όπου έμενε ο θείος Νικόλας. Τα σπίτια ήταν φωτισμένα, τα μαγαζιά και τα καφενεία ανοιχτά. Παιδιά με πολύχρωμα φανάρια και χάρτινα στολισμένα καράβια γυρίζανε και λέγανε τα κάλαντα.
Χριστούγεννα πρωτούγεννα
Πρώτη γιορτή του χρόνου…

Οι νοικοκυράδες βγαίνανε απ’ τις κουζίνες γελαστές και τα φιλεύανε. Οι δρόμοι μοσχοβολούσανε χριστόψωμα και κουραμπιέδες. Η θάλασσα, μπουνάτσα, είχε κρατήσει τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου κι έμοιαζε σαν καλογυαλισμένο μπακίρι.
Βρήκα εύκολα το σπίτι του θείου Νικόλα. Είχε λάβει τηλεγράφημα και με περίμενε. Η πρώτη βραδιά πέρασε όμορφα. Η θεία Φρόσω μού φάνηκε συμπαθητική. Ήταν παχιά, μελαχρινή και λογού. Φορούσε χτυπητά ρούχα και πολλά μαλαματένια βραχιόλια. (Είχε πάρει καλή προίκα και δεν άφηνε ευκαιρία να μην το πει).
Μόλις έμαθα τις βολές του σπιτιού καταπιάστηκα με τις δουλειές. Σάρωσα τις αυλές, έπλυνα τα πιάτα, μπουγάδιασα τα ρούχα, κουβάλησα νερό και γέμισα τα κιούπια.
—Είσαι χρυσοχέρα, μου ‘πε η θεία Φρόσω, μα δεν πάει παιδί πράμα να κάνεις τόσες βαριές δουλειές, θ’ ανοίξει η μέση σου…
Την κοίταξα παραξενεμένη και την άλλη δεν έκανα δουλειές για να δείξω πως είμαι υπάκουη. Όμως αυτό τη δυσαρέστησε.
—Δεν είπαμε κι έτσι! Έκανε και κατέβασε τα μούτρα.
Μ’ έπιασε ταραχή γιατί δεν καταλάβαινα πώς έπρεπε να φερθώ. Το σπιτικό του θείου μου είχε και του πουλιού το γάλα. Τα κελάρια ήταν γεμάτα τρόφιμα. Στα καρυδένια «σκρίνια» ήταν αραδιασμένα τα πιο σπάνια γλυκά, τι φιστίκι, τι νεραντζάκι και μελιτζανάκι, τι μαστίχι. Είχανε κι ακριβά ασημένια σερβίτσια.
—Να τρως ό,τι θέλεις, είπε ο θείος Νικόλας. Και θα σε γράψω και στο σχολειό να μη χάσεις τη χρονιά σου.
—Και βέβαια! Και βέβαια, έκανε κι η θεία Φρόσω. Να νιώθεις όπως στο σπίτι σου!
Ύστερα σαν με είδε ένα πρωί ν’ ανοίγω το ντουλάπι να πιάσω ένα κουλουράκι, μούτρωσε.
—Να μ’ αρωτάς, είπε αυστηρά. Να λες: Θεία Φρόσω μπορώ να πάρω ένα κουλουράκι ή ψωμοτύρι ή γλυκό; Έτσι κάνουν τα καλά παιδιά που έχουν αναθροφή…

Ήταν περίεργη γυναίκα τούτη η θεία Φρόσω. Όταν την έπιανε ο ενθουσιασμός σ’ ανέβαζε στα ουράνια. Ύστερα, σα να φοβότανε πως σου ‘δωσε πολλά και παρευτίς έκανε ή έλεγε κάτι που σ’ έκανε σκουπίδι. «Θα μείνεις για πάντα κοντά μας, θα σε υιοθετήσουμε, θα σου πάρουμε τούτο και τ’ άλλο», έλεγε. Μα ο θείος μου κουνούσε δύσπιστα το κεφάλι. Πλησίαζε χρόνος που βρισκόμουνα κοντά τους και η θεία Φρόσω πήγε και μ’ αγόρασε ένα καπέλο για να το φορέσω στη γιορτή του θείου μου στην εκκλησιά. Ω, ένα καπέλο! Από άσπρη τσόχα, με μια κορδέλα όλο πιετάκια και δεξιά – ζερβά να κρέμουντσι από τρία κερασάκια.
Με είχε τόσο γοητέψει κείνο το καπελάκι που νύχτες δεν κοιμόμουνα. Ανυπομονούσα πότε θα ‘ρθει του Αγίου Νικολάου να το φορέσω. Πήγαινα κρυφά, άνοιγα τη ντουλάπα κι εκστασιαζόμουνα να το κοιτάζω δίχως να τολμώ και να τ’ αγγίξω. Ψάχνω ακόμα να βρω γιατί ‘χε τόσο μιλήσει στη φαντασία κείνο το παιδικό καπέλο. Να ήταν που δεν είχα ξαναφορέσει και ζήλευα που τα ξαδέρφια μου πηγαίνανε με καπέλα στην εκκλησιά και στο σεργιάνι; Να ήταν γιατί πίστευα πως κείνο το καπέλο ήταν η απαρχή μιας αλλαγής στη ζωή μου όπως μου την υποσχότανε η θεία Φρόσω; Γυρεύεις άκρη με την παιδική καρδιά;
Λίγες μέρες πριν του Αγίου Νικολάου, ήρθε ο θείος χολιασμένος στο σπίτι. Ούτε να φάει ήθελε, ούτε να πιει. Είχε βάλει – λέει – πολλά λεφτά σε μια επιχείρηση στην πρωτεύουσα κι η επιχείρηση χρεοκόπησε! Η θεία Φρόσω μόλις τ’ άκουσε αρχίνησε να κλαίει δυνατά και να χτυπιέται σα να ‘χασε παιδί!
—Όχου, συφορά που μας βρήκε! έλεγε. Χαθήκαμε, σβήσαμε! Πώς θα συντηρηθούμε; Πώς θα ζήσουμε;
Εκείνος πάσχιζε να την παρηγορήσει.
—Τα παραλές, γυναίκα. Δε μείναμε και στο δρόμο… Μια κακοτυχιά είναι και θα περάσει. Γεροί να ‘μαστε και θα τα ξανακάνουμε τα λεφτά, με τη δύναμη του Θεού… Ύστερα, τι κάνεις έτσι βρε αδερφέ; Σάμπως έχουμε τη φαμελιά να θρέψουμε;
Όσο εκείνος έλεγε παρηγοριές κι έδειχνε πως το κακό δεν ήτανε και τόσο μεγάλο, τόσο νεύριαζε η θεία Φρόσω.
—Πάψε! Πάψε, τού ‘κανε. Να σ’ ακούσει άνθρωπος θα πει και τι έχουμε κρυμμένα στη μπάντα! Είμαστε στο δρόμο, παραδέξου το!
Ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για να τελειώσει και με μένα.
—Και δέ λυπούμαι άλλο, από τούτο το καϋμενούλι το μικρό, έκανε μισοκακόμοιρα Τι θ’ απογίνει; Άιντε πάλι θα το ξαναστείλουμε πίσω, το φτωχό μου σκυλάκι! Τώρα που το συνηθίσαμε και μας συνήθισε…
Περίμενα μ’ αγωνία την απόκριση του μπάρμπα μου. Ήμουνα τόσο σίγουρη πως θ’ αντικρούσει τη θεία Φρόσω που γύρισα και τον κοίταξα μ’ ένα προκαταβολικό θρίαμβο. Όμως εκείνος κατέβασε το κεφάλι και βάλθηκε να παρατηρεί με προσοχή τις παντούφλες του. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο η δική μου καρδιά ξεφώνιζε. Μα ποιος να την ακούσει; Ο καιρός δεν ήταν και τόσο ψυχρός, όμως ο θείος μου είχε κρυάδες και μ’ έστειλε ν’ ανάψω μαγκάλι.
—Είμαι αδιάθετος, έκανε. Δεν ξέρω τι έχω…
Βγήκα στην αυλή και τότε με πήρε το παράπονο. Το ντουμάνι που έκανε το δαδί δεν ήτανε τίποτα μπρος στο ντουμάνι που φλόμωνε την ψυχή μου. Άμα γύρισα στην τραπεζαρία η θεία Φρόσω έλεγε:
—Καλύτερα να φύγει τώρα, να μην κάνει εδώ τις γιορτές και το πονέσουμε περισσότερο. Ο Αριστομένης θα κλωτσήσει βέβαια, μα…
Στο άκουσμα και μόνο του Αριστομένη σκόνταψα κι έπεσε απ’ τα χέρια μου το μαγκάλι. Η θεία όρμησε σαν τρελή κι άρχισε με τα δάχτυλά της να πιάνει τα ένα – δυο αναμμένα κάρβουνα που πέσανε στο χαλί.
—Πάει! Μου ‘καψε το καλύτερό μου χαλί. Επίτηδες το ‘κανε το αφορεσμένο, επίτηδες το γρουσούζικο, το κακορίζικο. Τώρα κιόλας να τα μαζέψει και να του δίνει! Τώρα!

Δε με διώξανε αμέσως. Όμως στις 2 του Δεκέμβρη βγήκε η «τελεσίδικη» απόφαση:
—Αύριο φεύγεις! Σαπούνισε τώρα ό,τι βρώμικο έχεις για να στεγνώσει να το σιδερώσεις. Και βάλε τα ρούχα σου σε τούτο το κουτί να μην πας με μπόγο, σα γυφτάκι…
Ο νους μου περιορίστηκε στις ετοιμασίες. Μ’ άρεσε το κουτί που μου δώρισε για να βάλω μέσα τα ρούχα μου. Έμοιαζε σαν βαλιτσούλα. Είχε άπόξω ζωγραφισμένο ένα πολύ αστείο ανθρωπάκι με πελώρια μύτη. Έπλυνα και σιδέρωσα τις δυο αλλαξιές που είχα. Δίπλωσα την ποδιά του σχολείου μου, λίγα τριμμένα ρουχαλάκια, ένα πλεχτό. Τα ‘βαλα όλα στο κουτί. Ξαφνικά η διάχυτη αγωνία μου μαζεύτηκε όλη σε μιαν έγνοια: Τι θα γινόταν το καινούργιο καπέλο; Θα μου το ‘δινε; Μπορούσα να το πάρω μόνη μου; Όμως… που δε μου το ‘χε δώσει επίσημα; Που δεν το ‘χα φορέσει. Πάλι, μια και το είχε αγοράσει για μένα; Τι θα το ‘κανε; Αν τ’ ακουμπούσα πάνω στο κουτί με τα ρούχα μου; Έτσι για να δω τι θα πει. Ίσως αυτό να ήτανε το καλύτερο.
Περίμενα όλη μέρα να ‘ρθει η ώρα να φύγει. Κι όταν ήρθε, μπήκα τρέμοντας στο δωμάτιο, προχώρησα στη ντουλάπα, στάθηκα λίγες στιγμές δισταχτική. Μετά απλώνω στα γρήγορα το χέρι και τραβάω με δύναμη το φύλλο. Δεν άνοιγε! Το ξανατραβάω, το τραντάζω μ’ απελπισία. Τίποτα! Η θεία Φρόσω είχε κλειδώσει την ντουλάπα! Περίμενα το γυρισμό της μ’ ανυπομονησία. Έφερα μόνη μου κουβέντα για τα ρούχα μου.
—Τ’ αυτοκίνητο θα φύγει πρωί, έκανε, κι ανασκάλεψε το κουτί να δει μην ξέχασα τίποτα.
Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Είχα τούτη την έγνοια. Έβλεπα πως περπατούσα στους δρόμους της Λεύκης με το ωραίο κουτί στο χέρι και το άσπρο καπελάκι στο κεφάλι κι οι συμμαθήτριές μου με κοιτούσανε με θαυμασμό σα να ερχόμουνα απ’ τα Παρίσια! Κι οι ξαδέρφες μου λέγανε: «Αχ, τι ωραίο καπελάκι που φοράει η Φωτούλα! Φαίνεται πως στο Στεφάνι περνούσε όμορφα και την αγαπούσανε…»
Αχ, Θέ μου! Θέ μου! αγωνιούσα. Ας ξημέρωνε πια να φτάσει η ώρα του αποχαιρετισμού, να δω τι θ’ απογίνει;
Και ξημέρωσε. Κι έφτασε η ώρα των αποχαιρετισμών. Κι η θεία Φρόσω έκλαψε με την καρδιά της. Μα το καπέλο δε μου το ‘δωσε! Πάνω στην πιο συγκινητική στιγμή, μου είπε σε τόνο τραγικό.
—Θα φυλάξω το καπελάκι που σ’ αγόρασα να σε θυμάμαι!
Περιττό να σου πω πως μόλις γύρισα στο σπίτι του θείου Αριστομένη, τούτος ο μικρός τυραννικός καημός έσβησε, γιατί κείνο που με περίμενε κάλλιο να μην το ζήσει ποτέ κανένα ορφανό παιδί στον κόσμο!»

Σώπασε. Τα μεγάλα έκπληκτα μάτια της είχαν γεμίσει συννεφιά, μα και του Κωστή δεν πήγαιναν πίσω. Ήθελε ν’ απλώσει τις χούφτες του προστατευτικά και να της πει: «Ακούμπησε, ακούμπησε μικρό πονεμένο σπουργιτάκι…» Η καρδιά του ήταν ανάστατη. Μα η Φωτούλα ήθελε να ολοκληρώσει την τρομερή εικόνα του παιδικού της κόσμου. Και συνέχισε:

«Ο θείος Αριστομένης μόλις με είδε πίσω έγινε θηρίο: «Τι; έκανε κι έτρεμε σύγκορμος. Αυτό ήταν όλο; Ο Νικόλας ξόφλησε το συγγενικό χρέος του με ένα χρόνο που σε κράτησε; Και σ’ έστειλε πάλι σε μένα; Και τι ‘μαι, βρε, εγώ; Τι ‘μαι; Κορόιδο είμαι; Ορφανοτροφείο είμαι; Όχι! Όχι σ’ όλους σας! Όοοοχι! Βαρέθηκα, κουράστηκα. Έχω κι εγώ παιδί, έχω σκοτούρες. Έλα δω εσύ! Έλα, γρήγορα. Έλα μαζί μου. Πάμε! Κι ας κρίνει ο κόσμος ποιος είναι ο φταίχτης!
Μ’ άρπαξε απ’ το χέρι και μ’ έσερνε με τόση δύναμη που τα πόδια μου δεν προλάβαιναν ν’ αγγίξουνε το πάτωμα. Όρμησε στην πόρτα. Η θεία μου έτρεχε το ξωπίσω χλωμή σα νεκρή και ψέλλιζε απλώνοντας τα δυο της χέρια:
—Για όνομα του Θεού, Αριστομένη, χρυσέ μου! Καλέ μου! Πού το πάς το παιδί; Πού; Άφησέ το! Άφησέ το!
Γύρισε αγριεμένος και της φώναξε.
—Πίσω εσύ! Πίσω στο δικό σου παιδί! Πίσω, είπα!
Δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του. Η θεία μου το κατάλαβε και στάθηκε σα να πέτρωσε. Κείνος έτρεχε κι όλο μονολογούσε.
—Άσιχτίρ! Άσιχτίρ όλοι σας! Παρατάτε με! Παρατάτε με!
Τα είχα χαμένα. Προσπαθούσα να περπατώ γρήγορα για να φτάνω τις βίαιες δρασκελιές του θείου Αριστομένη που δεν έπαυε να μιλά, μην καταπέσει ο θυμός του:
—Αφού σ’ εγκαταλείψανε κείνοι που φάγανε τα ψιλά της μάνας σου, πήγαινε στο Κράτος, να σε μεγαλώσει. Τι διάολο, τόσα και τόσα μπαστάρδικα μεγαλώνει…
Δεν κατάλαβα τι απειλή έκρυβε τούτη η φράση. Όμως, σαν είδα πως με πήγαινε στην Αστυνομία μ’ έπιασε πανικός. Εκεί στο πρώτο σκαλοπάτι έμπηξα δυνατά κλάματα· κουβαριάστηκα χάμω και δεν το κουνούσα. Ένιωσα το χέρι του να λασκάρει σιγά – σιγά. Άρπαξα τότε τα πόδια του, τ’ αγκάλιασα παράφορα.
—Μη! Μη με πας στην Αστυνομία! Μη θείε! Έσκυψε, μ’ ανασήκωσε. Έκανε πως με ξεσκονίζει για να κρύψει τα βουρκωμένα μάτια του και με τρεμάμενη φωνή είπε:
—Τι φταις κι εσύ έρμο! Τι φταις! Πάμε πίσω!

Εδώ τελειώνει η ιστορία του καπέλου κι αρχίζει η ιστορία με τον Κωστή. Ποιος ξέρει; Ίσως αυτή να ‘ναι χαρούμενη.

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

Το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Leave a Reply