Αρχεία για τον μήνα Μάρτιος, 2019

ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ – ΜΕΡΟΣ 13ο

Πέμπτη, Μάρτιος 21st, 2019

Λίγα λόγια για τη Μακεδονία (… μας … τους … των Βαλκανίων … του κόσμου … του πόνου … της αδικίας … της εκμετάλλευσης … των συμφερόντων και των δολοπλοκιών).

Για τον Παληοτάκη
Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

13. ΤΟ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ

Το προκλητικό γεγονός που δείχνει ανάγλυφα τη γενική αναλγησία [109. Lars Baerentzen, όπ.,. σελ. 163], είναι ότι κατά τη διάρκεια όλων αυτών των απίστευτων διεργασιών και δολοπλοκιών, μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών, δεν προσέχθηκε ή αγνοήθηκε η διαφορά μεταξύ σλαβόφωνων και ελληνόφωνων παιδιών, που δεν αναφέρεται πουθενά. Η διερευνητική βαλκανική επιτροπή του OHE (UNSCOB) στην έκθεσή της αναφέρεται μόνο στα ελληνόπουλα. Η αποσιώπηση είναι προφανής. Φυσικά η έκθεση συντάχθηκε από την πλειοψηφία της επιτροπής αυτής που την είχαν οι δυτικοί, απηχούσαν τις ελληνικές απόψεις και τόνιζαν τις συνέπειες της γιουγκοσλαβικής μοναχικής πολιτικής, που με επαμφοτερίζουσες συμμαχίες προσπαθούσε να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες των μεγάλων δυνάμεων.
Η ελληνική κυβέρνηση τόνιζε πάντα την ελληνικότητα όλων των παιδιών αποσιωπώντας ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν και σλαβόφωνα παιδιά, που, όπως είδαμε παραπάνω, οι γονείς τους ζούσαν στην Ελλάδα. Επίσης το ΚΚΕ, αλλά και οι χώρες του ανατολικού μπλοκ, μιλούσαν μόνο για ελληνόπουλα. Πρόκειται για μία ακόμα πτυχή της διένεξης του ανατολικού μπλοκ με την Γιουγκοσλαβία, που διεκδικούσε τότε τη νότια επέκταση μιας εκ των συνιστωσών της. Της Δημοκρατίας της Μακεδονίας ή αλλιώς της Μακεδονίας του Αιγαίου. Ένα πρόβλημα που θα εμπλακεί ακόμα και στην εκπαίδευση των παιδιών, όπως θα δούμε παρακάτω. Επιπλέον ήταν μια συνωμοσία σιωπής ενάντια σε μια μικρή και αμελητέα μειονοτική ομάδα μιας χώρας, που αιωρούνταν μεταξύ ανατολής και δύσης.
Το επιμύθιο μέχρι σήμερα έχει ως εξής: α) Όλα τα παιδιά που ζούσαν στην προσφυγιά μπορούσαν να επιστρέψουν, ενήλικες πλέον, στην Ελλάδα μετά το νόμο 1285 του 1982. Η υπουργική απόφαση με αριθμό 106841 της 29/12/1982, προέβλεπε τον ελεύθερο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων, αλλά μόνο αυτών που έχουν Ελληνικό γένος. Εξαιρούσε εύσχημα αυτούς που αυτοπροσδιορίζονταν ως σλαβομακεδόνες. Αρκετοί απ’ αυτούς, που δεν ήταν Έλληνες στο γένος στην περίοδο της κατοχής, πολέμησαν ενάντια στις δυνάμεις του άξονα, ως Έλληνες μακεδόνες στη χώρα που ζούσαν. Μάλιστα η πρώτη γυναίκα, η νεαρή δασκάλα από τη Νάουσα Μίρκα Γκίνοβα (Γκίνη Ειρήνη) [110. Αγγέλικα Ψαρρά. Η ιστορία ως μαρτυρολόγιο, περιοδικό «Αρχειοτάξιο», τεύχ. 9 Μάιος, 2007, σελ.170. Μαρτυρία για τη σύλληψη της Γκίνη στο Μαργαρίτα Λαζαρίδου, ό.π., σελ.156- 158], που εκτελέστηκε με απόφαση στρατοδικείου ήταν Μακεδόνισσα. Καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με άλλους έξι άνδρες, μέλη του ΚΚΕ και εκτελέστηκαν στις 26 Ιουλίου 1946 στα Γιαννιτσά. Το 1980 στήθηκε προτομή της στα Σκόπια [111. Κυριακή Κλοκίτη. Πιάσανε τη Μίρκα, εφημερίδα «Η Εποχή» 2/11/2008, σελ. 20, όπου αναφέρεται στην απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για μετονομασία ενός δρόμου σε Ειρήνη Γκίνη, ακυρώθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών και σε συνέχεια, μετά από απειλές ντόπιων μακεδόνων, μελών του ΠΑΣΟΚ, ότι θα αποχωρήσουν απ’ το κόμμα, επικυρώθηκε η απόφαση], όπου την τιμούν ως ηρωίδα της αντίστασης του Σερβικού λαού ενάντια στους φασίστες. Η ειρωνεία είναι ότι αυτή που πολέμησε στην Ελλάδα τις δυνάμεις κατοχής, δυο χρόνια μετά την απελευθέρωση, η χώρα για την οποία πολέμησε την καταδικάζει ως προδότρια και μέλος του ΚΚΕ και εκτελείται. Από την άλλη πλευρά, η δράση της και η ίδια γίνεται αντικείμενο οικειοποίησης από μια άλλη χώρα.
β) Και θλιβερό: Τα παιδιά της σλαβομακεδονικής Ελληνικής μειονότητας που οι γονείς τους είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία κυρίως (στη Δημοκρατία της Μακεδονίας ή του Αιγαίου, όπως εναλλακτικά την ονόμαζαν τότε) ή αλλού, δεν μπορούν να έρθουν ούτε ως τουρίστες στην Ελλάδα. Διότι προσχηματικά οι τότε φυγάδες αντάρτες γονείς τους είχαν χάσει την Ελληνική ιθαγένεια, που ποτέ δυνητικά δεν τους αποδόθηκε, ενώ δεσμεύτηκαν και οι περιουσίες τους [112. Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της Ελληνικής εμπειρίας, εκδ. «Θεμέλιο», 1983, σελ. 487 και μετά]. Αμαρτίες γονέων δεκάδες χρόνια μετά! Αυτή ήταν μια βίαιη αλλά αναίμακτη εθνοκάθαρση μιας μικρής μειονοτικής ομάδας. Τα απλόχερα ανθρωπιστικά αισθήματα ποτέ δεν άγγιξαν αυτή την ομάδα! Υπολογίζεται ότι τη δεκαετία του 1940 συνολικά έφυγαν 102.000 εκ των οποίων οι 78.000 κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Η φυγή αυτή αποσυνδέεται με τα πολιτικά φρονήματα.
Μετά τη λήξη του εμφυλίου, στους εναπομείναντες σλαβομακεδόνες στην Ελλάδα «επιβλήθηκαν άμεσα, βίαια μέτρα, που συνοδεύτηκαν από μέσα αστυνομικής καταστολής (απαγόρευση χρήσης της γλώσσας τους ακόμα και μέσα στο σπίτι, μαζικές ορκωμοσίες. Να σημειώσουμε ότι δεν ήταν κομμουνιστές. Ορισμένα χωριά δεν ξαναμίλησαν ποτέ τη γλώσσα τους [113. Σταμάτης Μπέης, Όψεις γλωσσικού ηγεμονισμού στο Μειονότητες στην Ελλάδα, εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 2004, σελ. 330]. Κατάληξη ήταν η ενσωμάτωση.
Να σημειώσουμε ότι οι γιουγκοσλαβικές αρχές από την πρώτη στιγμή με δελεαστικές παροχές (στέγαση, εργασία, σχολεία, υποτροφίες, πολιτισμός) προσπάθησαν να αφομοιώσουν [114. Keith Brown, Τα παιδιά-παππούδες της Μακεδονίας: Διεθνικές πολιτικές μνήμης, εξορίας και επιστροφής, 1948-1998, στο Πρόσφυγες στα Βαλκάνια. Μνήμη και ενσωμάτωση, επιμ. Β.Γούναρης-Ι. Μιχαηλίδης, εκδ. Πατάκη 2004, σελ. 67] τον σλαβόφωνο αυτόν πληθυσμό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, στα μέσα του 1952, περίπου 6.000 άτομα είχαν αποκτήσει την γιουγκοσλαβική υπηκοότητα, ενώ 3.000 είχαν γνωστοποιήσει στο ελληνικό προξενείο των Σκοπίων την πρόθεση επαναπατρισμού [115. Keith Brown, ό.π., σελ. 67] στην Ελλάδα. Το σύνολο αυτής της κατηγορίας πληθυσμού ήταν περίπου 40.000 άτομα [116. Ευάγγελος Κωφός, Εθνική κληρονομιά και ταυτότητα στη Μακεδονία του 19ου και του 20ου αιώνα, στο Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, επιμ. Θ. Βερέμης, Π. Κιτρομιλίδης, Ε. Κωφός, Α. Κιτρόεφ, εκδ. «Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης», 2003 σελ.255. Ο Τίτο τα υπολογίζει σε 35.000. Βλέπε Ιάκωβος Μιχαηλίδης «Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις 1947-1949», εκδ. Πατάκη 2007, σελ. 209] (ο Τίτο [117. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις 1947-1949, εκδ. «Πατάκη, 2007, σελ. 209] τα υπολογίζει σε 35.000) και ο επαναπατρισμός τους δεν έγινε ποτέ.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ – ΜΕΡΟΣ 12ο

Δευτέρα, Μάρτιος 4th, 2019

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η σημερινή ανάρτηση, κατά τη γνώμη μας. Και είναι ενδιαφέρουσα γιατί, μέσα από τις πηγές και τα συμπεράσματα του συντάκτη, επιβεβαιώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο πως τα παιδιά υπήρξαν θύματα διπλωματικών και πολιτικών πιέσεων μεταξύ των Δυνάμεων της εποχής και των συμφερόντων που διακυβεύονταν στην περιοχή.
Το τμήμα αυτό παρακίνησε κι εμάς να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και από μόνοι μας τη σχετική βιβλιογραφία, προκειμένου να γνωρίσουμε καλύτερα το παρόν της Ελλάδας και των Βαλκανίων, να είμαστε πληρέστερα ενημερωμένοι και να καταλάβουμε τα παιχνίδια που εξακολουθούν να παίζονται στις πλάτες των σύγχρονων Ελλήνων.

Για τον Παληοτάκη
Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

12. ΜΕΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Οι Γιουγκοσλάβοι, μετά τη ρήξη Στάλιν-Τίτο, που επέφερε την οικονομική απομόνωση της χώρας τους από το ανατολικό μπλοκ, έπρεπε να αναζητήσουν συμμάχους. Το 1948 οι εισαγωγές της Γιουγκοσλαβίας από τις υπόλοιπες ανατολικές χώρες αντιστοιχούσαν στο 47% του συνόλου των εισαγωγών της, ενώ το 1949 έπεσαν στο 14% και το 1950 μηδενίστηκαν [98. Γεώργιος Χρηστίδης, Τα κομμουνιστικά Βαλκάνια, εκδ. «Βάνιας», σελ. 117. Ο ίδιος γράφει (σελ. 86), ότι οι αμυντικές δαπάνες μεταξύ 1948 και 1950 αυξήθηκαν από 9,4% στο 16,7 του ΑΕΠ και ότι η δύναμη του στρατού από 400.000 το 1947, έφτασε τις 600 000 το 1951]. Ήταν τώρα απαραίτητα τα διπλωματικά ανοίγματα προς τη Δύση, που οδηγούσαν στην επείγουσα προτεραιότητα της στήριξης και ανόρθωσης της κατεστραμμένης οικονομίας τους.
Η καλή θέληση για την επιστροφή των παιδιών ήταν η χρυσή ευκαιρία. Ήταν η εποχή της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, που όλες οι χώρες είχαν ανάγκη από δάνεια, αλλά και του ψυχρού πολέμου, που κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει πού και πώς θα δημιουργηθούν νέες θερμές εστίες, πράγμα που ενίσχυε την ανάγκη των απαραίτητων διπλωματικών ανοιγμάτων.
Στην εκδήλωση της «ημέρας εθνικού πένθους» για τη διεκδίκηση της επιστροφής των παιδιών που έγινε στη Ν. Υόρκη [99. Milan Ristovic 2008, σελ. 175-176], οι διαμαρτυρόμενοι ελληνοαμερικάνοι υπέβαλαν την ερώτηση, που εμπεριείχε έντονη αποδοκιμασία, γιατί η κυβέρνησή τους δίνει δάνεια στη Γιουγκοσλαβία, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση την επιστροφή των παιδιών.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 άνοιξαν οι κρουνοί των δυτικών δανείων και λοιπής βοήθειας σε τρόφιμα, αγροτικά είδη και ακολούθησε η στρατιωτική βοήθεια, προς την «αποστάτισσα» της ανατολής» [100. Γεώργιος Χρηστίδης, ό.π., σελ. 118., ο οποίος υπολογίζει, ότι η αμερικανική βοήθεια το έτος 1951 και 1952 έφτασε τα 200 εκατ. δολάρια, πλέον της απροσδιόριστης στρατιωτικής βοήθειας, που ξεκίνησε το 1950. Ο ίδιος επικαλούμενος άλλη πηγή υπολογίζει ότι η στρατιωτική βοήθεια προς την Γιουγκοσλαβία την περίοδο 1952-53 έφτασε τα 296 εκ. δολάρια. Ο Γιώργος Σταθάκης, Το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ. Η ιστορία της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, εκδ. «Βιβλιόραμα», 2004, σελ. 376, υπολογίζει ότι η βοήθεια στην Ελλάδα για το ’51-’52, έφτασε τα 180 εκατ. δολάρια. Το αναφέρουμε ως συγκριτικό στοιχείο, γιατί τα εθνικά νομίσματα υποχωρούσαν διαρκώς έναντι του δολαρίου]. Ο μόνος και αδιαπραγμάτευτος όρος που έθεταν οι ΗΠΑ για παροχή βοήθειας [101. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις την περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου (1947-1949), εκδ. «Πατάκη», 2007, σελ. 187 και μετά. Ο ίδιος υπολογίζει, ότι το σύνολο της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας μεταξύ 1949 και 1955 ανήλθε στο μεγάλο ποσό των 1.200 εκατομμυρίων δολαρίων] και η Ελλάδα για την εξομάλυνση και αποκατάσταση των σχέσεων, ήταν «η πλήρης εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας διακοπή πάσης βοήθειας προς τους υπό την κομμουνιστικήν ηγεσίαν έλληνας συμμορίτας». Ποιος νοιαζόταν για τα παιδιά! Έτσι, μετά την έμπρακτη συμμόρφωση της Γιουγκοσλαβίας, η οποία διαβεβαίωνε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δανείων θα χρησιμοποιούνταν για καταναλωτικούς σκοπούς και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου [102. Elisabeth Barker, Η Γιουγκοσλαβική πολιτική προς την Ελλάδα 1947-1949, στο Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο 1945-1949, επιμ. Lars Baerentzen, Γιάννης Ιατρίδης, Ole Smith εκδ «Ολκός», 2002, σελ. 315], άνοιγε ο δρόμος. Άρχισε η σταδιακή βελτίωση των διπλωματικών σχέσεών της με τον δυτικό κόσμο και την Ελλάδα, παρά τις αρνητικές και πυροδοτούμενες από ακροδεξιές οργανώσεις αντιδράσεις.
Στις 25 Νοεμβρίου 1950 στα Ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, σε πανηγυρικό κλίμα, έγινε η παράδοση 21 παιδιών από την Γιουγκοσλαβία. Μετά τη διακοπή βοήθειας από τη Γιουγκοσλαβία προς τους αντάρτες, όπως αποκαλύπτει η Ειρήνη Λαγάνη [103. Ειρήνη Λαγάνη, 1995, σελ. 117] από διπλωματικά έγγραφα του Νοεμβρίου 1951, η ελληνική κυβέρνηση άλλαξε στάση και έπαψε να ανακινεί το θέμα της επιστροφής των παιδιών των σλαβομακεδόνων, διότι ήθελε να αποπέμψει το σύνολο αυτής της μειονότητας, πράγμα που τότε ακόμα και ο δοτός πρωθυπουργός Ν. Πλαστήρας αγνοούσε. Ήταν μια κίνηση κατευνασμού των εξτρεμιστικών ακροδεξιών δυνάμεων, με ταυτόχρονη επιδίωξη να ανακόψει τις επεκτατικές ορέξεις της γειτονικής χώρας, η οποία ήθελε να κατοχυρώσει την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα [104. Σωτήρης Βαλντέν, Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία. Γέννηση και εξέλιξη μιας κρίσης και οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια 1961-1962, εκδ. «Θεμέλιο», 1991, σελ. 48]. Ένα ακόμα επιπρόσθετο στοιχείο, ότι τα παιδιά χρησιμοποιήθηκαν για άλλους σκοπούς.
Ο πρώτος (και οι επόμενοι) επαναπατρισμός προκάλεσε την άμεση και έντονη αντίδραση του ΚΚΕ, με την κατηγορία ότι η παράδοση αυτή είναι «αποτρόπαιο έγκλημα με εμπνευστή τον Τίτο, που πέρασε στο στρατόπεδο των ιμπεριαλιστών… έγινε φίλος και σύμμαχος των Ελλήνων μοναρχοφασιστών… που ξεπερνά και τον Χίτλερ…». Όπως αναφέρει ο Μ. Ristovic [105. Milan Ristovic 2008, σελ. 218], ο Γιουγκοσλάβος Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη σε έκθεσή του εκτιμάει ότι οι Ελληνικές αρχές δυσανασχετούσαν και δεν φαίνονταν πολύ ευχαριστημένες για την εξέλιξη αυτή. Η παράδοση παιδιών συνεχίστηκε, όπως επίσης η επιδείνωση των σχέσεων της Γιουγκοσλαβίας όχι μόνο με το ΚΚΕ, αλλά και τις άλλες ανατολικές χώρες. Οι παραδόσεις παιδιών στην Ελλάδα συνεχίστηκαν μέχρι το 1954 που ήταν και η τελευταία (54 παιδιά). Στο διάστημα αυτό παραδόθηκαν μερικά παιδιά που οι γονείς τους είχαν μεταναστεύσει στην Αυστραλία και τον Καναδά. Ήταν κι αυτή μια κίνηση που άνοιγε διπλωματικούς δρόμους.
Στο μεταξύ οι Γιουγκοσλάβοι ζητούσαν την επιστροφή των παιδιών που οι γονείς τους ζούσαν στην Γιουγκοσλαβία και τα παιδιά τους στις ανατολικές χώρες. Αντίστροφα έπρατταν οι γονείς που ζούσαν στις ανατολικές χώρες και είχαν παιδιά στη Γιουγκοσλαβία, με σφοδρούς αμοιβαίους διαξιφισμούς. Δηλαδή όλες οι χώρες κατακρατούσαν παιδιά, ως εμπόρευμα ή ανταλλακτικό ή διαπραγματευτικό μέσο, ενόσω οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν τεταμένες.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στάλιν, το 1954, άρχισαν να λιώνουν οι πάγοι στις σχέσεις μεταξύ της Σ. Ένωσης, των φιλικών της κρατών (άρα και του ΚΚΕ) και της Γιουγκοσλαβίας. Οι προσχηματικές οξύνσεις αρχίζουν να εξασθενούν. Έτσι μεταξύ Μαρτίου 1955 και μέχρι το τέλος 1958 έγιναν οι ανταλλαγές παιδιών μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και αυτών που ζούσαν στις ανατολικές χώρες. Επίσης, μέχρι το 1954, με τη μεσολάβηση του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού, επέστρεψαν από τις λοιπές ανατολικές χώρες στην Ελλάδα περίπου 5.000 παιδιά και παρέμειναν περίπου 18-20.000 [106. Γιώργος Γκαγκούλιας, ό.π., σελ. 78]. Άρα καταλυτικός παράγοντας για τη μερική επιστροφή των παιδιών ήταν το νέο διαμορφούμενο παγκόσμιο status, στις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ήταν τα εγκαίνια της λεγόμενης εποχής ειρηνικής συνύπαρξης.
Με το τέλος του εμφυλίου, η ηγεσία του «Εράνου», αποφάσισε την επιστροφή των παιδιών στα σπίτια τους. Εξαίρεση αποτέλεσε η κατηγορία των ορφανών και από τους δύο γονείς ή «των προς τούτοις εξομοιουμένων (παιδιά με γονείς συμμορίτας ή καταδίκους ή εν εξορία)». Όπως λέει η Τ. Βερβενιώτη [107. Τασούλα Βερβενιώτη, Καλλιόπη  Μουστάκα: Αρχηγός παιδούπολης “Αγίας Σοφίας” Βόλου, περιοδικό «Αρχειοτάξιο» τεύχος 10, Ιούνιος,-2008] «το σκεπτικό με βάση το οποίο προσφερόταν η “προστασία”, του “εράνου” ή σε όλα τα ορφανά (πραγματικά ή μη), ήταν ότι ως “Ελληνόπαιδες” αποτελούσαν “Εθνικό κεφάλαιο” και γι’ αυτό δεν έπρεπε να εγκαταλειφθούν “εις την επίδρασιν των αντεθνικών διδαγμάτων”». Ουσιαστικά εξομοιώνονται οι φυλακισμένοι, οι πρόσφυγες και οι εξόριστοι με νεκρούς και κρατούνται παρά τη θέληση των οικογενειών τους τα παιδιά για «εθνική διαπαιδαγώγηση.
Με την πάροδο του χρόνου παραμονής, που τα παιδιά μεγάλωναν και άρχισαν να αποκτούν γνώση και συνείδηση της κατάστασής τους, αρχίζουν να εμφανίζονται προβλήματα που πονοκεφαλιάζουν τις κυβερνητικές στρατηγικές. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται το περιστατικό [108. Milan Ristovic, σελ. 134] μιας «στασιαστικής ομάδας», ηλικίας 15-19 ετών, που διαδραματίστηκε τον Φεβρουάριο του 1951, στο Curug της Γιουγκοσλαβίας, όπου τα 12 μεταξύ των 70, ήθελαν να επιστρέψουν στους γονείς τους, ενώ τα υπόλοιπα ήθελαν να πάνε στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog