Αρχεία για τον μήνα Απρίλιος, 2019

ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ – ΜΕΡΟΣ 15ο

Παρασκευή, Απρίλιος 19th, 2019

Προτελευταίο μέρος από τα “Παιδομαζώματα”. Κρίσιμο. Ίσως από τα κρισιμότερα. Μιλά για το ρόλο της εκκλησίας και του εναγκαλισμού της με την κυρίαρχη τάξη. Στόχος, ο επηρεασμός των πιστών σε βάρος των αριστερών. Και μάλιστα, από του άμβωνος της εκκλησίας, στο καταληκτικό κήρυγμα της λειτουργίας. Προεξάρχοντες του “κινήματος” η βασιλική οικογένεια και οι κυρίες του “καλού κόσμου”. Φυσικά, δεν εκπλαγήκαμε!

Για τον Παληοτάκη
Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

15 ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΤΟ ΑΛΛΟ ΣΙΑΜΑΙΟ

Η εκκλησία είχε κάθε λόγο να είναι με τους κρατούντες. Η σύμπραξη της πολιτικής με την εκκλησιαστική εξουσία έχει ακόμα και σήμερα τις ρίζες της. Προέρχεται από την ταύτιση της εκκλησίας με το έθνος. Πολύ περισσότερο που η απειλή ερχόταν από τους άθεους κομμουνιστές και γενικά διακυβευόταν η αλλαγή του κοινωνικού σκηνικού και η ισορροπία σχέσεων των δύο εξουσιών.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο αρχιεπίσκοπος αλλά και οι περισσότεροι ιερείς είχαν σταθεί κοντά στο λαό με διάφορες πρωτοβουλίες. Πολλοί ιερείς, ακόμα και μητροπολίτες είχαν συμμετοχή στον αγώνα ενάντια στους κατακτητές. Το αυξημένο κύρος των ιεραρχών έκανε πιο εύκολο το έργο της εκκλησιαστικής εξουσίας, να σταθεί πειστικά πλάι στην κλυδωνιζόμενη κυβέρνηση και αποτέλεσε μια πειστική κοινωνική εφεδρεία της κυβερνητικής παράταξης.
Μετά την απελευθέρωση, ο προερχόμενος από τις τάξεις του κόμματος των Φιλελευθέρων αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, οπλισμένος με αυτό το κύρος, διετέλεσε αντιβασιλέας από τις 30 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι τις 29 Σεπτεμβρίου 1946, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα ο βασιλιάς. Επίσης χρίστηκε ολιγοήμερος πρωθυπουργός τον Σεπτέμβριο του 1947, ως εγγυητική εφεδρεία, σε κρίσιμες ημέρες για την πολιτική εξουσία. Συνεπώς, η αυξημένη αξιοπιστία του αντικατοπτριζόταν σε όλη την εκκλησιαστική κλίμακα, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τα δεδομένα θρησκευτικά αισθήματα.
Όπως σε ολόκληρη την κρατική δομή έτσι και εδώ έγιναν οι σχετικά λίγες αναγκαίες εκκαθαρίσεις. Υπήρξαν όμως και άλλες χαρακτηριστικές από τους «επικίνδυνους» ιερείς: Όπως αναφέρει ο Νίκος Θεοτοκάς [159. Νίκος Θεοτοκάς, στο περιοδικό «Αρχειοτάξιο», τεύχος 4, Μάιος, 2002, σελ.173-182], στα τέλη του 1946 η Ιερά Σύνοδος καθαίρεσε τον φωτισμένο Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ Στρουμπή, που συμμετείχε στην αντίσταση μαζί με σημαντικό αριθμό ανωτέρων και κατωτέρων κληρικών. Πολλοί απ’ αυτούς δοκίμασαν τις γνωστές διώξεις, που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια. Ο ίδιος αναφέρει την χαρακτηριστική περίπτωση του παπά Ν. Ξενάκη, που το 1948 εκτελέστηκε ως «συμμορίτης». Αξίζει να αναφερθούμε στην περίπτωση του «κόκκινου μητροπολίτη» Κοζάνης Ιωακείμ [160. Χάγκεν Φλάισερ, Στενή η πύλη του "Ελεύθερου Κόσμου". Περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση προς και από την εμφυλιοπολεμική Ελλάδα, στο Ο Εμφύλιος πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, επιμ. Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ. Ψαλίδας, εκδ. «Θεμέλιο», 2002, σελ. 281], που με παρέμβαση του τύπου αλλά και του Οικουμενικού Πατριάρχη, (δεν) του αφαιρέθηκε το δικαίωμα επίσκεψης στις ΗΠΑ, τον Νοέμβριο του 1946, με το αιτιολογικό, ότι η επίσκεψή του θα είχε προπαγανδιστικό χαρακτήρα. Τον επόμενο χρόνο ο Ιωακείμ και ο μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος θα καθαιρεθούν. Η προπαγάνδα, αφού διαπέρασε και τα τείχη της εκκλησίας, όπως ομολογείται, είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις και πέραν των ελληνικών συνόρων και είχε αγκαλιάσει πολλές κοινωνικές κατηγορίες.
Η εκκλησία λόγω του κύρους αυτού, αλλά και της δεδομένης αφοσίωσης των πιστών, ήταν ένα σημαντικό ασφαλές και απόρθητο κάστρο πειστικής προπαγάνδας. Η εκκαθαρισθείσα πλέον εκκλησία, ως θεσμός άνοιξε διάπλατα τις πύλες της στις βουλές της εξουσίας. Στην εφημερίδα Ελευθερία της 9/7/1948 διαβάζουμε ότι «Η ιεραρχία κατά την σημερινήν της πιθανόν συνεδρίασιν θα καταρτίση και τον χαιρετισμόν προς τον μαχόμενον στρατόν, θα συζητήση δε και την περίπτωσιν μεταβάσεως εις το μέτωπον επιτροπής μητροπολιτών, ήτις θα μεταδώση την ευλογίαν της Εκκλησίας διά τον νικηφόρον τερματισμόν του αγώνος…». Τα αντικομμουνιστικά κηρύγματα κατά τη λειτουργία της Κυριακής ήταν ο κανόνας των ναών του Θεού.
Πέρα από την ηγεσία οι απληροφόρητοι ιερείς της γειτονιάς ή του χωριού, πολύ περισσότερο όταν προέκυψε η προπαγάνδα για τα αρπαγμένα παιδιά, έγιναν διαπρύσιοι κήρυκες. Ήταν θέμα που συγκινούσε, και δίκαια, όλο τον κόσμο, που λόγω των κατοχικών δεινών είχε αυξημένα αποθέματα αισθημάτων απέναντι σε ακραίες δραματικές καταστάσεις. Όταν ήταν γνωστό ότι στις τοπικές επιτροπές του «Εράνου» συμμετείχε ο επικεφαλής του τοπικού κλήρου και επίλεκτοι συμπολίτες, όπως ο δάσκαλος, ο γιατρός της περιοχής κ.λπ., όταν στις παιδουπόλεις επικεφαλής ήταν ο μητροπολίτης της περιοχής, όταν την κεντρική επιτροπή «Εράνου» την απαρτίζουν περί τις εβδομήντα φιλάνθρωπες κυρίες, ο ανθός της κοσμικής κίνησης, πώς να μη θαμπωθεί ο ανυποψίαστος απλός πολίτης ή λαϊκός ιερέας;
Η βασίλισσα είναι επικεφαλής της εκστρατείας για τα παιδιά και ο βασιλιάς Παύλος ο υλικός και πνευματικός αιμοδότης. Οι βασιλείς [161. Μαρία Σιγανού, Ιδεολογικές συνιστώσες τον θρησκευτικού λόγου στον εμφύλιο πόλεμο, περιοδικό «Τα Ιστορικά», τεύχος 48, Ιούνιος 2008, σελ.106 και 108] «ως επικεφαλής του “ελληνοχριστιανικού φρονηματισμού”, ιδρύουν μαζί με το περιοδικό “Ζωή” τον σύλλογο “Ελληνικό Φως”, που αναλαμβάνει την “πνευματική καθοδήγηση του αντικομμουνιστικού αγώνα”. Όσο για τη “Ζωή”, κατά τη συγγραφέα, είναι το περιοδικό μέσα απ’ το οποίο φαίνεται «…πώς ορίζονται οι νομιμοποιήσεις, οι αποκλίσεις και οι αποκλεισμοί στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου… (θα δούμε) τη σταδιακή μετατροπή του κομμουνισμού σε εχθρό του έθνους -προς τα τέλη του πολέμου- σε “απόλυτο κακό”…(θα δούμε) …για τη νομιμοποίηση της Αμερικής, μέσω της αναγωγής της σε χώρα χριστιανική,…»(!). Εκτιμάται ότι μόνο η «Ζωή» εκτός των άλλων είχε δημιουργήσει δίκτυο περίπου χιλίων κατηχητικών σχολείων.
Με πρόταση του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού έγινε αποδεκτό να οριστεί η 29η Δεκεμβρίου 1949, ως ημέρα «εθνικού πένθους» για τα παιδιά που τα άρπαξαν οι συμμορίτες. Μεταξύ 9 και 9.30 το πρωί, εκείνης της μέρας, όλοι οι Έλληνες, σ’ όλη την Ελλάδα, αποφασίστηκε να κλειστούν στα σπίτια τους και να κλείσουν τα παραθυρόφυλλα [162. Ελένη Αναγνωστοπούλου, ό.π. σελ. 21]. Ο πρόεδρος της Βουλής έστειλε ψήφισμα – έκκληση σε όλα τα δυτικά κοινοβούλια, την ορισμένη ώρα σταμάτησε η κυκλοφορία οχημάτων και εναέριων μέσων και όλες οι εφημερίδες εκδόθηκαν υποχρεωτικά με πένθιμο πλαίσιο [163. Γεώργιος Νανούκας ό.π., σελ. 35]. Την ημέρα αυτή η βασίλισσα – που εμφανίστηκε μαυροφορεμένη και περιδεής απηύθυνε μήνυμα από το ραδιόφωνο. Ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων τονίζει, επίσης από το ραδιόφωνο, ότι (οι κομμουνιστές) «… πλήττουν ό,τι το αθώον, το αβλαβές, το ιερόν, το παιδί, εις το οποίον συναντώνται τα αισθήματα στοργής και αγάπης όλων των ανθρώπων, όλων των λαών της γης» [164. Κώστας Γκριτζώνας, ό.π., σελ. 116 και 19], ενώ παρόμοια ψηφίσματα εκδόθηκαν από την Ακαδημία Αθηνών και σωρεία κάθε είδους σωματείων [165. Γεώργιος Μανούκας, ό.π., σελ. 34 και μετά].
Ο αρχιεπίσκοπος επίσης, σε Χριστουγεννιάτικη εγκύκλιό του, γράφει: «…Ο θηριώδης Ηρώδης ανεβίωσε. Όπως εκείνος ύψωνε εις τας απαισίους χείρας του την αιμοσταγή μαχαίραν, …ούτω και σήμερον σύγχρονοι Ηρώδαι προέβησαν εις παραπλήσιον έγκλημα…» [166. Τασούλα Βερβενιώτη, Παιδομάζωμα ή/και Παιδοφύλαγμα, περιοδικό «Ιστορία», εκδ. «Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος», τεύχος 503, Μάιος 2010, σελ. 13]. Η εγκύκλιος απευθύνθηκε και είχε ευμενή απήχηση σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες του κόσμου [167. Γεώργιος Μανούκας, ό.π., σελ. 38], προκαλώντας κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες. Ο αρχιεπίσκοπος νοτίου και βορείου Αμερικής έκανε έκκληση στον Αμερικάνο πρόεδρο, ζητώντας του να χρησιμοποιήσει την επιρροή του στα μέλη του ΟΗΕ για την σωτηρία των παιδιών, και ακολούθησε ο ομόλογός του της Αγγλίας [168. Milan Ristovic, 2008, σελ. 174], ο οποίος κάλεσε τους πιστούς να προσευχηθούν για τα παιδιά της Ελλάδος. Επίσης ο αρχιεπίσκοπος έκανε έκκληση στους 59 αρχηγούς κρατών του ΟΗΕ [169. Κώστας Γκριτζώνας, ό.π., σελ. 118].
Κατά το τέλος της λειτουργίας της Κυριακής στις εκκλησίες οι ιερείς, με υπόδειξη των αρχών, έκαναν δεήσεις και έβγαζαν τους καθορισμένους λόγους για τα παιδιά. Στα καθήκοντά τους ήταν να διαβάζουν επιστολές «μετανοησάντων», που έστελναν από τους τόπους κράτησης (φυλακές, εξορίες κ.λπ.), που είχαν σκοπό τον φρονηματισμό των πιστών και αποτέλεσμα τη δημόσια διαπόμπευση του επιστολογράφου. Συχνά προκαλούσαν την αναμόχλευση τοπικών παθών, τη μεταφορά του εμφυλιακού μετώπου στην εκκλησία και τη γειτονιά [170. Τασούλα Βερβενιώτη, Μακρονήσι: Μαρτυρία και Μαρτυρίες Γυναικών, στο Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, εκδ. «Φιλίστωρ», 2000, σελ. 105]. Να σημειώσουμε ότι τις επιστολές πολλές φορές τις έγραφαν ειδικά επιστρατευμένοι. Ένας τέτοιος γράφει: «Μου έλεγαν περιληπτικά την ιστορία τους…ποιος τον παρέσυρε, σε ποια οργάνωση ήταν κ.λπ… και πάνω σ’ αυτό το σκελετό, με πολλές φιοριτούρες και υπερβολές έγραφα την ομιλία τους» [171. Κώστας Κορωνιός, Αναμνήσεις από τη Μακρόνησο, Αθήνα, 2001]. Είναι πράγματα που δεν θα μπορούσε να συλλάβει η πιο άρρωστη φαντασία, πολύ περισσότερο ένας ενοριακός ιερέας, πώς και πόσο μεθοδικά δούλευε μια τόσο καλοστημένη και καλοκουρδισμένη μηχανή.
Ο Ζουράρης [172. Κώστας Ζουράρης, Γελάς ελλάς αποφράς, εκδ. «Αρμός», 1991», σελ. 26] συνοψίζει με σκληρή γλώσσα το ρόλο της εκκλησίας ως εξής: «Η Ιερά Σύνοδος έγινε υποκατάστημα του υφυπουργείου Ασφαλείας και προμηθευτής ευχελαίου της Αυλής. Οι θεολογικές σχολές ξερνούσαν εθναμύντορες κομμουνιστοφάγους, που έχοντας εντελώς ξεχάσει τη νηπτική παράδοση της καθ’ ημάς Ανατολής, διαμόρφωναν “αντικειμενικά” κριτήρια “σωτηρίας”, στιγματίζοντας τους “άθεους κομμουνιστοσυμμορίτας” και ευλογώντας, με το αζημίωτο, τους “ένθεους” χίτες, φασίστες και ταγματασφαλίτες». Εξαιρεί το Άγιο Όρος, το οποίο κατά τη γνώμη του στάθηκε ουδέτερο και στο ύψος μιας συμφιλιωτικής αποστολής.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ – ΜΕΡΟΣ 14ο

Δευτέρα, Απρίλιος 1st, 2019

Προχωρώντας στις αναρτήσεις για τα “Παιδομαζώματα” – και επειδή διαβάσαμε κάποιες αντιδράσεις, που αγγίζουν και τον νεκρό σύντροφό μας τον Τάκη Παληό – διευκρινίζουμε για μια ακόμη φορά ότι ήταν σφοδρή επιθυμία του Παληοτάκη η ανάρτηση αυτή. Δεν είχαμε προλάβει να συζητήσουμε τους λόγους που είχε για αυτή την επιμονή του. Θα πούμε μόνο πως, όσο τον ξέραμε, τον πονούσε αφάνταστα ο εμφύλιος που πέρασε η Ελλάδα, οι συνέπειες που άφησε σε ζωές και υποδομές. Κυρίως, όμως, οι συνέπειες, οι πληγές που άφησε στις επόμενες γενιές. Δεν θα πούμε άλλα.

Για τον Παληοτάκη
Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

14 ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: ΤΑ ΣΙΑΜΑΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Τα όσα ακραία και παράδοξα αναφέρονται παραπάνω, σχετικά με το παιδιμάζωμα-παιδοφύλαγμα και την κατακράτηση των παιδιών καταγράφονται ίσως με περισσότερη ένταση στο χώρο της εκπαίδευσης, χωρίς να λείπουν οι ανάλογες υπερβολές.
Ο Ιωάννης Τσιάντης, σε παρουσίαση της διατριβής της Δαλιάνη σχετικά με την εκπαίδευση των παιδιών γράφει: «Αυτοί που φρόντισαν τα παιδιά, ιδιαίτερα μέσα στα ιδρύματα, ήταν αρνητικά διακείμενοι και εχθρικοί απέναντι στην ιδεολογία των γονιών τους… τόνιζαν ότι οι αρχές και ιδιαίτερα ο τότε βασιλιάς Παύλος και η βασίλισσα Φρειδερίκη αγαπούσαν και φρόντιζαν τα παιδιά σαν καλοί γονείς, ενώ οι δικοί τους δεν ενδιαφέρονταν γι’ αυτά» [118. Μαντώ Δαλιάνη, 2009, σελ. XXVII].
Σε επιβεβαίωση των παραπάνω μια αποκαλυπτική ομολογία που εκφράζεται από εκπαιδευτικό ελληνικής παιδόπολης, που είχε την ευθύνη 220 παιδιών: «Τα παιδιά αυτά ήταν επηρεασμένα από την ανθελληνική προπαγάνδα, που έκαναν οι συμμορίτες, η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπτυγμένη… το δε προσωπικό δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένο για την περίπτωση αυτή… μέσα σε λίγο καιρό τα παιδιά έγιναν γερά σε σώμα και σε ψυχή, έγιναν τα ίδια υμνητές του έργου της Βασίλισσας Φρειδερίκης» [119. Ελένη Αναγνωστοπούλου, ό.π., σελ. 29, 30, και 32], πράγμα που αποδεικνύει έμπρακτα δημοσιεύοντας ποιήματα που έγραψαν τα ίδια. Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα:
Τα βουνά παραμερίζει
Και στον Έβρο σταματά
Για να σώσει τα παιδιά της
Απ’ τα Βουλγάρικα σκυλιά.
Ζήτω του Βασιλέως μας
του Παύλου μας του Α.
Ζήτω του Κωνσταντίνου μας
καλού μας διαδόχου.

Και ένα απόσπασμα από μαθητή της Δ’ τάξης, των ανατολικών χωρών, για τον Στάλιν του 1953: [120. Μαρία Μποτίλα, ό.π., σελ. 311]
Ο ΣΤΑΛΙΝ γιε μου. Ο πατέρας κι ο σύντροφος του κάθε δουλευτή, εκείνος που μοχθούσε για να κάμει μιαν άνοιξη ωραία ζωή.

Στο άρθρο της Τ. Βερβενιώτη που αναφέρεται στην αρχηγό της παιδούπολης Βόλου, Καλλιόπη Μουστάκα, εξηγεί, μετά την εδραίωση του Ελληνικού καθεστώτος, τα ανοίγματα του «Εράνου» σε συνεργασίες προς δημοκρατικούς διανοούμενους. Άλλωστε αυτό συμβάδιζε με τη στρατηγική των ΗΠΑ για την Ελλάδα, που για λόγους βιτρίνας επέβαλαν κυβέρνηση με κεντρώο πρωθυπουργό, σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου. Πολύ περισσότερο μετά τις πρώτες εκλογές του 1951, που εκλογικά επικράτησε η δεξιά παράταξη. Τότε οι ΗΠΑ επέβαλαν κεντρώο πρωθυπουργό, επιδιώκοντας να προβάλουν ένα δημοκρατικό κυβερνητικό και αντικομμουνιστικό προφίλ.
Σ’ αυτό το κλίμα πολιτικής εντάσσεται η συνεργασία του «Εράνου» με διανοούμενους του δημοκρατικού χώρου [121. Τασούλα Βερβενιώτη, Καλλιόπη Μουστάκα..., ό.π.], όπως π.χ. ο Μ. Μποσταντζόγλου, που έκανε την εικονογράφηση του περιοδικού που έβγαζε. Επίσης, σύμφωνα με επιχειρηματολογία της, προκύπτει ότι η Κ. Μουστάκα πολιτικά εντάσσεται στο δημοκρατικό χώρο. Από το ημερολόγιό της προκύπτει, ότι κατά τη διάρκεια της κατοχής δραστηριοποιήθηκε για τη σωτηρία παιδιών, όπως επίσης από εκφράσεις και σκέψεις της, που είναι διατυπωμένες από την αρθρογραφία της στην εφημερίδα «Το Βήμα». Βέβαια ο «Έρανος» είχε αυξημένους λόγους, εκ του ασφαλούς, μετά την εκμηδένιση του ΚΚΕ, να εμφανίζεται ως ένα ανοιχτό, δημοκρατικό σωματείο και κοντά στους δεινοπαθούντες.
Από το 1947 μόνο στη δυτική Μακεδονία, που ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί σλαβομακεδόνες, λειτουργούν μειονοτικά σχολεία με 10.000 μαθητές [122. Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, εκδ. «Μαύρη Λίστα», 2000, σελ.206, ενώ ο Γ. Κουμαρίδης στην παρουσίαση συνεδρίου με τίτλο «Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου», αναφέρει ότι ο Ραϋμόνδος Αλβανός στην ανακοίνωσή του υποστηρίζει, ότι στην Καστοριά το 1947 υπήρχαν 4.000 σλαβόφωνα παιδιά. Περιοδικό Αρχειοτάξιο, τεύχος 6 Μάιος 2004 σελ.180], τα οποία στη συνέχεια σταδιακά καταργήθηκαν.
Ο Δημήτρης Σέρβος [123. Δημήτρης Σέρβος, ό.π. σελ. 244] για το δραματικό επίπεδο γνώσεων των παιδιών γράφει: «…απ’ τα παιδιά που στάλθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες το 60% ήταν αγράμματα, το 17% είχαν τελειώσει την 1η δημοτικού και το 14% την 2η δημοτικού. Σχεδόν όλα έβλεπαν για πρώτη φορά στη ζωή τους σιδηρόδρομο, λεωφορείο, γιατρό…» Και ο Δ. Κηπουρός [124. Δημήτρης Κηπουρός, Μια ζωντανή ιστορία, εκδ. «Νέα Βιβλία», χωρίς χρονολογία (χ.χ.), σελ. 55], ότι από τα 1.240 παιδιά που έφτασαν στην Αν. Γερμανία, σχεδόν στο σύνολό τους ήταν αναλφάβητα. Και οι δυο συγγραφείς παραθέτουν έναν πλούσιο απολογισμό της επιστημονικής και επαγγελματικής εξέλιξης, που ήταν αποτέλεσμα της παιδαγωγικής μεταχείρισης των παιδιών και των υφισταμένων δομών κοινωνικής πολιτικής στις χώρες υποδοχής. Επί πλέον, επειδή οι πολιτικοί πρόσφυγες είχαν χαρακτηριστεί «παρτιζάνοι», τα παιδιά έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης, π.χ. σε υποτροφίες, εισαγωγή σε σχολές, κ.λπ.
Άλλωστε οι δύο παραπάνω συγγραφείς, εκτός των άλλων, χρησιμοποιούν το αδιαμφισβήτητο συγκριτικό πλεονέκτημα στην κοινωνική πολιτική και στο χώρο της παιδείας των ανατολικών χωρών, για να εξειδικεύσουν στην κατηγορία των παιδιών. Ο Γιώργος Χουλιάρας [125. Γιώργος Χουλιάρας (Περικλής), Ο δρόμος είναι άσωτος, εκδ. «Οιωνός», 2006, σελ. 823], καταθέτει τη μαρτυρία του από την Πολωνία, κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τους δύο παραπάνω, μόνο που αναφέρεται διακριτικά στα σχολεία και τους δασκάλους, που διδασκόταν η σλαβομακεδονική γλώσσα. Επίσης ομολογεί τις ελλείψεις των πρώτων χρόνων και στη συνέχεια μετά την ενηλικίωση προχωράει σε θετικό απολογισμό των επιδόσεων, τόσο στην επιστημονική διαδρομή, όσο και στον επαγγελματικό προσανατολισμό των παιδιών. Το βέβαιο είναι ότι ίσως τα παιδιά, και τα παιδιά τους ακόμα, μετά από δεκαετίες, όταν επέστρεψαν, αποτέλεσαν την περισσότερο συμπαγή πολιτιστικά μεταναστευτική ομάδα. Δεν αφομοιώθηκαν χάρη στην φιλοσοφία της εκπαιδευτικής πολιτικής του ΚΚΕ.
Τον Μάιο του 1948, αμέσως μετά την συγκρότηση της ΕΒΟΠ, αρχίζει με δυσκολίες, λόγω στενότητας εξειδικευμένου προσωπικού, η εντατική εκτύπωση στον νεοσύστατο εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ, των σχολικών βιβλίων, που χρησιμοποιήθηκαν για το σχολικό έτος 1948-1949. Στις παιδουπόλεις των ανατολικών χωρών και τα σχολεία των ανταρτοκρατούμενων περιοχών διδάσκονται βιβλία στην ελληνική και την σλαβομακεδονική γλώσσα που έχουν εκδοθεί υπό την επίβλεψη των εκπαιδευτικών της ΕΒΟΠ [126. Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη, Η εκδοτική περιπέτεια..., σελ.34-35, επίσης Άννα Ματθαίου- Πόπη Πολέμη, Ο ιδεότυπος του νέου κομμουνιστή. Τα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια της υπερορίας (1948-1968), περιοδικό «Αρχειοτάξιο», τεύχος 5, Μάιος, 2003, σελ. 156].
Το παράνομο ΚΚΕ όχι μόνο ήταν νόμιμο στις ανατολικές χώρες, αλλά του είχαν παραχωρηθεί όλοι οι νομιμοποιητικοί μηχανισμοί εξουσίας επί των πολιτικών προσφύγων από και σε όλες τις χώρες υποδοχής [127. Ήλιος Γιαννακάκης, Τα όπλα παρά πόδα: η εγκατάσταση των πολιτικών προσφύγων στις σοσιαλιστικές χώρες, στο Το όπλο παρά πόδα, o.π, σελ. 13. Επίσης Γρηγόρης Φαράκος, Η θέση και ο ρόλος των πολιτικών προσφύγων στο κομμουνιστικό κίνημα και τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας μας, στο Το όπλο παρά πόδα, ό.π., σελ. 21]. Ήδη από τα μέσα του 1945 στο Μπούλκες η ελληνική κοινότητα απολάμβανε μιας ιδιόμορφης αυτοδιοίκησης [128. Milan Ristivic, 2006, σελ. 46 και 93]. Συνεπώς αποφασίζει ανεμπόδιστα και αυτόνομα, χωρίς παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα για τη ζωή όλων των Ελλήνων, που έχουν διασπαρεί στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Άρα και η εκπαιδευτική πολιτική των ελληνόπουλων, που είναι ομοιόμορφη σε όλες αυτές τις χώρες, είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας της ΕΒΟΠ, π.χ. η έκδοση όλων (σχολικών και μη) βιβλίων, ο διορισμός όλων των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, εκπαιδευτικά προγράμματα, σεμινάρια κ.λπ. [129. Μαρία Μποτίλα, ό.π., σελ. 34].
Η άποψη που επικρατεί είναι, ότι τα παιδιά θα πρέπει να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα, σε εκπαιδευτικό περιβάλλον βασισμένο στις εθνικές παραδόσεις, ώστε να μην αφομοιωθούν από τις χώρες που αυτά φιλοξενούνται. Αυτό επιπρόσθετα είχε σχέση με την προσωρινότητα της διαμονής, εφ’ όσον γρήγορα θα γινόταν η ένοπλη και θριαμβευτική επιστροφή. Στους γενικότερους στόχους της εκπαίδευσης είναι η σοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση και συγκεκριμένα ότι «τα σχολικά βιβλία αποτελούν μέσον άμεσης πολιτικής καθοδήγησης των παιδιών, γι αυτό σ’ αυτά πρέπει να γίνεται μνεία των δύο αντικρουόμενων πολιτικών συστημάτων, του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού» [130. Μαρία Μποτίλα, ό.π., σελ. 61] και ακόμα, ότι τα βιβλία πρέπει να ανταποκρίνονται στις πολιτικές αποφάσεις [131. Μαρία Μποτίλα, ό.π., σελ. 52].
Το ΚΚΕ είχε υπ’ όψιν του τις αυτονομιστικές τάσεις των σλαβομακεδόνων, που είχαν δημιουργήσει διάφορες τριβές στη συνεργασία μαζί τους από την περίοδο του ΕΑΜ. Υπήρχαν σχολεία ελληνόφωνα ή σλαβόφωνα αν και μικρή μερίδα μιλούσαν την ποντιακή ή βλάχικη διάλεκτο.
Μετά τη διένεξη Στάλιν-Τίτο τα πράγματα αλλάζουν. Φτάσαμε στο σημείο να καταγγέλλεται η Τιτοϊκή γλώσσα. Πρόκειται για την γλωσσική μεταρρύθμιση [132. Γεώργιος Χρηστίδης, ό.π., σελ. 77-78, όπου εξηγεί τους λόγους κατασκευής της νέας γλώσσας και ιστορίας στην μεταπολεμική Δημοκρατία της Μακεδονίας], που έγινε στη χώρα αυτή μετά την κομμουνιστική επικράτηση. Είναι σαν την ελληνική περίπτωση δημοτικής-καθαρεύουσας. Έτσι όπως είδαμε παραπάνω με τις απολύσεις των εκπαιδευτικών, αρχίζει να περιορίζεται η διδαχή των ελληνικών στην Γιουγκοσλαβία και να επιβάλλεται υποχρεωτικά η διδαχή στα ελληνόπουλα της σλαβομακεδονικής γλώσσας. Αντίστοιχα να περιορίζεται η διδαχή της σλαβομακεδονικής γλώσσας στις άλλες χώρες ευθύνης της ΕΒΟΠ ή να διδάσκεται η παλαιά (ας πούμε καθαρεύουσα) γλώσσα. Σε σχετική με την εκπαίδευση απόφαση της 3ης συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (Οκτώβριος 1950) αναφέρεται, ότι «έχουμε σοβινιστικές μεγαλοελλαδίτικες εκδηλώσεις μερικών δασκάλων που θέλουν να περιορίσουν την εκμάθηση της σλαβομακεδονικής γλώσσας και σοβινιστικές εκδηλώσεις Τιτικών πρακτόρων, που πάνε να χωρίσουν τα σλαβομακεδονόπουλα απ’ τα ελληνόπουλα και να καλλιεργήσουν σ’ αυτά το μίσος ενάντια στον ελληνικό λαό» [133. ΚΚΕ, Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, σελ. 81, 7ος τόμος]. Κατά τα άλλα σε όλες αυτές τις χώρες εφαρμόζεται κυριολεκτικά η λεγόμενη «σοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση», που σημαίνει εκπαίδευση προσαρμοσμένη στις ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις των καθεστώτων.
Οι φραστικές υπερβολές μεταξύ ΚΚΕ και Ελληνικής κυβέρνησης καταρρίπτονται σήμερα που ήρθαν στο φως τα αρχεία ή μέρος των αρχείων των αντιμαχομένων. Φυσικά τα εκπαιδευτικά προγράμματα, όπως πάντα, ήταν προσαρμοσμένα στις ιδεολογικές και πολιτικές αναγκαιότητες κάθε χώρας. Δύο αποσπάσματα που δίνουν η Άννα Ματθαίου- Πόπη Πολέμη α) που αναφέρεται στην επικρατούσα άποψη του ΚΚΕ «… η γλωσσική διδασκαλία είναι το κύριο μέσο για την ηθική και κοινωνική διαπαιδαγώγηση, ενώ για τη μορφωτική και παιδαγωγική σημασία των λογοτεχνικών κειμένων θυμίζει την παρομοίωση των λογοτεχνών (από τον Στάλιν) “με μηχανές ανθρωπίνων ψυχών” [134. Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη, Ο ιδεότυπος του νέου κομμουνιστή... ό.π., σελ. 156]. Και β) Η επικρατούσα περίπου άποψη του ΚΚΕ όταν αναφέρεται στους αντιπάλους είναι, ότι «… με την αγωγή που προσπαθούν να δώσουν στη νεολαία μας οι λακέδες της Αμερικανοκρατίας… ξετρύπωσαν έργα του παρελθόντος, που δίνει μια πραγματικότητα ξένη από τη σημερινή, παραπλανούν το παιδί… με έργα που συνδυάζονται πάντα με τη φιλεύσπλαχνη στάση μεγαλοκυράδων…» [135. Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη, Η εκδοτική περιπέτεια..., σελ.74, 75].
Οι παραπάνω συγγραφείς καταλήγουν το άρθρο τους απευθυνόμενοι στα συνομήλικα παιδιά που γαλουχήθηκαν στην Ελλάδα, με τα αναγνωστικά πού ήδη ανέλυσε από το 1978 η Άννα Φραγκουδάκη [136. Άννα Φραγκουδάκη, Τα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου. Ιδεολογικός καταναγκασμός και παιδαγωγική βία, Αθήνα 1978]. Η Φραγκουδάκη συνοψίζει τις αλλαγές που έγιναν το 1953, ως εξής [137. Άννα Φραγκουδάκη, Εθνικισμός στα σχολικά βιβλία. Αίτια, περιεχόμενο και σκοπός των αναγνωστικών, κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο, εφημερίδα «Καθημερινή 7 ημέρες», 7/9/1999]:
Σε προκήρυξη διαγωνισμού στις 23/6/53 προκηρύσσεται διαγωνισμός για τα αναγνωστικά: Στις προϋποθέσεις αναφέρονται ότι πρέπει να αποσκοπούν στην «εθνικήν, θρησκευτικήν, οικογενειακήν και ηθικήν μόρφωσιν…» Το κείμενο, (όπως το σχολιάζει), για την οικογένεια αναλύεται, ότι πρέπει να είναι «εθνικού περιεχομένου», «όμως γνησίως» ελληνικού -σύμφωνα όχι απλώς με τις ελληνικές, αλλά με τις «αγνές» ελληνικές παραδόσεις. Τέλος η οικογένεια όχι μόνο δεν μπορεί αλλά δεν είναι «άξιον» να «υπάρχει», χωρίς την πίστη στην εθνική οικογένεια. Και συνεχίζοντας εξηγεί, ότι ο αδιανόητος πλεονασμός της έννοιας «εθνικός» φτάνει στα όρια του γελοίου. Τα βιβλία που προέκυψαν περιέχουν θαύματα αγίων, που εμφανίζονται σαν πραγματικά γεγονότα, που παρουσιάζουν τον πόλεμο σαν μια ωραία και χαρούμενη περιπέτεια, άλλα που περιγράφουν τα «πρόβατα» που ακολουθούν τυφλά «το βοσκό τους», σαν λαμπρό παράδειγμα «κοινωνικής συνείδησης», άλλα που ταυτίζουν το έθνος με την οικογένεια (άρα υποτιμούν τους πολίτες σαν «παιδιά»), τέλος διανθίζονται εδώ κι εκεί με ρατσιστικές, για άλλους λαούς, πινελιές. Το πιο ενδιαφέρον, συνεχίζει, ότι αυτά τα βιβλία θα ισχύσουν με παραλλαγές για πάνω από είκοσι χρόνια.
Και να σημειώσουμε, ότι αυτά τα βιβλία ήρθαν να αντικαταστήσουν αυτά που είχαν θεσπιστεί από το 1937, επί δικτατορίας Μεταξά. Σαράντα χρόνια, σα να μην άλλαξε τίποτα και τα παιδιά γαλουχήθηκαν με τις ίδιες αξίες του δυτικού κόσμου. Τουλάχιστον στον ανατολικό κόσμο, που η παιδεία ήταν προσαρμοσμένη στις πολιτικές κατευθύνσεις, έγιναν περισσότερες αλλαγές γιατί «ευτυχώς», οι πολιτικές ανάγκες άλλαζαν τακτικά.
Τις παραπάνω εκτιμήσεις επικροτεί ο Ν. Αλιβιζάτος που γράφει, ότι η εποχή χαρακτηρίζεται από την επικράτηση της αρχής ότι η σωτηρία της πατρίδας είναι υπεράνω του νόμου και ότι η οριοθέτηση κρίσιμων όρων (εθνική συνείδηση, ελληνοχριστιανικός πολιτισμός κ.λπ.) γινόταν έρμαιο αυθαίρετων ερμηνειών και έδινε συγκεκριμένες κατευθύνσεις και αποκλεισμούς στο εκπαιδευτικό σύστημα [138. Νίκος Αλιβιζάτος, ό.π., σελ. 528 και μετά].
Είναι παραστατικές οι περιγραφές στα αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα του Γιάννη Ατζακά [139. Γιάννης Ατζακάς Διπλωμένα φτερά και Θολός Βυθός εκδ. «Άγρα», 2007 και 2009], που έζησε στις ελληνικές παιδουπόλεις. Πρόκειται για εκπαίδευση, που επιπρόσθετα γινόταν σε ένα στρατοπεδικό περιβάλλον, με την εξύμνηση των Ελληνοχριστιανικών ιδεωδών και της μητέρας όλων των παιδιών, Φρειδερίκης. Ένα παραστατικό απόσπασμα από μεταγενέστερη περιήγηση της μνήμης: «Μιλούσαν για κάτι που έγινε πριν πέντε χρόνια… εμένα από όλα περισσότερη εντύπωση μου έκανε, που κάποιοι δεν είχαν μαχαίρια και έσφαζαν με τα κονσερβοκούτια τους άλλους» [140. Γιάννης Ατζακάς, Θολός βυθός, εκδ. «Αγρα», 2009, σελ. 52]. Επίσης η Τασούλα Βερβενιώτη [141. Τασούλα Βερβενιώτη, Καλλιόπη Μουστάκα..., ό.π., σελ.194], αναφέρεται σε ένα θρησκοληπτικό περιβάλλον, όπου τα παιδιά προσεύχονταν 5-9 φορές την ημέρα.
Και η διαπαιδαγώγηση από την ανάποδη με τις αξίες της στρατηγικής των χωρών του ανατολικού μπλοκ, με τα αντίστοιχα ιδεολογήματα όπως τα έχει καταγράψει και αναδείξει η μελέτη της Μ. Μποντίλα [142. Μαρία Μποντίλα, ό.π., σελ. 21]: «Οι στόχοι της ελληνόφωνης εκπαίδευσης των πολιτικών προσφύγων είναι ρητά δηλωμένοι… και συνοψίζονται στη φράση: σοσιαλιστική και πατριωτική διαπαιδαγώγηση». Σ’ αυτό το κλίμα εντάσσεται το γεγονός, ότι μετά την αποκαθήλωση του Στάλιν αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία ως ακατάλληλα ελληνόγλωσσα βιβλία [143. Α. Ματθαίου- Π. Πολέμη, Η εκδοτική περιπέτεια..., ό.π., σελ. 98-99] που κυκλοφορούσαν στις ανατολικές χώρες, θεωρητικού, λογοτεχνικού περιεχομένου ακόμα και βιβλία παιδαγωγικής ακόμα και σχολικά (!).
Από τη μεριά της λογοτεχνίας τα λέει όλα η στάση του Μανώλη Αναγνωστάκη που είχε δηλώσει, ότι «στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω. Το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή», αν και δεν μπόρεσε αργότερα να αντισταθεί στη σιωπή. Στον αντίποδα της τότε συνειδησιακής επανεκδίδουν τα έργα τους αυτολογοκρινόμενοι.
Ο Κώστας Τσουκαλάς για τα μετεμφυλιακά χρόνια γράφει ότι «..ο ιδεολογικός ζουρλομανδύας λειτούργησε και στις δύο πλευρές …εάν ο αντικομμουνισμός ως πολιτική προοπτική ήταν κοινός συντελεστής όλου του “ελεύθερου κόσμου”, στην Ελλάδα διαπότισε κάθε στοιχείο της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής» [144. Κώστας Τσουκαλάς, Η Ελληνική τραγωδία, εκδ. «Νέα Σύνορα», 1981, σελ.103]. Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η περίοδος που ακολούθησε το 1950 ήταν περίοδος συντηρητισμού και αρνητικού κλίματος για τη διανόηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που αναφέρεται από τον Γ. Θεοτοκά, όπου το 1951, ο Σπύρος Μελάς ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Στοκχόλμη έκανε το παν, για να συκοφαντήσει την υποψηφιότητα του Α. Σικελιανού και του Ν. Καζαντζάκη για το βραβείο Νομπέλ [145. Γιώργος Χουλιαράς. Πολιτισμός και πολιτική-Εμφύλιος πόλεμος και “πολιτιστική ανασυγκρότηση στην Ελλάδα στο Η Ελλάδα” ‘36-’46 Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και συνέχειες επιμ. Χάγκεν Φλάισερ, εκδ. <<Καστανιώτη»7003 (5η έκδοση), σελ.435].
Το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη «Αδελφοφάδες», που αναφέρεται στις δραματικές καταστάσεις του εμφυλίου, που παρέμεινε ημιτελές από το 1949, δημοσιεύθηκε το 1963, αρκετά μετά το θάνατό του [146. Μαρία Νικολοπούλου. Ο Τριακονταετής πόλεμος: Η πεζογραφία με θέμα τον εμφύλιο και η διαχείριση της μνήμης στο πεδίο της αφήγησης (1946-1974) στο Η εποχή της σύγχυσης. Η δεκαετία του ’40 και η ιστοριογραφία, επιμ. Γ. Αντωνίου-Ν. Μαραντζίδης, εκδ, «Εστία». 2008]. Επίσης στο ίδιο κλίμα βρίσκεται η απόλυση της Μέλπως Αξιώτη από την Αγροτική Τράπεζα, μετά την έκδοση του βιβλίου της «Απάντηση σε 5 ερωτήματα» [147. Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη. Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955, εκδ. «Θεμέλιο» 1999].
Η ηγεσία του ΚΚΕ επιζητούσε την ανάπτυξη της βιβλιοπαραγωγής και μέσω αυτής την ενίσχυση της ιδεολογικής του θέσης στον κόσμο των προσφύγων, αλλά και ευρύτερα, εφόσον κάποια βιβλία μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες. Να επισημάνουμε ότι για τους εξόριστους στις ανατολικές χώρες, το κόμμα είναι ο μοναδικός εκδότης βιβλίων και συνεπώς απαιτεί την ευθυγράμμιση των έργων που εκδίδονται με τις πολιτικές του επιλογές. Και όταν οι επιλογές αυτές αλλάζουν, τότε νομιμοποιείται ακόμα να αποσύρει από την κυκλοφορία βιβλία. Η Φούλα Χατζηδάκη, από τις πιο αρμόδιες φωνές του κομματικού εκδοτικού μηχανισμού του ΚΚΕ, το 1953 λέει, ότι το κόμμα «δε ζητάει από το συγγραφέα προκήρυξη, ζητάει τη γραμμή την κομματική, τη μαρξιστική ιδεολογία σα φακό του συγγραφέα, που με τέχνη δίνει ζωντανούς ανθρώπους και γι’ αυτό αντιπροσωπευτικούς της τάξης και της κοινωνίας όπου ζουν και που θέλει ο συγγραφέας» [148. Άννα Ματθαίου -Πόπη Πολέμη, Διαδρομές... ό.π., σελ. 64]. Η ομογάλακτή της Έλλη Αλεξίου την ίδια εποχή στο ίδιο κλίμα γράφει, ότι «ο κομμουνιστής συγγραφέας που θέλει να δώσει δημιουργικό έργο έχει όλο το δικαίωμα και το καθήκον- να ξεσκεπάζει το βούρκο του παλιού κόσμου, να δείχνει τη διάλυση και την κατάπτωση της τάξης που έζησε πια τη ζωή της και υπάρχει ακόμα σαν ζωντανόνεκρος οργανισμός. Να προκαλεί την αηδία για το παλιό καθεστώς» [149. Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη. Διαδρομές..., σελ. ό.π., 133-134].
Για τις δύσκολες συνθήκες εργασίας της συγγραφής, μια από τις λαμπρές εκπροσώπους, η Μέλπω Αξιώτη, γράφει: «Χρέος μου επιτακτικό ήταν να ξαναρχίσω να γράψω λογοτεχνικό βιβλίο -αρκετή είχα καθυστέρηση. Κάθισα και τόγραψα. Μέσα σε κάθε άλλο παρά ευνοϊκές συνθήκες. Μόνο μ’ ένα ραδιόφωνο. Εγώ και το ραδιόφωνο μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Έντυπο από την Ελλάδα: μηδέν. Τη γλώσσα του τόπου δεν την ήξερα, και με τις χώρες που ήξερα τη γλώσσα τους- γαλλικά κι εγγλέζικα- η Ανατολική Γερμανία δεν είχε εμπορικές σχέσεις, και δεν ερχόταν τίποτα» [150. Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη. Διαδρομές..., ό.π., σελ. 122-123]. Επί πλέον «η απόσταση από την Ελλάδα, την ελληνική πραγματικότητα, στην οποία όφειλε να αναφέρεται μια λογοτεχνία στρατευμένη, και, αφετέρου, η απόσταση από την ελληνική γλώσσα, την πρώτη ύλη του δημιουργού, θέτουν προβλήματα δυσεπίλυτα. Λείπουν τα βιβλία, λείπει ο ζωντανός διάλογος, λείπει το βίωμα, εκείνη η “οργανική ενότητα” με το λαό…» [151. Άννα Ματθαίου -Πόπη Πολέμη, Διαδρομές.. ,σελ. ό.π σελ. 253].
Το 1961 η Έλλη Αλεξίου σε έναν απολογισμό της γράφει: «Γιατί εμείς βρεθήκαμε στις λαϊκές δημοκρατίες, σα να πέσαμε από τον ουρανό. Σε έναν κόσμο που μη έχοντας καμιά σχέση με τη λογοτεχνία μας… κι όλα γίνονταν σ’ ό,τι αφορά τις εκδόσεις πολύ βασανιστικά. Πολύ εξευτελιστικά… κι άρχιζαν τα “διόρθωσε”, “αφαίρεσε”, “ξανάγραψε”… κι από ανθρώπους ανίδεους [152. Άννα Ματθαίου -Πόπη Πολέμη, Διαδρομές...σελ. ό.π., σελ. 267]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο της Μ. Αξιώτη, «Σύντροφοι Καλημέρα», που προκειμένου να φτάσει στο τυπογραφείο, μετά από αλλεπάλληλες κριτικές, υποχρεώνεται η συγγραφέας να διορθώσει περισσότερα από 30 «εμπράγματα» και «πολιτικά» σφάλματα» [153. Άννα Ματθαίου -Πόπη Πολέμη, Διαδρομές...σελ. ό.π., σελ. 68 και μετά].
Είναι ευνόητο ότι κάτω από αυτές τις γραφειοκρατικές συνθήκες, υπό τη στενή εποπτεία του κομματικού μηχανισμού, η βιβλιοπαραγωγή γινόταν μια χρονοβόρα διαδικασία μέσα σε ασφυκτικό κλοιό, όπου η κριτική πλανιόταν παντού. Επίσης πρέπει να συνυπολογισθεί το γεγονός, ότι ήταν περιορισμένες οι διαθεσιμότητες ανθρώπινου δυναμικού (τεχνικοί, διορθωτές κλπ.), ικανού να υπηρετήσει εκδοτικές προσπάθειες, ιδίως τα πρώτα χρόνια. Γι αυτό και είναι λίγα τα βιβλία που εκδόθηκαν στο εξωτερικό. Η λέξη λογοκρισία δεν ακούγεται πουθενά και ποτέ. Άλλωστε ήταν περιττό σε τέτοιο οργουελικό κλίμα να ασχολείται κανένας με εννοιολογήσεις. Διαμορφώθηκαν έτσι οι όροι, ώστε μια βαριά αόρατη σκιά να επιβάλλει καταναγκασμό αυτολογοκρισίας, χωρίς και πάλι να ομολογείται. Παρ’ όλα αυτά, η διάθεση συγγραφής υπήρχε. Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε, ότι συναντώνται οι εφαρμοζόμενες τακτικές των ηγεσιών, τόσο της Αθήνας όσο και του ΚΚΕ στην ανατολική Ευρώπη, με τελικό αποτέλεσμα την ενοχοποίηση του βιβλίου.
Δεν είναι δύσκολη υπόθεση η κατανόηση, ότι παρόμοιους κορσέδες είχαν φορέσει στα υπόλοιπα έντυπα (εφημερίδες και περιοδικά). Η μονοπώληση της ραδιοφωνικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας είναι προνόμιο και των δυο αντίστοιχων καθεστώτων. Επιπλέον η Ελλάδα είναι η μοναδική δημοκρατική χώρα, που οι ένοπλες δυνάμεις έχουν την ευθύνη μέσων ακόμα και τηλεοπτικών μέχρι το 1974.
Ο κινηματογράφος, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, μετατρέπεται επιταχυνόμενα σε λαϊκό θέαμα, όπως αργότερα συμβαίνει με την τηλεόραση. Αναφέρεται [154. Γιώργος Χουλιάρας, ό.π., σελ. 434], ότι την περίοδο 1947-1948 και 1948-1949 ο αριθμός των εισιτηρίων στις κινηματογραφικές αίθουσες της Αττικής υπερτριπλασιάστηκε σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Λόγω αυτής της αυξανόμενης προσέλευσης η προληπτική λογοκρισία λειτούργησε σχεδόν μέχρι το 1974, με τις σχετικές διακυμάνσεις, ανάλογες των πολιτικών συσχετισμών και εντάσεων. Ήταν ένα από τα μεγάλα θύματα της εποχής. Το προϊόν που παράγει είναι αποτέλεσμα συλλογικών προσπαθειών, επένδυσης σημαντικών κεφαλαίων και κάθε λάθος επιλογής θέματος μπορεί να επιφέρει την καλλιτεχνική εξαφάνιση και δημιουργών και την οικονομική καταστροφή των επενδυτών. Ακόμα και η έμμεση αναφορά σε «επικίνδυνα» θέματα, όπως ο εμφύλιος (από την οπτική των ηττημένων) ήταν παρακινδυνευμένη. Το σενάριο, για να είναι συμβατό με την λογοκρισία, πρέπει να εξυπηρετεί το στόχο της εξουσίας, που είναι η απαξία του αντιπάλου και η ανάδειξη των ιδεολογικών παραμέτρων των νικητών. Γι’ αυτό η σιωπή των αντικειμενικών κινηματογραφικών συντελεστών ή των προσκείμενων φιλικά με την πλευρά των ηττημένων καλλιτεχνών υπήρξε η μονοδιάστατη επιλογή της επιβίωσης. Κάθε σκέψη για παραπάνω ήταν περιττή. Μοναδική εξαίρεση υπήρξε η ταινία «Παράνομοι» [155. Λάμπρος Φλιτούρης. Ο εμφύλιος στο “σελιλόιντ” στο Μνήμες και λήθη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, επιμ. Ρ. Μπούσχοτεν, Τ. Βερβενιώτη, Ε. Βουτυρά, Β. Δαλβακούρης, Κ Μπάδα, εκδ. «Επίκεντρο ΑΕ», 2008, σελ.391] (1958) του Νίκου Κούνδουρου που το ψαλίδι της λογοκρισίας την μετέτρεψε σε περιπέτεια.
Η ταινία «Μπλόκο» [156. Τάσσος Κωστόπουλος. Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα τάγματα ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, εκδ. «Φιλίστωρ», 2005, σελ.88], του 1965, εποχή που κυβερνούσε η Ένωση Κέντρου, του Άδωνη Κύρου προβλήθηκε κατακρεουργημένη, παρά το γεγονός ότι η ταινία αναφέρεται στην κατοχική περίοδο, όπου κυριαρχούσε η ομοψυχία κατά των κατακτητών και όχι στην εμφυλιακή περίοδο για την οποία δεν γίνεται αναφορά.
Οι δημιουργοί πολλές φορές έμμεσα και υπαινικτικά προσπαθούν να προβάλουν τη ζωή της «προσφυγικής γειτονιάς, τη φτώχεια, την υποβάθμιση, την ανεργία, την οικιστική απομόνωση (παραγκουπόλεις), την αδυναμία προσωπικής ανέλιξης» [157. Αγγελική Μυλωνάκη. Το "δημόσιο βλέμμα” στον ελληνικό κινηματογράφο, περιοδικό «Τα Ιστορικά», τεύχος 45 Δεκέμβριος 2006, σελ. 431 και μετά], τις πολιτικές διακρίσεις.
Σε μικρότερη έκταση το ίδιο ισχύει για το θέατρο, λόγω της μικρότερης απήχησης που έχει στο κοινό ως θέαμα, αλλά και των λιτότερων τεχνικών και οικονομικών μέσων για την δημιουργία και προβολή ενός έργου. Εδώ η «πονηριά» των θεατρικών συντελεστών επειδή δεν διακινδύνευε ρεπερτόρια της εποχής, που μπορούσαν να θεωρηθούν επιλήψιμα, κατέφευγε συχνά στο ανέβασμα αρχαίων τραγωδιών και κωμωδιών. Ήταν έργα και συγγραφείς που δεν θα μπορούσαν να κατηγορηθούν ότι εντάσσονται στην κομμουνιστική προπαγάνδα. Οι μεταφράσεις αυτών και οι λοιποί συντελεστές των έργων ήταν προσαρμοσμένες στη δίψα του κοινού για να εκφραστεί και εκτονωθεί. Το μικρότερο αλλά πιο απαιτητικό κοινό των θεατρικών παραστάσεων ήθελε έστω μια μικρή χαραμάδα ελπίδας για να εκδηλώσει ελευθεριακά αισθήματα ή ακόμα και να εκραγεί. Έτσι στο άκουσμα κάποιων «μη ύποπτων» για σήμερα λέξεων, όπως δημοκρατία, ελευθερία, ηθικοί κανόνες, ανεξαρτησία κλπ., με τη συνοδεία σκηνοθετικής, μουσικής κινητικής έκφρασης και φωτισμού, δημιουργείτο το κατάλληλο κλίμα για να ξεσηκώνονται οι θεατές.
Την ίδια περίπου εποχή με την περιπέτεια της ταινίας του Κούνδουρου δεν είναι παράδοξο που απαγορεύτηκε η παράσταση του έργου του Αριστοφάνη «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν, που διέσυρε διεθνώς τη χώρα. Ευτυχώς από αυτό το έργο διασώθηκε η μουσική του, του Μάνου Χατζιδάκι, τεκμήριο του κλίματος. Του κλίματος της εποχής που δεν θεωρούσε ύποπτους μόνο τους ανθρώπους, αλλά και καταξιωμένες έννοιες του 4ου και 5ου π.χ. αιώνα. Ακόμα και το Αρχαιολογικό Μουσείο μετατράπηκε σε φυλακή [158. Δημήτρης Σέρβος, ό.π., σελ. 128].

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog