Το blog των Λαμπράκηδων

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ – ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ιούλιος 15th, 2018

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται κι αυτό από την έκδοση του θεατρικού έργου του “ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ“. Ο Μίκης το ονομάζει “ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ“. Και αποδεικνύεται – μέσα από τα γραφόμενα – πως πρόκειται για τον ίδιο Μίκη που τόσα χρόνια ξέραμε. Εμείς τον γνωρίσαμε σε αρκετά ώριμη πια ηλικία. Αλλά και τότε – το 1962, σε ηλικία έντονης δράσης, σε χρόνια νεανικά – αναδεικνύεται η ίδια αγωνία, η ίδια ώριμη σκέψη, που παλεύει για την Ενότητα και τη Συμφιλίωση του Λαού και των πολιτικών δυνάμεων που τον εκπροσωπούν. Βλέπει τα άλλα κράτη να μπαίνουν σε πορεία αναγέννησης κι εμείς να κινδυνεύουμε να μείνουμε ουραγοί.
Και, δυστυχώς, επιβεβαιώθηκε, όπως και η Κασσάνδρα!
Αυτή την ανοικτή επιστολή αφιερώνουμε και σήμερα στους νέους – αλλά και στους λιγότερο νέους – της πατρίδας μας. Γιατί, ίσως, οι λιγότερο νέοι είναι αυτοί που νοιώθουν ακόμη τις πληγές να πυορροούν. Και, το χειρότερο, μεταφέρουν αυτήν την αντιπαλότητα στις νέες γενιές, που ευτυχώς δεν είχαν τις ίδιες οδυνηρές εμπειρίες. Το αποτέλεσμα: το κλίμα διχασμού αναβιώνει χωρίς ρίζες πια, με συνθήματα, με λάσπη, με κατατρομοκράτηση, με διαστρέβλωση των ιδεών, με κούφιο μίσος χωρίς επιχειρήματα!

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

15 Οκτωβρίου 1962. Ημέρα της πρεμιέρας του έργου στο θέατρο «ΚΑΛΟΥΤΑ»

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ

Η πιο στέρεη ελπίδα της νεολαίας μας είναι οι αγώνες της γενιάς μας. Αυτούς πρέπει να γνωρίσει καλά για να εμψυχωθεί, να αμυνθεί, ν’ αγωνιστεί, ν’ αντέξει και τέλος να νικήσει.
Μέσα στη βαθειά, στη σωστή και ολοκληρωμένη γνώση του παρελθόντος, της ιστορίας μας, βρίσκεται το αληθινό μέλλον της νεολαίας μας.
Κι αυτή την ιστορία, στην πιο βίαιη, στην πιο υψηλή της στιγμή, την πλάσαμε εμείς, η ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ.
Είμαστε περήφανοι γι’ αυτήν!
Κι αν η καρδιά μας βρίσκεται αδιάκοπα κοντά στους σκοτωμένους φίλους, στους ΝΕΚΡΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ, είναι για να βοηθάει τη σκέψη μας να μένει υψηλή και αδάμαστη πάνω από τα προκεχωρημένα ορόσημα του ανθρωπισμού, που χάραξαν με το θάνατό τους.
Και μια σπιθαμή πιο πίσω, θα ‘ταν προδοσία.

1. Οκτωβρίου 1962. ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ.
Τυπώθηκε σε χιλιάδες αντίτυπα και μοιράστηκε στις Συνοικίες και στα Σωματεία

Αγαπητέ φίλε,
Τώρα που ανέβηκε πια «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ» μπορώ νομίζω να πω ότι ο στόχος μου ήταν κατ’ αρχήν πολιτικός.
Σε στιγμές τόσο κρίσιμες για το έθνος και το λαό, πιστεύω πως ο ζωντανός καλλιτέχνης πρέπει να καταπιάνεται με έργα και με ενέργειες που θα βοηθήσουν άμεσα για να λυθεί η κρίση, για να βρεθεί διέξοδος.
Πιστεύω πως ο μοναδικός δρόμος για να κερδίσουμε τη μάχη μπροστά στην ιστορία και στον πολιτισμό είναι, αυτή τη στιγμή, η αληθινή ΕΝΟΤΗΤΑ.
Όχι ενότητα συμβατική, σκόπιμη, ενότητα τακτική. Αλλά ενότητα ουσιαστική όλων των Ελλήνων.
Ανήκω στην προοδευτική παράταξη. Σήκωσα τα βάρη του διχασμού. Όμως είμαι έτοιμος να δώσω το χέρι και να ξεχάσω για πάντα τα μαρτύρια και τις εξορίες, αν πρόκειται να συμφωνήσουμε γύρω από ένα πλατύ πρόγραμμα που θα εξασφαλίζει την αναγέννηση της πατρίδας.
Ξέρω ακόμα πως αν αυτή τη στιγμή δεν βρεθεί ο τρόπος για να γίνει αυτή η ενότητα πραγματικότητα, μας περιμένουν καινούργιες σκληρές δοκιμασίες που θα καθυστερήσουν σε βαθμό επικίνδυνο την παρουσία του έθνους μας ανάμεσα στη μεγάλη οικογένεια των λαών της γης, καθώς ο ένας μετά τον άλλο μπαίνουν στο δρόμο της δημιουργικής αναγέννησης.
Ως πότε θα ‘μαστε ουραγοί;
Έτσι, για να πετύχω αυτή την εθνική αφύπνιση, μεταχειρίζομαι μέσα στο έργο μου τρόπους οξείς – αλήθειες πικρές – και μεθόδους καυτερές. Που σοκάρουν. Όχι το μεγάλο κοινό, όπως έδειξε η πείρα. Αλλά λίγους: «Ειδικούς»!
Δεν είπα ψέματα, ούτε προσπάθησα να ξεγελάσω κανένα.
Πήρα την πεμπτουσία, τους αρμούς της ζωής που ζήσαμε. Έδειξα το πρόσωπο της ιστορίας που πλάσαμε και που όλοι μας, λίγο ως πολύ, είμαστε υπεύθυνοι, δίχως ψιμύθια και εξωραϊσμούς.
Γιατί στο βάθος πιστεύω στην ίδια τη ζωή. Έχω εμπιστοσύνη απέραντη. Γνωρίζω πως είμαι μαζί της. Πως την υπηρετώ. Κι ακόμα πιστεύω πως η ζωή δίνει τη νίκη σ’ αυτούς που την υπηρετούν και την πιστεύουν. Που γίνονται συνειδητά της όργανα. Είτε είναι άτομα. Είτε είναι κόμματα. Είτε είναι λαοί.
Μην τρομάζετε πολύ με τις αλήθειες του «ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ», γιατί προδίνεστε.
Σε τελευταία ανάλυση ανήκετε σ’ ένα λαό συγκεκριμένο, και αυτόν υπηρετείτε. Γι’ αυτόν κάνετε θυσίες.
Όλα τ’ άλλα είναι τα ΜΕΣΑ: Και οι ιδέες – και ο ανθρωπισμός – και οι κοσμοθεωρίες.
Και βέβαια δεν ξεχνώ πως δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή υπηρεσία προς τον λαό, αν δεν είσαι αγνός σαν την Ιδέα – μεστός σαν την ανθρωπιά – δυνατός σαν την τετράγωνη σκέψη.
Σε σένα, αναγνώστη, θεατή και ακροατή, φίλε ή εχθρέ, ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗ, προσφέρω δίχως διάκριση αυτό το έργο που αγαπώ και πιστεύω.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ – ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Ιούλιος 9th, 2018

Οι σκέψεις που ακολουθούν αποτελούν το σημείωμα του σκηνοθέτη της παράστασης “ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ”. Ο σκηνοθέτης τότε ήταν ο Πέλος Κατσέλης. Επιχειρεί μια αποτίμηση του εγχειρήματος του Μίκη Θεοδωράκη να ασχοληθεί με αυτό το είδος του θεάτρου. Η ανάλυσή του δικαιώνει τον Μίκη θεωρώντας ότι το έργο αποτελεί ορόσημο για το περιεχόμενο και τη δομή του. Μπορείτε να διαβάσετε τα λόγια του. Η επόμενη ανάρτηση θα αφορά στα λόγια του ίδιου του Μίκη, όπου εξηγεί το στόχο που είχε γράφοντας αυτό το θεατρικό έργο.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΠΕΛΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ

Εδώ και μερικά χρόνια ο Φώτος Πολίτης – ο αξέχαστος δάσκαλός μου – έγραφε: «Μονάχα όταν το θέατρο αναβλύζει από το λαό μπορεί να γίνει αισθητική ανάγκη μιας κοινωνίας». Και να, που σήμερα το Ελληνικό Θέατρο επιχειρώντας με «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» ένα ξεκίνημα από τις γνήσιες δημοτικές μας ρίζες, σαν μια απαρχή επιστροφής στις λαϊκές μας θεατρικές φόρμες δέχεται την επίθεση μιας μερίδας της θεατρικής μας κριτικής.
Το φαινόμενο δεν είναι ασύνηθες. Κάθε φορά που η δραματική μας παραγωγή ξεφεύγει από τα καθιερωμένα καλούπια και παραβιάζει τους κανόνες της παραδομένης τεχνικής, που μας μόρφωσαν οι ξενικές μας επιδράσεις, εκδηλώνεται μια αντίθεση του λεγόμενου «ανεπτυγμένου» θεατρικού κοινού. Η αντίθεση κυρίως εκδηλώνεται όταν επιχειρηθεί μια επιστροφή στα είδη της λαϊκής μας τέχνης, όπου περισώζεται μια ιδιοτυπία υπόκρισης, ένας ζωντανός ρυθμός και ενότητα μορφής και περιεχομένου.
Η επιστροφή αυτή προς τις μορφές του λαϊκού ρυθμικού θεάτρου υπήρξε κατά καιρούς ένα σωτήριο αίτημα στο διεθνή θεατρικό χώρο, όσες φορές η δραματική παραγωγή ξέπεφτε στον άδροσο ρεαλισμό, στον φτηνό νατουραλισμό ή στα φιλολογικής φορμαλιστικής αξίας έργα. Δυστυχώς όμως στον τόπο μας τούτο το σωτήριο πισωδρόμισμα, που θα μπορούσε να μας δώσει έργα με ταυτότητα ελληνική, έμεινε γενικά και ξέχωρα από σποραδικές, σπάνιες εξαιρέσεις, καταφρονεμένη από τη σοβαρή λεγόμενη θεατρική τέχνη του τόπου μας. Και τούτο για δυο λόγους: Πρώτα γιατί μας φαίνονταν αφύσικη, μονοκόμματη και η υγεία της χτυπούσε άσχημα στον «αστικό μας καθωσπρεπισμό» και στη νατουραλιστική χοντροκεφαλιά μας. Ύστερα γιατί θύμιζε πάρα πολύ… Καραγκιόζη και επιθεώρηση. Δηλαδή στα δυο είδη της θεατρικής λαϊκής μας τέχνης όπου περισώζεται η ρυθμική εκφραστικότητα της μιμικής πράξης. Αυτό που ήταν, είναι και θα είναι ο πιο γνήσιος πυρήνας, η ζωτική αρχή του Δράματος και του Θεάτρου.
Πώς είναι δυνατόν τώρα να χωρέσει στο ξεροκέφαλο των «λογίων» του θεάτρου μας ότι στα είδη αυτά υπάρχει ένα γνήσιο ξεκίνημα του καθαρού, λεγόμενου, θεάτρου; Εκεί, δηλαδή, όπου συνεργάζονται οργανικά ο Λόγος, η Μιμική, το Τραγούδι, ο Χορός και λυτρώνουν τη συλλογική τέχνη μας από την φιλολογίτιδα και την ατομικιστική της μονομέρεια, φέρνοντάς την πίσω στις πρωταρχικές μορφές της, απ’ όπου ξεκίνησε στην εξελικτική της πορεία κάθε αναγέννηση της Δραματικής Τέχνης. Εκεί, δηλαδή, όπου εξαφανίζεται το άτομο και τυποποιούνται πράξεις μόνο και όχι δραματικές συγκρούσεις, πράξεις με έντονο ρυθμό και με πλούσια εκμετάλλευση όλων των εκφραστικών στοιχείων – ο λόγος γίνεται τραγούδι, η κίνηση γίνεται Χορός – που επεκτείνουν τη μιμική παράσταση στη μορφή του συμβόλου και σε λειτουργία καθολικής προσδοχής.
Είτε το θέλουμε, είτε όχι, οι γνήσιες αυτές λαϊκές θεατρικές μας φόρμες, όσες φορές έδωσαν από σκηνής το αγνό τους παρόν, ενθουσίασαν το μεγάλο κοινό μας και καθόρισαν το υγιές ξεκίνημα για μια γνήσια ελληνική δραματική παραγωγή.
Ένα τέτοιο ξεκίνημα, όλο υγεία και πίστη θεωρώ το πρώτο αυτό θεατρικό σχεδίασμα που μας έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης με το «Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού». Εδώ υπάρχει όχι απλώς μια συμπτωματική επιστροφή στη δημοτική μας παράδοση, αλλά πίστη για τη δημιουργία ενός γνήσιου λαϊκού θεάτρου. Και εξηγούμαι: Υπάρχει μια ύλη δραματική που ίσως να μην φθάνει να ολοκληρωθεί με τη σύγκρουση και να γίνει Δράμα αλλά γίνεται «πράξη» με θέσεις και αντιθέσεις, που πάλλεται σα ζωικό κύτταρο, που κινιέται και μεταμορφώνεται από την ίδια της ιδιοσυστασία, άρα δραματική πράξη με θέσεις και αντιθέσεις. Και προπαντός μια πράξη, που προκαλεί την καθολική συμμετοχή – με την αποδοχή ή την άρνηση – όλων των δρώντων προσώπων. Έτσι στην κοινότητα αυτή, που μας θυμίζει αρχαίο τραγικό χορό στις πρώτες του μορφές, υπάρχει μια έντονη εκφραστικότητα, που αποζητά να διοχετευθεί όχι μόνον με το λόγο, αλλά με το τραγούδι και τη μιμική παράσταση. Έτσι ο λόγος κατ’ ανάγκην περιορίζεται, γίνεται αποσπασματικός και πολλές φορές αφηγηματικός. Παρόμοια γίνονταν και στις προϊστορικές μορφές του θεάτρου, όπου οι μιμικοί χοροί και τα επικά μέρη κατέληγαν στο τραγούδι για να στεφανώσουν ένα δραματικό υλικό. Κατηγόρησαν οι φιλόλογοι του θεάτρου μας τον Θεοδωράκη ότι ο λόγος του είναι «αφηγηματικός». Και πώς αλλιώς μπορούσε να ήταν στο αρχέγονο αυτό, ιδιότυπο, αλλά γνήσιο θεατρικό σχεδίασμα που μας έδωσε ο έξοχος μουσουργός μια και ο λόγος μια και μόνο αποστολή είχε, να καθορίσει απλώς το δραματικό γεγονός; Ξεχνούν οι φιλόλογοι ότι ο διθύραμβος, το χορικό τραγούδι, είχε καταρχάς αφηγηματικό χαρακτήρα;
Ό,τι κυριαρχεί εδώ είναι ο άνθρωπος, στην καθολική του έννοια, όχι το άτομο με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και την διαμορφωμένη ψυχολογία του. Ο άνθρωπος ξεγυμνωμένος να δοκιμάζεται μπρος στο δραματικό γεγονός που παρασταίνει τη ζωή να παίζει με το θάνατο. Μπρος σε τούτη τη δοκιμασία – μπρος στην ώρα του θανάτου – το άτομο διαλύεται και χωνεύεται μέσα στην ομάδα.
Η ομάδα αυτή, στην ταύτισή της με το δραματικό γεγονός, που από παντού τη ζώνει – όπως γίνεται στο Δημοτικό μας τραγούδι – αποκαλύπτει κρίσεις, αγωνίες, απολυτρωτικές κινήσεις, μια πηγαία και γνήσια σύνθεση ζωής. Τούτη η σύλληψη, μια και δεν πηγάζει από τη δράση και τις τύχες ενός ή πολλών ατόμων αλλά από το πάθος για τη ζωή και την αγάπη για τον άνθρωπο, μπορεί να μην είναι, και ασφαλώς δεν είναι, σύλληψη του Δράματος στην εξελιγμένη του μορφή. Είναι όμως σύλληψη που οδηγεί στην γνήσια έκφραση δραματικής ζωής που αποζητάμε εμείς οι άνθρωποι του θεάτρου για να ξεφύγουμε από τη χλωρίαση της ατομικιστικής αστικής μας ζωής, που ‘ναι από τις μονομέρειες της κλειστής Σκηνής, όπου ασφυκτιά και απονεκρώνεται το θεατρικό πάθος.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ, ΠΡΑΞΗ 2η

Ιούνιος 27th, 2018

Ήρθε η στιγμή να δημοσιεύσουμε τη Δεύτερη Πράξη από το έργο του Μίκη Θεοδωράκη, “Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού“.
Ίσως είναι και το δραματικότερο μέρος, όταν η μάνα αποχωρίζεται το γιο, όταν η προδοσία πονάει, όπως το μαχαίρι που βυθίζεται στο σώμα. Η αγαπημένη που στέκεται ανάμεσα σ’ αυτόν που αγαπά και στον αδελφό της, στον πατέρα και στη μάνα. Ο τυφλός που “βλέπει” τον πόνο γύρω του, αλλά δεν έχει καταλάβει τη συμφορά που έχει ζώσει τη δική του ζωή.
Μια Ελλάδα που βγαίνει από έναν τρομακτικό πόλεμο, μια Ελλάδα που μετρά τους νεκρούς της και τους ήρωές της, μια Ελλάδα που προσπαθεί να μαζέψει τις πληγές και τα κουρέλια της, και να μετατρέψει την οδύνη σε τραγούδι.
Κι όμως, αυτή η χώρα ξαναβυθίζεται στο βάραθρο του μίσους, όπου τον πρώτο λόγο τον έχουν τα όπλα, όπου ο αδελφός καταδίδει τον αδελφό. Και μιλάμε για τον Εμφύλιο. Αργά, πολύ αργά, θα καταλάβουν ότι τα απόνερα της προδοσίας και του μίσους θα απλωθούν σαν το δηλητήριο της οχιάς στο κορμί του Έθνους όλου. Θα ποτίσουν τις ψυχές και θα χαράξουν μαύρες σελίδες στην Ιστορία μας. Και είναι σελίδες, που δύσκολα θα μπορούμε να ερμηνεύσουμε στις επόμενες γενιές.
Ίσως, η Τέχνη, το Τραγούδι, η Ζωγραφική, η Ποίηση, η Λογοτεχνία θα μπορέσουν να αγγίξουν τα κατάβαθα της ψυχής μας βοηθώντας μας να κατανοήσουμε τα αδιανόητα, στα οποία προχωράει το ανθρώπινο μυαλό, η ανθρώπινη ματαιοδοξία.
Γνωστά τα τραγούδια και σ’ αυτή τη δεύτερη πράξη. Αν είχαμε τη δυνατότητα του ήχου, θα τα τραγουδούσαμε μαζί με τους φίλους μας και ένα δάκρυ θα κυλούσε από τα μάτια μας.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

Π Ρ Α Ξ Η
(Στο ίδιο μέρος. Νύχτα. Στη θέση των μουσικών κρεμασμένες μάσκες. Μπαίνουν ο Τυφλός με την κόρη του, την Τασία).

ΤΥΦΛΟΣ
Κόρη γέρου τυφλού, πες μου Τασία, σε ποιους τόπους φτάσαμε ή σε τίνων ανθρώπων την πόλη; Ποιος για σήμερα θε να δεχθεί και λιγοστή θα δώσει στον δύστυχο εμένα βοήθεια, που όσο μικρά αν ζητά κι από το λίγο λιγότερο παίρνει, μα που του φτάνει κι αυτό, γιατί να υπομένω μ’ έχουν μάθει τα πάθη μου και τα πολλά τα χρόνια που επάνω μου σηκώνω, και πάνω απ’ όλα η αλύγιστη καρδιά μου. Μα αν εσύ κάπου βλέπεις, κόρη μου, μέρος ελεύθερο για να ξαποστάσω και να τσιμπήσουμε κάτι, ακούμπα με και βάλε με νά καθίσω, για να μάθουμε πού είμαστε, γιατί σαν ξένοι που ήρθαμε εδώ πέρα πρέπει απ’ τους ντόπιους να τα μαθαίνουμε όλα και να κάνουμε και μεις ό,τι ακούμε.

ΤΑΣΙΑ
Ταλαίπωρέ μου πατέρα, όσο μπορώ να διακρίνω, χαμόσπιτα και ξερολιθιές ζώνουν την πόλη, μα όσο για εδώ, είμαι βέβαιη πως είναι τόπος ιερός. Κι αν δεν υπάρχει ψυχή ζωντανή, τα όργανα κι ο λαϊκός τραγουδιστής, μας κοιτάζουν με μάτια ορθάνοιχτα σαν της κουκουβάγιας, που βλέπουν μέσα στη νύχτα, και ξέρει να διαβάζει τη σκέψη των άλλων. Και κάτσε εδώ πλάι στην ξερολιθιά ν’ αναπάψεις τα μέλη σου, γιατί ήταν μακρύς για γέρο ο δρόμος που ‘χεις κάνει.

ΤΥΦΛΟΣ
Κάθισέ με, λοιπόν, κι έχε το νου σου στον τυφλό σου γονιό.

ΤΑΣΙΑ
Χάρη στον τόσο καιρό δεν είναι ανάγκη νά μάθω τώρα αυτή τη δουλειά.

ΤΥΦΛΟΣ
Λοιπόν, μπορείς να μου πεις πώς λέγεται το μέρος που φτάσαμε;

ΤΑΣΙΑ
Ξέρω πως είναι η Αθήνα. Δεν ξέρω μόνο σε ποια συνοικία.

ΤΥΦΛΟΣ
Μα βέβαια, για την Αθήνα ακούμε σήμερα όλη μέρα απ’ τα χαράματα που ξεκινήσαμε.

ΤΑΣΙΑ
Επιμένεις να χτυπήσω καμιά πόρτα για να μάθω το όνομα της συνοικίας;

ΤΥΦΛΟΣ
Φοβάμαι πως είναι αργά κόρη μου κι όλοι θα κοιμούνται.
(Μπαίνει με προφύλαξη ο Παύλος).

ΤΑΣΙΑ
Δεν έχω ανάγκη να ξυπνήσω κανέναν γιατί βλέπω κάποιον να μας πλησιάζει.

ΤΥΦΛΟΣ
Έρχεται κατά μας;

ΤΑΣΙΑ
Έφτασε κιόλας κι ό,τι θέλεις μπορείς να τον ρωτάς.

ΤΥΦΛΟΣ
(Μιλά στον Παύλο που ξαφνιάζεται). Ξένε μου, μόλις αυτή την στιγμή φτάσαμε σ’ αυτή τη συνοικία και θα ‘θελα να ‘ξερα πού βρισκόμαστε.

ΠΑΥΛΟΣ
Σε παρακαλώ να μιλάς όσο γίνεται πιο σιγά. Από πού έρχεσαι;…

ΤΥΦΛΟΣ
Από τη Θεσσαλία. Μου ‘παν πως οι γιοι μου γυρνούν στα μέρη σας και ψάχνουμε να τους βρούμε. Περάσαμε από τον Πειραιά και μέσα από το Φάληρο και τώρα τραβάμε για την Αθήνα… Θέλω νά ξέρω αν είμαστε κοντά.

ΠΑΥΛΟΣ
Ούτε μιας ώρας δρόμος. Όμως εξαρτάται πού θέλεις να πας. Πού βρίσκονται οι γιοι σου;

ΤΥΦΛΟΣ
Πού να στα λέω παιδί μου. Μας είπαν πως τους είδαν στην Αττική. Άλλος στον Πειραιά. Άλλος στην Ελευσίνα. Άλλος στην Αθήνα… Όμως κανένας τους δεν ήταν βέβαιος. Στο χωριό για νά γυρίσουν ούτε λόγος. Κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει… Κοιμάσαι και δεν είσαι σίγουρος αν θα ξυπνήσεις ποτέ… Ένα θεριό μ’ εκατό κεφάλια και χίλια χέρια κάθεται από πάνω μας, και μας ξεκληρίζει… Δε μας έφτανε ο πόλεμος και η Κατοχή. Δε μου ‘φταναν όσα μου ‘καναν οι εχθροί!

ΤΑΣΙΑ
Δεν είναι ώρα πατέρα για τέτοιες θύμησες… Εξάλλου ο κύριος δεν έχει όρεξη ν’ ακούει τα βάσανά μας.

ΤΥΦΛΟΣ
Έχεις δίκιο, κόρη μου, και καλά κάνεις να με σταματάς. Όταν αρχίζω δεν θα ‘θελα νά τέλειωνα ποτέ. Γιατί ξαλαφρώνω, όσο μιλώ.

ΠΑΥΛΟΣ
Όταν έχεις μια τόσο καλή κόρη, γέρο, και δυο γιους, τι άλλο θέλεις; Σάμπως υπάρχει σπίτι χωρίς πίκρες και συμφορές;

ΤΑΣΙΑ
(Ιδιαίτερα στον Παύλο). Πώς να του το πει κανείς κύριε… Πάνε δυο χρόνια που σκοτωθήκανε τ’ αδέρφια μου… Εγώ τους είδα με τα ίδια μου τα μάτια κρεμασμένους στο σιδηροδρομικό σταθμό στη Λάρισα… Ο ένας φάτσα στον άλλο. Φορούσαν τα πλεχτά που τους είχα πλέξει όλο το χειμώνα δίπλα στη λάμπα. Το ‘να το ‘χα κάνει κίτρινο. Το άλλο γαλάζιο, νά ‘ναι χαρούμενα χρώματα γιατί περιμέναμε την απελευθέρωση. Μα δεν τους άρεσαν… Τέλος τα ‘βαλαν μόνο μες στη φυλακή γιατί ήταν υγρή και πάγωναν.

ΠΑΥΛΟΣ
Και γιατί τους κρέμασαν;

ΤΑΣΙΑ
Όταν οι αντάρτες τίναξαν το τραίνο με τους Γερμανούς έξω από τα Φάρσαλα, την άλλη μέρα ο Κομαντατούρας κρέμασε πενήντα στα Φάρσαλα και πενήντα στη Λάρισα!

ΠΑΥΛΟΣ
Και πώς βρέθηκαν στη φυλακή τ’ αδέρφια σου;

ΤΑΣΙΑ
Ο πιο μεγάλος μας αδερφός, ο Νίκος, είχε βγει στο βουνό κι όταν οι Γερμανοί έφτασαν στο χωριό μας, ξαφνικά μες στη νύκτα, βάλανε φωτιά στο σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν πιασμένη από ρευματισμούς, εγώ κοιμόμουνα πλάι της. Στο άλλο δωμάτιο ο πατέρας. Μόλις βρεθήκαμε τυλιγμένοι από τις φλόγες, τρέχει ο πατέρας, πιάνει τη μάνα απ’ την μασχάλη και την τράβαγε προς τη σκάλα, εγώ προσπαθούσα, μα ήμουν μικρή και δεν μπορούσα να βοηθήσω. Τρέξε, μου λέει ο πατέρας, να φωνάξεις τ’ αδέρφια σου! Τρέχω, περνώ τις φλόγες, πάω στο στάβλο να τους βρω και πέφτω πάνω στους Γερμανούς. Με κλωτσούν και με σπρώχνουν κατά την πυρκαγιά. Άρχισα να φωνάζω δίχως να μπορώ να ξαναμπώ. Τότε βλέπω τον πατέρα μου να βγαίνει μες απ’ τις φλόγες. Έσερνε πάντα τη μάνα μας, όμως, μόλις την απίθωσε καλά στο χώμα, ήταν πια μισοκαμένη. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά της… Κι ο πατέρας, κι αυτός άναβε σα λαμπάδα. Όμως σώθηκε, αν κι έχασε το φως του για πάντα.

ΠΑΥΛΟΣ
Πόση συμφορά, Θεέ μου! Κι εγώ που ‘χασα τον πατέρα μου κι έλεγα ότι δεν υπάρχει άλλος πιο δυστυχισμένος από μένα…

ΤΑΣΙΑ
Πέθανε από φυσικού του ή σκοτώθηκε κι αυτός;

ΠΑΥΛΟΣ
Αστειεύεσαι; Ποιος πεθαίνει σήμερα από φυσικού του; Κοίταξε σύμπτωση! Κι αυτόν τον σκότωσαν οι Γερμανοί, στη Θεσσαλία! Τον είχαν πιάσει όμηρο στο μεγάλο μπλόκο της Καλλιθέας. Μετά μπήκε στην κλούβα – ξέρεις το βαγόνι που βάζανε οι Γερμανοί μπροστά στα τραίνα γεμάτα ομήρους – για να τιναχτεί πρώτο στον αέρα. Στο τέλος μάθαμε πως τον τουφέκισαν. Πού; Πότε; Μόνο ένα σημείωμα, δίχως ημερομηνία λάβαμε. «Σοφία μου, είναι τ’ όνομα της μητέρας μου, με ειδοποίησαν να ετοιμαστώ. Σε λίγο δεν θα ‘μαι πια ζωντανός. Συχώρα με που σ’ αφήνω μόνη με δυο παιδιά. Όμως το ξέρω πως θα τα καταφέρεις, θέλω να γίνουν τίμιοι, καλοί κι εργατικοί και να σ’ αγαπούν. Κι όταν μεγαλώσουν, πες τους πως ο πατέρας τους έπεσε για την Ελλάδα και για τη λευτεριά μας».

ΤΥΦΛΟΣ
Μου φαίνεται πως με μισοπήρε ο ύπνος… Σας ακούω που μιλάτε. Παιδί μου, δεν είμαστε πλούσιοι, το βλέπεις, όμως, αν πεινάς, έχει λίγο ψωμί και κρεμμύδι και για σένα. (Στην Τασία). Κόρη μου, ετοίμασε να φάμε κάτι, γιατί από το μεσημέρι, το ξέρεις, δεν βάλαμε μπουκιά στο στόμα μας… Μόλις τώρα δα ονειρευόμουν πως είμαστε μαζί με το Λεωνίδα και τον Κώστα… Θα ‘ναι κανένα προαίσθημα! (Προς τον Παύλο). Πιστεύεις εσύ, παιδί μου, σ’ αυτά τα πράγματα; Λένε πως πολλές φορές βγαίνουν αληθινά! (Αλλάζει τόνο). Όμως ξέχασα να σε ρωτήσω, γιατί τάχα μέσα στην νύχτα μένουν τα όργανα και ο λαϊκός τραγουδιστής στη μέση του δρόμου; Για ποιον παίζουν; Ή μήπως πρόκειται να γίνει καμιά γιορτή;

ΠΑΥΛΟΣ
Και βέβαια κάθονται και περιμένουν τη μεγάλη γιορτή! Άλλωστε είχαμε κι άλλες εδώ στη γειτονιά μας. Όμως σαν κι αυτή που θα ‘ρθει δεν έχει ξαναγίνει.

ΤΥΦΛΟΣ
Ίσως κανένας γάμος;

ΠΑΥΛΟΣ
Και τι γάμος! Ο γαμπρός είναι ο πιο ξακουστός γαμπρός της οικουμένης.

ΤΑΣΙΑ
Πώς τον λένε;

ΠΑΥΛΟΣ
Ο Μαύρος Καβαλάρης!

ΤΥΦΛΟΣ
Μη μου πεις πως παντρεύεται ο Άρης Βελουχιώτης!

ΠΑΥΛΟΣ
Ο Άρης, γέρο, είναι παιχνιδάκι μπροστά του! Για ρώτησε την κόρη σου να σου πει με τι μοιάζουν τα όργανα κι ο τραγουδιστής.

ΤΑΣΙΑ
Ναι, πατέρα, δεν είναι συνηθισμένα όργανα. Είναι μαυροντυμένοι, σοβαροί, χλωμοί και ακίνητοι, σα νεκροί…

ΠΑΥΛΟΣ
Κι ό,τι παίζουν – κι ό,τι τραγουδούν είναι νόμος. Αυτό που θα πουν πρέπει να γίνει και δεν υπάρχει ανθρώπινη δύναμη για να το εμποδίσει!

ΤΥΦΛΟΣ
Και ποια είναι η νύφη;

ΠΑΥΛΟΣ
Τη λένε Ισμήνη και η ομορφιά της δεν χωράει στα λόγια.

ΤΑΣΙΑ
Κάθεται εδώ κοντά;

ΠΑΥΛΟΣ
(Γυρίζει και κοιτάζει το μπαλκόνι). Πίσω απ’ αυτές τις γλάστρες όπου κρατούν την αρμονία του κόσμου…
(Η πόρτα στο μπαλκόνι μισανοίγει και φαίνεται η Ισμήνη, με άσπρη μακριά νυχτικιά).

ΠΑΥΛΟΣ
Νά την κιόλας η νύφη που μάντεψε τα λόγια μας και βγήκε να μας δει! (Πάει με προφύλαξη πίσω απ’ το μπαλκόνι).

ΙΣΜΗΝΗ
(Σκύβει και μιλάει με προφύλαξη). Ξέρεις καλά πως σε κυνηγούν θεοί και δαίμονες κι έρχεσαι κατευθείαν μέσα στο στόμα του θηρίου; Φύγε γρήγορα, αν μ’ αγαπάς!..

ΠΑΥΛΟΣ
(Δήθεν αδιάφορα). Ούτε λόγος! Θα φύγω!… Άλλωστε δεν το ‘χα καθόλου στο νου μου νά σ’ ενοχλήσω. Είναι ανάγκη να δω τη μάνα μου.

ΤΥΦΛΟΣ
(Τρώγοντας). Είναι αλήθεια όμορφη η νύφη, όπως μας την είπε;

ΤΑΣΙΑ
Κι ακόμα πιο πολύ, πατέρα. Φορεί το νυφικό της. Ήρθαμε πάνω στην ώρα. Σε λίγο θα ‘ρθει κι ο γαμπρός. Από τον γάμο του Πετζαρόπουλου και της Ευανθίας δεν ξανάδαμε πια γάμο στο χωριό μας.

ΤΥΦΛΟΣ
Κι ο Νίκος μας ήτανε κουμπάρος! Τον θυμάμαι που ήρθε καβάλα στο άλογο. Ίδιος μαύρος καβαλάρης!

ΤΑΣΙΑ
Όμως αυτός εδώ φαίνεται πως είναι κανείς μεγάλος. Ίσως μοίραρχος της χωροφυλακής!

ΠΑΥΛΟΣ
Δεν τολμώ να χτυπήσω την πόρτα του σπιτιού μου. Μπας και με δαγκώσει κανένας λύκος.

ΙΣΜΗΝΗ
Δεν πιστεύω πως θα ‘ναι μέσα. Πάντως ο Περικλής έχει να φανεί από τότε.

ΠΑΥΛΟΣ
Τι φοβάται; Με τα λεφτά που πήρε θα γυρίζει τώρα με καινούργιο κοστούμι.

ΙΣΜΗΝΗ
Δεν το συνηθίζουμε στην οικογένειά μας νά πουλιόμαστε.

ΠΑΥΛΟΣ
Πληρωμένοι – ξεπληρωμένοι…

ΙΣΜΗΝΗ
Αν είναι έτσι, τότε περιττό να κουβεντιάζουμε. Μόνο μάθε πως ο πατέρας μου δεν μας αφήνει να μιλήσουμε μπροστά του για τον Περικλή. Ντρέπεται σε σημείο που, αν τον δεις, δεν θα τον αναγνωρίσεις. Μηδέ τρώει!

ΠΑΥΛΟΣ
Θες να πεις πως ο αδερφός σου δεν βρίσκεται τώρα, αυτή τη στιγμή, μέσα στο σπίτι σου; Και θες να σε πιστέψω; Θέλεις νέα για την υγεία του Νικολιού;

ΙΣΜΗΝΗ
(Σκύβει το κεφάλι).

ΠΑΥΛΟΣ
Δε θα ‘θελες να μιλάμε γι’ αυτόν; Χμ;

ΙΣΜΗΝΗ
Τα ξέρω όλα. Όλες τις λεπτομέρειες. Κι αρρωσταίνω όταν τα σκέπτομαι. Όμως τον Περικλή δεν τα κατάφερα να τον μισήσω. Νιώθω πως αυτό που έκανε ήταν γι’ αυτόν καθαρό – τίμιο. Είναι, αν θέλεις, θυσία.

ΠΑΥΛΟΣ
Γιατί δεν λες καλύτερα: Ηρωισμός!

ΙΣΜΗΝΗ
Ναι ηρωισμός! Γιατί θα μπορούσε νά το κάνει κρυφά. Δίχως να τον πάρει κανείς είδηση! Χωρίς να το μάθει ποτέ κανείς. Όπως τόσοι και τόσοι… Κι όμως προτίμησε να εκτεθεί εκεί, μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Σε μένα, σε σένα, στον πατέρα, κι ακόμα στα λαϊκά όργανα.

ΤΥΦΛΟΣ
Άκουσα τη λέξη: Λαϊκά Όργανα. Η νύφη θέλει να παίξουν τα όργανα; Κι όμως δεν τους άκουσα ακόμα…

ΤΑΣΙΑ
Φαίνεται σαν κάτι να περιμένουν. Ίσως να περιμένουν να ‘ρθει πρώτα ο γαμπρός για ν’ αρχίσουν.

ΤΥΦΛΟΣ
Κι όμως παράξενος καιρός, παράξενη ώρα για γάμο, δε σου φαίνεται;

ΤΑΣΙΑ
Την ημέρα γίνονται μάχες. Τ’ αγόρια πολεμούν με το ντουφέκι στα χέρια. Τα κορίτσια τούς ετοιμάζουν φαί και τους κουβαλούν σφαίρες – όπως κάναμε στο χωριό μας με τους Γερμανούς.

ΤΥΦΛΟΣ
Και το βράδυ παντρεύονται και ξεγελούν το Χάρο!

ΠΑΥΛΟΣ
Ό,τι κι αν πεις – αίμα σου είναι – θα τον υπερασπιστείς. Το αίμα ξέρεις είναι πονηρό. Από δω τα φέρνει – από κει τα φέρνει – στο τέλος θα σε κάνει νά πιστέψεις εκείνο που το συμφέρει να πιστέψεις!

ΙΣΜΗΝΗ
(Σα να φοβάται να του το πει. Με θλίψη).Η πίστη μου ήσουν εσύ. Αυτό το ξέρεις!

ΠΑΥΛΟΣ
(Ξαφνιασμένος. Με θλίψη). Ήμουν. Μια φορά!… Όμως τώρα…

ΙΣΜΗΝΗ
(Ξεσπά). Παύλο, αυτή τη στιγμή τ’ αφήνω όλα! Τη μάνα μου, τον πατέρα μου, το σπίτι μου! Φτάνει νά ‘μαι μαζί σου! Θα φύγουμε μαζί. Μακριά απ’ την Αθήνα! Μακριά απ’ τον πόλεμο! Θα πάμε σ’ ένα χωριό. Όπου νά ‘ναι. Στην Πελοπόννησο, στη Ρούμελη, στη Μακεδονία! (Φωνάζει). Άγνωστοι! Άγνωστοι! Άγνωστοι! (ΜΟΥΣΙΚΗ: «Το Όνειρο», από ορχήστρα. Συνοδεύει σε όλη τη διάρκεια της ερωτικής σκηνής. Η Ισμήνη ηρεμεί, τον πλησιάζει και του χαϊδεύει με στοργή τα μαλλιά, ονειροπολώντας). Πρώτα – πρώτα θα βρούμε έναν παπά να μας στεφανώσει! Θα φτιάξουμε την καλύβα μας μόνοι μας! με καλαμιές! Εσύ θα βρεις δουλειά στα χωράφια, εγώ θα κεντώ, θα πλέκω! Θα φτιάξω και περιβολάκι – δικό μου! Θα σου μαγειρεύω! Θα σε πλένω! Θα καθαρίζω τα ρούχα σου! Θα σιδερώνω τα πουκάμισά σου!.. Κι όταν θα φεύγεις για τη δουλειά, θα βγαίνω στην πόρτα νά σε καμαρώνω.

ΠΑΥΛΟΣ
(Που έχει κερδηθεί απ’ την οπτασία). Η πιο όμορφη στιγμή είναι το βράδυ, όταν γυρνάς απ’ τη δουλειά, μουσκίδι στον ιδρώτα, βρώμικος! Περνάς το κατώφλι και σε περιμένει μια ζεστή αγκαλιά, δυο μάτια φτιαγμένα με φως .(Της πιάνει τα χέρια και τα βάζει στοκεφάλι του). Δυο χέρια – περιστέρια, που σου χαϊδεύουν το κουρασμένο σου κεφάλι και νιώθεις μεμιάς αλαφρύς σαν πουλί. Ελεύθερος σαν αέρας!

ΙΣΜΗΝΗ
(Που σφίγγεται απάνω τον).Παύλο! Δεν ξέρω, όμως όταν είμαστε μαζί το καθετί – το καθετί, εκτός από μας τους δυο, μου φαίνεται πως δεν έχει σημασία. Πώς να σε κάνω να με καταλάβεις; Νιώθω πως η ζωή ενδιαφέρεται πιότερο για μας τους δυο, για την ένωσή μας, για την ευτυχία μας, παρά για ο,τιδήποτε άλλο! Δέν είναι εγωιστικό αυτό;

ΠΑΥΛΟΣ
(Τη φιλά). Όταν θέλω να χαρώ μέσα μου βαθειά, ξέρεις τι σκέφτομαι;

ΙΣΜΗΝΗ
Το μαντεύω.

ΠΑΥΛΟΣ
Θυμάσαι και συ;

ΙΣΜΗΝΗ
Μόνο αυτό κάνω!

ΠΑΥΛΟΣ
Θυμάσαι όλες τις λεπτομέρειες;

ΙΣΜΗΝΗ
Όλες – όλες!

ΠΑΥΛΟΣ
«Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
Υπάρχει μια αγάπη
Υπάρχει μια έκσταση»!

ΙΣΜΗΝΗ
Το ‘κανες κιόλας το ποίημα!

ΠΑΥΛΟΣ
Ήταν ποίημα! Απ’ την πρώτη στιγμή! Απ’ τη στιγμή που μπήκαμε στο λεωφορείο και βγήκαμε στην αμμουδιά! Είχαμε τη σπηλιά μας! Τη θαλασσινή σπηλιά μας! Τη δική μας σπηλιά! Και το μυστικό μας το ξέραμε μόνο εμείς και η θάλασσα!.. (Συνέρχεται). Ισμήνη, γιατί τα θυμόμαστε τώρα όλ’ αυτά;

ΙΣΜΗΝΗ
(Τον αγκαλιάζει με απελπισία). Παύλο, πάρε με! Ποτέ μου δεν ένιωσα τόσο δική σου όσο αυτή τη στιγμή. (Ήχοι μάχης).

ΠΑΥΛΟΣ
(Ξεφεύγοντας). Είναι αργά, Ισμήνη. Καί πρέπει να φύγω. Μόνος. Εκεί που πηγαίνω δεν ξέρω καλά -καλά…

ΙΣΜΗΝΗ
Αν είχες να διαλέξεις; Ανάμεσα σε μένα και στους άλλους;

ΠΑΥΛΟΣ
Δέν υπάρχει διάκριση! Για να σ’ αγαπώ πρέπει να νιώθω τίμιος και για νά ‘μαι τίμιος πρέπει να πάω με τους άλλους!

ΙΣΜΗΝΗ
(Στο χείλος της απελπισίας). Ώστε σε χάνω; Για πάντα;

ΠΑΥΛΟΣ
(Μπαίνοντας σε απόσταση) Γι’ αυτό δεν φταίω εγώ! (Κερδίζεται από το μίσος) .Κι όσο ο φταίχτης ζει, θα μας χωρίζει! Χάρη στην προδοσία του, ο καλύτερός μου φίλος πάει πια. Κι όσο για μένα! (Πιάνει το λαιμό του). Οι ώρες μου είναι μετρημένες…. (Η μουσική σβήνει. Θόρυβος από το σπίτι του Παύλου. Κρύβονται).

ΤΑΣΙΑ
Θεέ μου, πιάνει το λαιμό του σα να ‘θελε να πνιγεί!

ΤΥΦΛΟΣ
Το λαιμό του;

ΤΑΣΙΑ
Ναι, ναι, το λαιμό του! Ω, να ‘ξερες τι πράμα είναι ο λαιμός του ανθρώπου, πατέρα!

ΤΥΦΛΟΣ
Εμένα το λες, παιδί μου; Νά ‘ναι καλά οι Γερμανοί! Γίναμε σοφοί πια σ’ όλα τα είδη του θανάτου… Κι όσο για την κρεμάλα! Τι τους στοίχιζε; Μόνο το σαπούνι, γιατί με το ίδιο σχοινί πνίξανε τη μισή Ελλάδα!

ΤΑΣΙΑ
Όσο για μάς, αυτό το μισό ήταν ολόκληρο και πολύ πιο πολύ κι απ’ το ολόκληρο! (Μπαίνει η μάνα του Παύλου).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Άκουσα στ’ αλήθεια τη φωνή του Παύλου ή μήπως ήταν στ’ όνειρό μου; Από την ώρα πού ‘φυγε μπερδεύτηκε ο ύπνος με το ξύπνιο. Άλλοτε ονειρεύομαι και νομίζω πως ζω. Άλλοτε κάθομαι στο παράθυρο και θαρρώ πως ονειρεύομαι. Μαύρα όνειρα – μαύρα πουλιά, που πετούν πάνω από μαύρα άλογα, σε μαύρα χωράφια. Κι οι καβαλάρηδες είναι μαύροι καί στα σπίτια μαύρα κι ο ήλιος μαύρος. Μόνο το φεγγάρι μένει ασημένιο και με βλέπει με το πεθαμένο φως του. (Κοιτάζοντας τον ουρανό). Τι περιμένεις να δεις ακόμα; Δε σου φτάνουν τόσα κουφάρια; Τόσοι λεβέντες – τόσες μάνες χαροκαμένες; Τι θέλεις; Τι θέλεις; Αν θες να δεις έτσι και το παιδί μου, κάνεις λάθος… Κάνεις λάθος!… (Μπαίνει ο Παύλος. Τρέχουν κι αγκαλιάζονται). Αγόρι μου γλυκό. Περιστεράκι μου ακριβό. Τώρα δα μιλούσα με το φεγγάρι για σένα.

ΠΑΥΛΟΣ
Σ’ άκουσα μάνα.
(Η Ισμήνη φαίνεται πίσω από την πόρτα, αλλά μόλις τους βλέπει σταματά και ακούει μισοκρυμμένη).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παιδί μου, μη συνορίζεσαι τα λόγια μου… Δέν ξέρω πια τι λέω. Απ’ τη στιγμή που μου ‘φυγες, μου ‘φυγαν τα μυαλά. Τα λόγια, η ζωή μου… Είσαι καλά; Να σε δω (Τον περιεργάζεται).Δέν τρως και δεν πλένεσαι; Πού κοιμάσαι;

ΠΑΥΛΟΣ
Όπου βρω, μάνα.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ποιος σου στρώνει, παιδί μου;

ΠΑΥΛΟΣ
Εκεί που ξαπλώνω δεν έχω ανάγκη από στρωσίδια.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Είσαι τουλάχιστον σε ασφάλεια;

ΠΑΥΛΟΣ
Μ’ αγκαλιάζεις και με ρωτάς αν είμαι σε ασφάλεια; Και βέβαια είμαι! Ποιο θηρίο μπορεί ν’ αρπάξει το παιδί μεσ’ απ’ την αγκαλιά της μάνας;

ΤΥΦΛΟΣ
Αλήθεια, δεν υπάρχει θηρίο. Εξόν αν περάσει πάνω από τη μάνα. Όλοι στην Αετοράχη θυμόμαστε την ιστορία μιας Όρνιθας που πάλεψε με το φίδι κι ύστερα, σαν απόκαμε, μάζεψε τα κλωσσόπουλα κάτω από τα φτερά της και κάθισε ήσυχη να την φάει ο όφις. Στο τέλος, την βρήκαμε μισοφαγωμένη και το φίδι στο πλάι της να κοιμάται χορτάτο. Όμως όλα τα κλωσσόπουλα ήταν απείραχτα κάτω από τα ζεστά φτερά της.

ΠΑΥΛΟΣ
(Τον δείχνει με το κεφάλι). Ναι, μάνα! Είναι ξένος. Δεν είναι ζητιάνος. Και δεν υπάρχει συμφορά που να μην έχει πέσει απάνω του, όμως ξέρει μόνο τις μισές. Είναι τυφλός καί δεν βλέπει τις άλλες μισές… κι έτσι ευτυχεί…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Μιλάς μ’ αινίγματα, γιέ μου, και δε σε καταλαβαίνω.

ΠΑΥΛΟΣ
Ρώτησέ τον τι γυρεύει στην Αθήνα.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ξένε, καλησπέρα… Γιατί κάθεσαι κατάχαμα στη μέση του δρόμου; Κόπιασε μέσα στο φτωχικό μας να πλαγιάσεις λιγάκι σαν άνθρωπος.

ΤΥΦΛΟΣ
Σ’ ευχαριστώ, κυρά μου. Κοιμάμαι μήνες τώρα στο χώμα, που ξέχασα τα κρεβάτια καί την ανθρώπινη ζωή… Κι αν ζω ακόμη, ζω μονάχα με την ελπίδα να ξαναβρώ τους γιους μου.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Έχεις τη διεύθυνσή τους; Γνωρίζεις πού κάθονται;

ΠΑΥΛΟΣ
Τούς είδαν να γυρνούν στην Αθήνα. Αύριο, άμα ξημερώσει, θα ρωτήσει και θα τους βρει. (Στη μάνα του). Συφορά του! Κάλλιο να πεθάνει παρά να μάθει την αλήθεια. Πάνε δυο χρόνια που τους κρέμασαν αντικριστά, την ίδια μέρα, στο ίδιο μέρος…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Πάει να ξεφωνίσει, όμως ο Παύλος την προφταίνει και της κλείνει το στόμα).

(Ακούγονται βήματα).

ΠΑΥΛΟΣ
(Βιαστικά). Πρέπει να του δίνω. Πάρε αυτό το σημείωμα να το πας στον Βαγγέλη τον τσαγκάρη. (Της το δίνει). Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου! Θα ξανάρθω τα μεσάνυχτα, ακριβώς, στο ρέμα κάτω από το γεφύρι. Να μου έχεις ένα δέμα τροφές. Βάλε και κανένα καθαρό ρούχο. Και προπαντός την απάντηση του Βαγγέλη. Θυμήσου: Είναι υπόθεση ζωής ή θανάτου!

ΙΣΜΗΝΗ
(Βγαίνει). Παύλο, φεύγεις; Πού πάς;

ΠΑΥΛΟΣ
Ίσως πολύ κοντά – ίσως πολύ μακριά…
(Μπαίνουν μια ομάδα ένοπλοι με πολιτικά).

ΓΡΗΓΟΡΗΣ (Επικεφαλής)
Πιάστε γρήγορα τα πόστα. Ο Χαράλαμπος στο γεφύρι. Γιώργο, στη Γωνιά. Ο Έξαρχος κι ο Σοφοκλής μαζί μου. (Βλέπει τον τυφλό ). Μέρος που το διάλεξες, γέρο, για νά περάσεις τη νύχτα!

ΤΥΦΛΟΣ
Γιατί; Τι έχει παιδί μου;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Δε λέω! Αν σ’ αρέσουν τα πανηγύρια, καλύτερη θέση δεν μπορούσες να βρεις… (Γελούν).

ΤΥΦΛΟΣ
Έχετε γάμους και χαρές, φέρατε και τα όργανα!..

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Παρ’ ολίγο να μην το προσέξω. (Προς τα όργανα). Φωνή του λαού! Οργή του Θεού. Σύμμαχε του φτωχού, οδήγησέ με σωστά! Εδώ που έχω φτάσει, στο σύνορο του κόσμου, μ’ ένα μου βήμα κερδίζω ή χάνω την ψυχή μου. Εσύ, που ξέρεις, που έρχεσαι από μακριά και βλέπεις μακριά – πες μου: Πού βρίσκω την τόση δύναμή μου – την τόση σιγουριά και κάνω πράξεις πάνω από το μέτρο μου και τα μέτρα των άλλων; (Στο γέρο). Σωστά το είπες. Μόνο που το γλέντι έχει από μέρες ανάψει και δεν λέει να σταματήσει. Μα το σωστό το πανηγύρι μόλις τώρα αρχίζει, κι έτσι δεν έχασες ακόμα τίποτα.

ΤΥΦΛΟΣ
Νέε μου, το νιώθω πια καλά πως τα λόγια σας έχουν διπλό νόημα. Χάνεις τον καιρό σου, αν στ’ αλήθεια με προσκαλείς σε τέτοιου είδους πανηγύρια. Μια μονάχα ευχή σας δίνω: Να σας βοηθήσει ο Θεός να βγείτε απ’ αυτό το καζάνι που βράζει. Γιατί στο τέλος δε θα μείνει παρά μονάχα το ζουμί σας, για να ποτίσουνε οι ξένοι τα γουρούνια τους… Αυτό μόνο σου λέω.

ΤΑΣΙΑ
Πατέρα, έχουν όλοι τους όπλα σαν τους αντάρτες, κι είναι το ίδιο βρώμικοι και αξύριστοι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Βρόμικοι και αξύριστοι! Ε! Για να μην υπάρχουν ζητιάνοι και να κρατούν ξυπόλυτα παιδιά, αντί για ραβδί.

ΤΥΦΛΟΣ
Στην Αθήνα ζητιάνος παιδί μου! Όμως, στην Αητοράχη, γεροπλάτανος, με τρεις γιους, σαν κάστρα βενετσιάνικα!

ΙΣΜΗΝΗ
Για πού τρανοί μου καπεταναίοι; Εκεί δε θα βρείτε παρά μονάχα γυναίκες και γέρους.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Και κάποιον άλλο! Εκτός αν τον έπιασαν οι κατάρες της μάνας του Νικολιού… Μα τέτοια καθάρματα δεν τα πιάνει τίποτ’ άλλο εξόν απ’ αυτό το ευλογημένο σίδερο! (Φιλάει το αυτόματο. Κάνει νόημα στον Έξαρχο και στο Σοφοκλή να μπούνε στο σπίτι της Ισμήνης).

ΙΣΜΗΝΗ
Τσάμπα πάνε τα φιλιά σου, Κολοκοτρώνη! Αν ζητάς να μας δείξεις την παλληκαριά σου, χτύπησες λάθος πόρτα! Αλήθεια, πώς αλλάζουν οι καιροί. Εσύ δεν είσαι, Γρηγόρη, που μού ‘λεγες ένα βράδυ: «Ισμήνη είσαι το πιο σπουδαίο κορίτσι που υπάρχει στον κόσμο, θέλω να μ’ έχεις φίλο σου σ’ όλη σου τη ζωή. Όποτε κι αν με χρειαστείς!»

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Είμαι δεμένος μέσα στην ομάδα. Δέν ξέρω αν με νιώθεις.
(Βγαίνουν οι δυο οπλίτες μαζί με τους γονείς της Ισμήνης).

ΣΟΦΟΚΛΗΣ
Ψάξαμε καλά παντού.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Εκτός αν υπάρχει καμιά κρύπτη.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ
Απίθανο… Σού ‘πα πως κοιτάξαμε καλά.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Μάνα, πού ‘ναι ο Περικλής σου;

ΤΥΦΛΟΣ
(Στην Τασία). Κόρη μου, όσο πιο γρήγορα φύγουμε, τόσο το καλύτερο… Νιώθω πως έρχονται συμφορές μεγάλες, αβάσταχτες, μα μεις δεν έχουμε καρδιά γι’ άλλους θρήνους. Το μερτικό μας το πληρώσαμε ακριβά και, με τη βοήθεια της Παναγιάς, από αύριο θα ‘χουμε χαρές.

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Πολέμησα στο Μπιζάνι τους Τούρκους, στήθος με στήθος. Τραυματίστηκα βαριά και μ’ έβαλαν σ’ ένα κάρο για να με πάνε στο Νοσοκομείο στην Πρέβεζα – μια βδομάδα δρόμο. Θυμάμαι πως μια μέρα είδα από πάνω μου σκυμμένο τον αρχιστράτηγο να μου χαμογελά κι εγώ έκλαιγα από τη χαρά μου που, αν και φτωχόπαιδο, βοήθαγα με το αίμα μου να ξεσκλαβωθούν οι σκλαβωμένοι μας αδερφοί. Γράμματα δεν ξέρω. Όμως ξέρω ποιο είναι το σωστό και ποιο το άδικο. Την προδοσία δεν θα την καταλάβω ποτέ – ακόμα κι από το παιδί μου.

ΤΥΦΛΟΣ
Τα λόγια σου μ’ άγγιξαν βαθειά… Οι νέοι δε μας νιώθουν πια εμάς τους γέρους που πήραμε την πατρίδα έξω από τα Φάρσαλα και την πήγαμε ως την Πόλη και την Αγιά Σοφιά. Τους δώσαμε ένα έθνος κι αυτοί το παίζουν στα ζάρια σαν τους χαρτοπαίχτες!

ΙΣΜΗΝΗ
Κι αυτοί για το έθνος μιλούν – για το έθνος ζητούν να σκοτώσουν και να σκοτωθούν!

ΤΑΣΙΑ
Εκτελέσεις, καμμένοι, κρεμασμένοι. Όλοι για το έθνος!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
Ναι! για το έθνος δεν μπορούν να υπάρξουν πρόσωπα – σχέσεις – φιλία και συμπόνια…. Ούτε πράξη αισχρή ή άδικη, όταν υπηρετείς έναν λαό κι ένα ιδανικό. Γι’ αυτό κι αυτή τη στιγμή τα λόγια είναι περιττά. (Προς την Ισμήνη). Αν το θέλεις, παίρνω απάνω μου όλο το κρίμα. Όμως πιστεύω πως η προδοσία του Περικλή πρέπει να πληρωθεί. Θα πάρουμε μαζί μας τον πατέρα σου, κι αν τον αγαπάς στείλε μας γρήγορα τον αδερφό σου. (Βγαίνουν).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παιδί μου, πώς τολμάς! Γέρο άνθρωπο, πιο αθώο κι από πουλί…

ΙΣΜΗΝΗ
Γρηγόρη, γύρνα πίσω, γιατί σε λίγο θα είναι αργά. Για όλους!

ΤΥΦΛΟΣ
Τι γίνεται κόρη μου;

ΤΑΣΙΑ
Τον πήραν τον πατέρα καί πάνε.

ΤΥΦΛΟΣ
Θα πληρώσει αυτός που δεν πρέπει, κι αυτός που πρέπει θα πληρώσει διπλά, σαν θα μάθει πως, για δικό του φταίξιμο, με κόκκινο βάφτηκαν αίμα τα κάτασπρα μαλλιά τα πατρικά.

ΙΣΜΗΝΗ
(Κρατώντας στην αγκαλιά της τη μάνα της που ‘χει σωριαστεί μπρος στην πόρτα. Μιλά στην Τασία). Τρέξε στη γωνιά στο φούρνο. Χτύπα τρεις φορές και φώναξε δυνατά να σ’ ακούσουν καλά. Νά ‘ρθουν ευθύς γιατί ο κόσμος γκρεμίστηκε πια… Τρέξε τώρα!

(Ο τυφλός, η Ισμήνη και η μάνα της μένουν ακίνητοι. Το φως χαμηλώνει. Μπαίνει διακριτικά ο Χάρος).

ΧΑΡΟΣ
(Προς τα όργανα).Όταν σας βλέπω και σας συγκρίνω με τον εαυτό μου, θυμάμαι μια φράση – νομίζω του Καρλ Μαρξ – μια φράση για την ενότητα των αντιθέσεων. Εμείς θα ‘ταν νομίζω πιο σωστό αν χαρακτηρίζαμε τις σχέσεις μας με τον όρο: αντιθετική ενότης! Γιατί κι οι δυο μας βγαίνουμε απ’ το χρόνο – κι οι δυο μας μένουμε και νικάμε το χρόνο – όμως εσείς υπηρετείτε τη ζωή, ενώ εγώ… Τέλος πάντων! (Τρίβει τα χέρια του). Χαίρομαι που σας βλέπω σ’ αυτή τη γωνιά της υφηλίου, που τη λατρεύω. Άλλωστε με κούρασε αφάνταστα η πρωσική γραφειοκρατία του Ντόκτορ Αϊχμαν… Δεν υπήρχε πια η έκπληξη! Στο τέλος, όλα αυτά τα εκατομμύρια Εβραίοι, Σλάβοι καί Βαλκάνιοι που περνούσαν με μαθηματική τάξη πρώτα από τα ντους και μετά από τα κρεματόρια, άρχισαν να με κουράζουν! Η ρουτίνα τσακίζει τα νεύρα! Έτσι, αυτή η κρουαζιέρα μου στην Ελλάδα μου φάνηκε σαν όαση! Κάθε στιγμή η καρδιά μου χτυπά δυνατά, γιατί αυτοί οι άνθρωποι, πρέπει να τ’ ομολογήσω, έχουν φαντασία, έχουν έμπνευση, έχουν προ παντός πρωτοτυπία! Κάθε νεκρός, σχεδόν, έρχεται αναπάντεχα – ανέλπιστα! Από κει που δεν το περιμένεις! Σαν δώρο!

(Πλησιάζει τους μουσικούς).
Μ’ αρέσουν τα λαϊκά τραγούδια! Κι αν στο βάθος είναι η άρνησή μου, μήπως για να υπάρξει άρνηση δεν πρέπει πρώτα να υπάρξει σχέση; Υπάρχει ζωή επειδή υπάρχει θάνατος! Δεν είναι έτσι; Το καθετί θα ξεκινήσει από μένα για να καταλήξει σε μένα! Είμαι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων! Κι όμως, για ένα μικρό επεισόδιο, γι’ αυτό το ελάχιστο πέρασμα κάτω από τη νύχτα των άστρων, πόση αγωνία και πάθος, πόσος πόνος καί δάκρυα! Όχι, δεν θα μπορέσω ποτέ νά καταλάβω τη νοοτροπία των ανθρώπων! Εκατομμύρια χρόνια σκοτώνονται και πεθαίνουν! Κι όμως δεν το ‘χουν πάρει απόφαση ακόμα… (Γυρνά προς την Ισμήνη).
Δεσποινίς, θα υποθέσατε ασφαλώς πως είμαι κανένας τρελός. Για να λυθεί λοιπόν η παρεξήγηση σας αφιερώνω αυτό το παλιό αργεντινό τραγούδι, σε ρυθμό ταγκό, βεβαίως!

Ποιος δεν ξέρει τον Εφιάλτη;
Ο Εφιάλτης ήταν ο πρώτος προδότης!
Τότε ακόμα η προδοσία ήταν αμάρτημα!
Θεοί και άνθρωποι τιμωρούσαν σκληρά τον προδότη.
Ποιος δεν ξέρει τον Εφιάλτη;
Αργότερα ή προδοσία έγινε επάγγελμα!
Οι προδότες πήγαιναν στη δουλειά τους,
όπως οι μαγαζάτορες στα μαγαζιά τους.
Πουλούσαν την πραμάτεια τους
κι έπαιρναν το μισθό τους τακτικά.
Παντρεύονταν ανάμεσα τους
να μη προδώσουν της ράτσας τη σειρά!
Κι όμως όλος ο κόσμος θυμόταν ακόμα
την ιστορία του Εφιάλτη – τόσα χρόνια!
Ώσπου η προδοσία γίνηκε αρετή!
Έγινε καθήκον και για τους προδότες
θεσπίστηκε εύφημος μνεία ειδική!
«Στο σεμνό προδότη τη μεγάλη προδοσία πιστοποι¬ούσα
η πατρίς ευγνωμονούσα!»
Ποιος θυμάται πια τον Εφιάλτη!

(Γυρίζει προς τον τυφλό).

Για σένα, γέροντα, έχω φυλάξει κάτι πιο εύθυμο και πιο μοντέρνο σε ρυθμό σουίνγκ:
Με το ‘να χέρι κρατά το κίτρινο!
Με τ’ άλλο το γαλάζιο!
Τί είναι;
Κι ένα ακόμα εύθυμο!
Αυτό που ψάχνεις περπατώντας
σχηματίζει μαζί σου ορθή γωνία.

(Εξαφανίζεται).

ΤΥΦΛΟΣ
(Σα να ξυπνά). Λες κι είχα εφιάλτη! Κι όμως τα αινίγματα τ’ άκουσα καθαρά. Κίτρινο καί γαλάζιο. Δυο χρώματα χαμένα μέσα στο σκοτάδι του νου μου. Μπορώ άραγε να ξαναθυμηθώ ακριβώς το κόκκινο του κόκκινου (Μπαίνει η Τασία), το κίτρινο του κίτρινου ή το γαλάζιο…

ΤΑΣΙΑ
(Ξεφωνίζει). Τί λες πατέρα;

ΤΥΦΛΟΣ
(Ξαφνιάζεται). Τι σου ‘ρθε και στριγγλίζεις έτσι, παιδί μου;

ΙΣΜΗΝΗ
(Προς το κοινό). «Τη μεγάλη προδοσία πιστοποιούσα η πατρίς ευγνωμονούσα!».

ΤΑΣΙΑ
(Στην Ισμήνη). Ο κύριος Τάκης έρχεται ευθύς να σας βρει.

ΙΣΜΗΝΗ
Ποιος τον ζήτησε; (Δυνατά). Είπα, ποιος τον ζήτησε;

ΤΑΚΗΣ
(Μπαίνει τρέχοντας). Ήρθα, Ισμήνη!

ΙΣΜΗΝΗ
Και να μη ‘ρχόσουνα καλύτερα θα ‘κανες.

ΤΑΚΗΣ
Με φώναξες!

ΙΣΜΗΝΗ
Τώρα πια είναι αργά.

ΤΑΚΗΣ
Αργά για ποιο πράγμα;

ΙΣΜΗΝΗ
Για την προδοσία.

ΤΑΚΗΣ
Ποιος μιλάει για προδοσία;

ΙΣΜΗΝΗ
«Ο Εφιάλτης ήταν ο πρώτος προδότης. Ποιος θα ‘ναι τάχα ο τελευταίος;»

(Γενικό σκοτάδι. Οι ηθοποιοί μένουν στις θέσεις τους).
(Οι μουσικοί κι ο τραγουδιστής ξαναπαίρνουν τις θέσεις τους. Τα φώτα ανάβουν απότομα. Βγαίνει από το σπίτι η μάνα του Παύλου. Με προφύλαξη).

ΤΑΚΗΣ
Για πού το βάλατε, κυρά Σοφία; Αν ζητάτε τον Ανδρέα, είναι στο φούρνο.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ευχαριστώ. (Προχωρεί προς την έξοδο).

ΤΑΚΗΣ
Χτυπήσατε τρεις φορές. Εξάλλου ο φρουρός θα σας γνωρίσει.

ΙΣΜΗΝΗ
Δεν πάει να την αφήσεις, Τάκη, μονάχη μες στη νύχτα. Καλύτερα να την συνοδέψεις.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Ξέρω καλά το δρόμο, Ισμήνη. Εξάλλου φέγγει σαν ημέρα.

ΙΣΜΗΝΗ
Όμως από στιγμή σε στιγμή μπορεί ν’ αρχίσει η μάχη.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Τότε γυρνώ και κρύβομαι.

ΙΣΜΗΝΗ
Από τόσο μακριά;

ΤΑΚΗΣ
Μα ο φούρνος είναι δυο βήματα, Ισμήνη!

ΙΣΜΗΝΗ

Ο φούρνος ναι! Ο τσαγκάρης όχι!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Είσαι με τα καλά σου, παιδί μου; Για ποιον τσαγκάρη μιλάς;

ΙΣΜΗΝΗ
Ζήτημα ζωής ή θανάτου;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Φίδι φαρμακερό! Από πού κινδύνεψα να πιάσω αγγόνι!

ΙΣΜΗΝΗ
Τάκη, ρώτησέ την. Ζήτημα πιότερο ζωής ή θανάτου;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Θανάτου για το δύστυχο προδότη!

ΤΑΚΗΣ
Μα επιτέλους εξήγησέ μου, Ισμήνη, να καταλάβω τι συμβαίνει!

ΙΣΜΗΝΗ
Ούτε έγκλημα, ούτε επάγγελμα – ούτε καθήκον. Προδοσία για έρωτα μόνο καί πόνο. Σκύψε ν’ ακούσεις.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Γέροντα, γκρεμίζομαι και σηκωμό δεν έχω. Τα μεσάνυχτα τελειώνουν όλα για μένα… Το παιδί μου δεν μπορώ πια να ειδοποιήσω και σαν το αθώο ελάφι θα ‘ρθεί να πέσει στο φονικό το δόκανο. Μπροστά στα ίδια μου τα μάτια.

ΤΥΦΛΟΣ
Τα μάντεψα όλα κι’ αλήθεια δε βρίσκω συφορά πιο μεγάλη απ’ τη δική σου.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Πες μου κάτι κι εσύ να ελπίζω.

ΤΑΣΙΑ
Μπορεί ο γιος σου να εμποδιστεί…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Θα κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για να ‘ρθει, γιατί καθώς είπε είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Τώρα πια ξέρουμε…
(Μπαίνει ο Περικλής).

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Ισμήνη! (Τρέχει και πέφτει στην αγκαλιά της).

ΙΣΜΗΝΗ
Ήρθες αργά! Όλα ήρθαν αργά! Ο χρόνος έχασε το μέτρο του! Καλπάζει και δεν μπορεί να τόνε φτάσεις πια.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Μη χάνεις την ελπίδα! Τίποτα δεν τέλειωσε ακόμα αφού τίποτα δεν άρχισε.

ΙΣΜΗΝΗ
Πώς δεν άρχισε; Τον πήραν τον πατέρα μας καί πάνε.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Όμως θα τον αφήσουν μόλις παραδοθώ.

ΙΣΜΗΝΗ
Ποια συμφορά απ’ τις δυο είναι η πιο μικρή; Δε μου λες;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Τρέχω πριν είναι πολύ αργά!

ΤΑΚΗΣ
Δεν έχεις να πας πουθενά! (Μπαίνουν ο Ανδρέας με τους άλλους).

ΑΝΔΡΕΑΣ
Μάνα!

ΜΑΝΑ
Μάνα το Χάρο πια να κράζεις.

ΑΝΔΡΕΑΣ
Μάνα, δε σε καταλαβαίνω.

ΜΑΝΑ
Μου μένει δε μου μένει μια ώρα να ζήσω ακόμα. Αυτό δε ζητούσες; Σε λίγο θα δεις με τα ίδια σου τα μάτια τη σφαγή του αδελφού σου!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Πού; – Πώς; – Πότε;

ΜΑΝΑ
Τους φίλους σου ρώτα. Θα σου πουν αυτοί καλύτερα με ποιο τρόπο και πού θα πιουν του γιου μου το αίμα.

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ερχόμουν να σου πω πως μού ‘ρθε κλήση για το στρατό. Σε δυο μέρες φεύγω για το βουνό και σ’ αφήνω μανούλα, ολομόναχη.

ΜΑΝΑ
Τώρα μπορείς να φύγεις ήσυχος. Πίσω μανούλα δεν αφήνεις.

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Στον Τάκη). Εξήγησέ μου εσύ γιατί η μάνα μου μιλά με γρίφους.

ΤΑΚΗΣ
Με γρίφους σωστούς. Μες στα δόκανά μας σε λίγο θα πέσει ο Παύλος!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν μ’ άφηνες να φύγω.

ΤΑΚΗΣ
Τους έχουμε στο χέρι! Πόσο μπορεί νά βαραίνει ο πατέρας σου μπρος στο κεφάλι ενός αρχηγού;

ΙΣΜΗΝΗ
(Με αγωνία). Θα τους ανταλλάξετε;

ΤΑΚΗΣ
Είσαι τρελή! Πρώτα θ’ αφήσουν το γέρο σας κι ύστερα εμείς τον κανονίζουμε. Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει η αστυνομία!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ποιος σου ‘πε να ειδοποιήσεις;

ΤΑΚΗΣ
Κανένας! Μόνος μου το αποφάσισα!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Κι από πότε μπορείς ν’ αποφασίζεις για τη ζωή του αδελφού μου εσύ;

ΤΑΚΗΣ
Αδερφός σου ο Παύλος; Εσύ δεν είσαι που ‘θελες να του πιεις το αίμα;

ΑΝΔΡΕΑΣ
Να του το πιω εγώ, ο ίδιος! Άλλος κανένας δεν έχει το δικαίωμα ν’ αγγίξει απάνω του! Ποιος τον πρόδωσε;
(Σιγή).

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ποιος τον πρόδωσε;

ΜΑΝΑ
Με το ίδιο του το αίμα ζέσταινε την οχιά!

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Στην Ισμήνη). Με τόση αγάπη! Πώς μπόρεσες;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Και τον πατέρα μου; Ξεχνάς πως είναι και δικός της πατέρας;

ΤΑΚΗΣ
Ανδρέα, πάρε τη μάνα σου και φεύγα! Άλλο τίποτα δεν μπορεί να γίνει.

(Μπαίνει η μάνα του Νικολιού).

ΤΥΦΛΟΣ
Κόρη μου, γιατί αυτή η ξαφνική ησυχία; Έφτασε τάχα η φοβερή στιγμή;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Μαύρα πουλιά που πετάτε στον ουρανό.
Μαύρα πουλιά που ‘χετε νύχια γαμψά
με ράμφη βαμμένα στο αίμα.
Πάρτε μιαν ανάσα στην πούλια.
Πάρτε δυο ανάσες στο φεγγάρι.
Πάρτε τρεις ανάσες στον Υμηττό
καί χιμήξτε κατά πάνω μου.
Βγάλτε μου τα μάτια – τα σπλάχνα.
Φάτε μου την καρδιά.
Να μου γλυκάνει ο πόνος.

ΜΑΝΑ ΝΙΚΟΛΙΟΥ
(Προς το κοινό).
Το Νικολιό μου τον πήγα στο σχολείο.
Στην αυλή του αγόρασα κουλούρι και τυρί.
Του ‘δωσα και μια δραχμή να πάρει σάμαλι που του αρέσει.
Ο τσαγκάρης μου ‘πε να του τον δώσω παραγιό,
να μάθει την τέχνη και να τον βοηθάει στο σπίτι.
Όμως εγώ προτίμησα να δουλεύω διπλά
για να τόνε σπουδάσω, να γίνει άνθρωπος σωστός
και να ξεφύγει απ’ τη μιζέρια του φτωχού και του αγράμματου.
Σήμερα μόλις μου ‘παν στο σχολείο
πως είναι ο πρώτος μαθητής
και θα του δώσουν και βραβείο.

(Μπαίνουν βιαστικά η ΠΟΠΗ και ο ΠΑΤΕΡΑΣ της).

ΠΑΤΕΡΑΣ ΠΟΠΗΣ
Φέρνουν το Νικολιό αλυσοδεμένο. Τους είδαμε από την οδό Άγκυρας να κατηφορίζουν. Τον φρουρούν άνδρες οπλισμένοι σαν αστακοί!

ΠΟΠΗ
Εγώ τον γνώρισα! Από τα ρούχα του!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Τα λογαριάσατε όλα χωρίς τον ξενοδόχο! Μάνα μείνε εδώ! Εγώ τρέχω να προλάβω τον Παύλο!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παιδί μου, να ‘χεις την ευχή μου! Το ‘ξερα εγώ πως πάνω απ’ όλα είναι η αγάπη του αδελφού.

ΤΑΚΗΣ
(Με το όπλο μπροστά). Το όπλο κάτω και τα χέρια ψηλά!
Αδέρφι σου – ξαδέρφι σου ο Παύλος Παπαμερκουρίου θα πεθάνει!

(Μπαίνει το απόσπασμα).

ΤΑΚΗΣ
Σας τον παραδίνω. Ήταν δικός μας. Όμως το αίμα το αδελφικό ξύπνησε μέσα του και τα χτύπησε όλα κάτω.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Φωνάζει). ΠΑΥΛΟΟΟ (Καθώς τρέχει προς το γεφυράκι όπου την πιάνουν και την φέρνουν πίσω).

ΤΥΦΛΟΣ
(Προς το κοινό).
Μπροστά σε μας. (Δείχνει τη σάλα) και μπροστά σ’ αυτούς (Δείχνει τα όργανα) γίνονται πράξεις ανίερες.
Τόσο μακριά έφτασε πια η τόλμη του ανθρώπου, που ξεπέρασε τα όρια της ανθρωπιάς. Μια τέτοια τόλμη πληρώνεται βαριά, κι από τον ένοχο κι από τον αθώο!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ήθελα να μείνω πάντα Έλληνας και μου ξέσχισαν την καρδιά.
Θέλω μονάχα όταν θα ‘ρθεί και η δική σας η σειρά, να ‘ναι μπροστά σας μάτια αγαπημένα,
να δουν το τέλος σας, ώσπου να γίνουν κόκκινα από το αίμα και τον πόνο σαν τα δικά μας…
(Τον οδηγούν μαζί με τη μάνα του στο βάθος).

(ΜΟΥΣΙΚΗ: Σόλο κλαρίνο με σαντούρι. Τα φώτα χαμηλώνουν. Προετοιμάζονται τα μεσάνυχτα).

ΤΥΦΛΟΣ
Θυμάσαι, Τασία, το χειμώνα που έπλεκες στη λάμπα τα πουλόβερ του Λεωνίδα καί του Κώστα;

ΤΑΣΙΑ
Όχι, πατέρα!

ΤΥΦΛΟΣ
Για θυμήσου καλά. Τότε που καυγάδιζες μαζί τους για τα χρώματα.

ΤΑΣΙΑ
Θυμάμαι. Αλλά πολύ λίγο.

ΤΥΦΛΟΣ
Τι χρώμα, αλήθεια, είχες διαλέξει;

ΤΑΣΙΑ
Μαύρο, όπως πάντα!

ΤΥΦΛΟΣ
Όχι, όχι! Κάτι άλλο που δεν το ‘θελαν εκείνοι γιατί το ‘βρισκαν γυναικίσιο. Θυμάσαι;

ΤΑΣΙΑ
Ίσως πράσινο…

ΤΥΦΛΟΣ
(Μιμείται). Με το ‘να χέρι κρατά το κίτρινο με τ’ άλλο το γαλάζιο! Τι είναι;

ΤΑΣΙΑ
Τι είναι πατέρα;

ΤΥΦΛΟΣ
Μήπως ήταν το ‘να κίτρινο και τ’ άλλο γαλάζιο;

ΤΑΣΙΑ
Ίσως, πατέρα. Γιατί;

ΤΥΦΛΟΣ
Τα φορούσαν στη φυλακή;

ΤΑΣΙΑ
Μπορεί!

ΤΥΦΛΟΣ
Να τα φορούν ακόμα;

ΤΑΣΙΑ
(Με υψωμένη φωνή). Και βέβαια θα τα φορούν!

ΤΥΦΛΟΣ
Χωρίς ν’ αλλάξουν;

ΤΑΣΙΑ
Γιατί ν’ αλλάξουν;

ΤΥΦΛΟΣ
Τα φορούν πάντα;

ΤΑΣΙΑ
Ίσως για να μας θυμούνται.

ΤΥΦΛΟΣ
Λες να μας θυμούνται όπως εμείς;

ΤΑΣΙΑ
Όπως ακριβώς και μεις!

ΤΥΦΛΟΣ
Και γι’ αυτό δεν αλλάζουν;

ΤΑΣΙΑ
Γι’ αυτό δεν αλλάζουν!

(Φτάνουν τα μεσάνυχτα. ΜΟΥΣΙΚΗ: ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ. Η Ισμήνη τραγουδά ακουμπισμένη στην πόρτα του σπιτιού της. Προς το τέλος κοιτάζει με αγωνία προς το γιοφύρι).

ΙΣΜΗΝΗ
Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες,
προδομένη μου αγάπη,
τα μεσάνυχτα που σμίγουν οι καρδιές μας,
προδομένη μου αγάπη,
ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – σημαίνει
ΝΤΑΝ το τέλος της αγάπης.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουν μες’ στ’ αστέρια.

Τα μεσάνυχτα που ‘ναι μακριά ο ήλιος
προδομένη μου αγάπη,
τα μεσάνυχτα που ‘ναι κοντά οι ζωές μας,
προδομένη μου αγάπη,
ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – σημαίνει
ΝΤΑΝ το τέλος της αγάπης.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε στ’ αστέρια.

Τα μεσάνυχτα θα σε περιμένουν,
προδομένη μου αγάπη,
σαν θα φύγει το φεγγάρι, στο σκοτάδι,
προδομένη μου αγάπη,
ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – ΝΤΑΝ – σημαίνει
ΝΤΑΝ το τέλος της ζωής μας.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουν μες στ’ αστέρια.

(Μπαίνει ο Παύλος).

ΙΣΜΗΝΗ (Με κραυγή).

Φύγε Παύλο!

(Τρέχει προς το γιοφύρι. Πυροβολισμοί απ’ όλες τις μεριές. Η Ισμήνη μένει κεραυνόπληκτη στη μέση. Τραυματισμένος έως θανάτου, σωριάζεται στο μέσον της σκηνής. Παύση. Η μάνα του κι ο Περικλής τρέχουν και πέφτουν απάνω τους αμίλητοι. Το απόσπασμα και οι ένοπλοι πιάνουν τον Παύλο.

Όταν η κίνηση σταματήσει, στο βάθος δεξιά έρχεται μέσα στο ημίφως η σκιά του Νικολιού ανάμεσα στους φρουρούς του. Ο επικεφαλής τον πλησιάζει και του μιλά. Ο Νικολιός θα πρέπει να παραμένει πάντοτε στο ημίφως).

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος σ’ έστειλε και τους ειδοποίησες στον Άη -Γιάννη;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος σ’ οργάνωσε;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος ο Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος πήγε στην Καλλιθέα και στείλανε ενισχύσεις;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος διέταξε να συλλάβουν τον κ. Στεφάνου;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Ο Παύλος Παπαμερκουρίου.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Ποιος δολοφόνησε την Ισμήνη Στεφάνου;

(ΜΟΥΣΙΚΗ: ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΙΚΟΛΙΟ).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Τον Παύλο και το Νικολιό
τους πάνε για ταξίδι,
με βάρκα δίχως άρμενα,
με πλοίο δίχως ξάρτια.

(Η μουσική συνεχίζεται).

ΤΥΦΛΟΣ
Πάμε κόρη μου, Τασία. Είναι η πρώτη φορά που ευλογώ τον Θεό που δεν έχω φως. Πώς θα φτάσει ο άνθρωπος σε τόση δυστυχία, μόνο αν το δεις με τα ίδια σου τα μάτια μπορείς να το πιστέψεις. Δεν έχω μάτια κι έτσι, αν και τ’ ακούω όλ’ αυτά καθαρά, μπορώ ακόμα να ελπίζω.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Να ελπίζεις σε τι, γέρο;

ΤΥΦΛΟΣ
(Κεραυνωμένος, γυρίζει αργά προς τη μεριά της). Δύστυχη μανούλα. Απ’ όλους τους γονιούς της γης η πιο δυστυχισμένη είσαι σύ…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Και συ, γέρο, τι να ‘σαι;

ΤΥΦΛΟΣ
Πόνεσα βαθιά. Όμως ο δικός σου ο πόνος δεν έχει βυθό. (Πάει να φύγει).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Τον παρακολουθεί χαμένη μέσα στον πόνο της).

ΤΥΦΛΟΣ
Τώρα διπλά λαχταρώ να σφίξω τους γιους μου. Γι’ αυτό πρέπει να βιαστούμε κόρη μου!

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Τ’ άρμενα τα ‘καψε φωτιά.
Τα ξάρτια καταιγίδα.
Και το ταξίδι θάνατος,
που γυρισμό δεν έχει.

(Η μουσική συνεχίζεται).

ΤΥΦΛΟΣ
Πονώ για τον πόνο σου, μανούλα. Όμως ό,τι κι αν πω, κι όσο κι αν κλάψω ξένος θα ‘μαι.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Υπόκωφα).Ναι•…Γιατί είσαι τυφλός και δεν βλέπεις τον δικό σου, που ‘ναι διπλός!

ΤΥΦΛΟΣ (Με ανατριχίλα).Τι θες νά πεις;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Αυτό που εσύ δεν είδες κι ούτε θα δεις πια, εγώ το βλέπω και το ξέρω…

ΤΑΣΙΑ
(Τον τραβά). Πατέρα, καιρός να φεύγουμε πια.

ΤΥΦΛΟΣ
(Ακίνητος). Για πού, κόρη μου;

ΤΑΣΙΑ
(Ψιθυριστά). Νά βρούμε το Λεωνίδα και τον Κώστα!

ΤΥΦΛΟΣ
(Αποκαμωμένος). Με το ‘να χέρι κρατά το κίτρινο. Με τ’ άλλο το γαλάζιο.

ΟΛΟΙ
(Με κραυγή). Τι είναι;

ΤΥΦΛΟΣ
Στ’ αριστερό τη θάλασσα και στο δεξί τους κάμπους!

ΠΑΥΛΟΣ
Μάνα μου, έχε γεια. (Γυρνά προς την Ισμήνη). Οι γλάστρες σου θα μένουν απότιστες καί συ δεν θα το ξέρεις! (Τον βγάζουν). Ακολουθεί ο Νικολιός, οι μανάδες τους και οι φρουροί. Το φως χαμηλώνει κλιμακωτά).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Του Παύλου και του Νικολιού
οι μάνες πάνε αντάμα.
Ρωτούν το χώμα να τους πει
και κείνο στάζει αίμα.
Δεν είναι αναστεναγμός
που βγαίνει από το χώμα,
μόνο πηγή λαχταριστή
νά πιεις να ξεδιψάσεις.

(ΣΚΟΤΑΔΙ. Αρχίζει η ΕΙΣΑΓΩΓΗ. ΜΟΥΣΙΚΗ: ΣΤΑ ΠΕΡΙΒΟΛΙΑ. Το φως ξανάρχεται αργά. Πρώτα στα όργανα. Μετά στις τρεις μάνες που είναι καθισμένες με τις μάσκες μπροστά στις πόρτες τους καί γνέθουν. Μπαίνουν τρεις στρατιώτες. Η μουσική σταματά. Οι μάνες δεν απαντούν, δεν αντιδρούν, δεν συμμετέχουν).

Α’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Ζητάμε την κυρία Παπαμερκουρίου.

( Παύση).
Β’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Είμαστε μαζί με το γιο της τον Ανδρέα, στην ίδια διμοιρία.

(Παύση).
Α’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Σκοτώθηκε στο πλευρό μου. Από βλήμα όλμου. Είχαμε μείνει σύμφωνοι όποιος ζήσει νά πάει στο σπίτι του άλλου…

Γ’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Εγώ φέρνω τα ατομικά του είδη!

Ξαναρχίζει η ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Βγαίνουν οι ηθοποιοί κρυμμένοι πίσω από κινητά ντεκόρ, που παριστάνουν περβόλια κι ανθισμένους κήπους. Μαζί με το τραγούδι μπαίνει ο Ανδρέας αγκαλιά μ’ άλλους φαντάρους σκοτωμένους για να χορέψει τον τελευταίο του χορό μπρος στη μάνα του.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Στα περιβόλια μες στους ανθισμένους κήπους
σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό
και το Χάρο θα καλέσουμε
να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί.
Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά
και γω θα ‘ρθώ με το μικρό μου μπαγλαμά.
Αχ! και γω θα ‘ρθώ.
Μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες Χάρε.
Πάμε στα περιβόλια για χορό
Στα περιβόλια μες στους ανθισμένους κήπους
αν σε πάρω Χάρε στο κρασί
αν σε πάρω στο χορό και στο τραγούδι
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή.
Κράτα την καρδιά σου μάνα γλυκιά
κι εγώ είμ’ ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά.
αχ, για μια ματιά -
Για το μέτωπο σαν έφυγα μανούλα
συ δεν ήρθες να με δεις.
Ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τραίνο
που με πήγε πέρ’ απ’ τη ζωή…

(Η μουσική συνεχίζει με την ΕΙΣΑΓΩΓΗ απ’ το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ. Στο τραγούδι – που το λεν όλοι μαζί – ξαφνικά τα φώτα γίνονται εκτυφλωτικά και οι ηθοποιοί αποκαλύπτονται καθώς υψώνουν απότομα τα ντεκόρ, γυρίζοντάς τα συγχρόνως ανάποδα όπου θα ‘ναι σχεδιασμένα πολύχρωμα βυζαντινά ψηφιδωτά. Οι μάνες γνέθουν απορροφημένες στο έργο τους. ΟΛΟΙ οι ηθοποιοί του έργου με μέτωπο προς τό κοινό τραγουδούν το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ).

ΟΛΟΙ
Ενωθείτε βράχια – βράχια.
Ενωθείτε χέρια – χέρια.
Τα βουνά και τα λαγκάδια πιάστε το τραγούδι.
Πολιτείες και λιμάνια μπείτε στο χορό.
Σήμερα παντρεύουμε τον ήλιο,
τον ήλιο με την νύφη την μονάκριβη την Πασχαλιά!
Πασχαλιά μας κοπελιά μας
κάμποι, θάλασσες, βουνά μας,
μάνες, κόρες – σκοτωμένα αδέλφια – πατεράδες
ένα δέντρο, με μια ρίζα, μια πηγή, μια βρύση.
Σήμερα παντρεύουμε τον ήλιο
τον ήλιο με τη νύφη την μονάκριβη την Πασχαλιά.
Πολυχρόνιος ημέρα – Υπερμάχω! – Υπερμάχω!

ΑΥΛΑΙΑ

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

Ιούνιος 16th, 2018

Με πολύ μεγάλη καθυστέρηση – ενός μήνα και βάλε – προχωράμε στο πρώτο μέρος της ανάρτησης που ο Παληοτάκης είχε επιλέξει και περίμενε όσο τίποτα άλλο.
Πρόκειται για το θεατρικό έργο “ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ”, το οποίο είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης.
Βλέπετε, ήδη δυσκολευόμαστε να πούμε σκέτο “Μίκης”. Αυτός που κρατούσε γερό το νήμα της οικειότητας που μας συνέδεε με τον μεγάλο Έλληνα δεν είναι πια μαζί μας. Αλλά, προσπερνάμε τον πόνο… Γιατί, διαφορετικά, δεν θα μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε το έργο που αναλάβαμε να συνεχίσουμε.
Την έκδοση αυτή την είχε βρει πρόσφατα ο Παληοτάκης στο αρχείο του. Είναι του 1962. Αν θυμόμαστε καλά, ο Παληοτάκης είχε πει πως λίγοι και καλοί σύντροφοι είχαν αναλάβει τη διακίνηση του βιβλίου στα δύσκολα αλλά δυναμικά εκείνα χρόνια. Έτσι, του έμεινε ένα αντίτυπο. Πιθανόν και κάποιοι άλλοι να κατάφεραν να διατηρήσουν στη βιβλιοθήκη τους το μικρό αυτό βιβλιαράκι.
Από όσο μπορούμε να πούμε πως ξέραμε τον Παληοτάκη, επιθυμούσε τη δημοσίευση αυτού του έργου όχι μόνο για την ιστορική αξία της έκδοσης αλλά, κυρίως, για την επικαιρότητα του μηνύματος.
Ένα έργο για τη ματαιότητα, τη σκληρότητα, την καταστροφή, τον κίνδυνο που σπέρνει ο εμφύλιος σπαραγμός.
Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία – όσοι επιβιώνουν ακόμα – τα έζησαν στο πετσί τους. Οι κάπως νεότεροι ζήσαμε τα απόνερα του μίσους και του διχασμού. Οι νέοι τα έχουν διαβάσει, όσοι το έχουν κάνει. Σίγουρα, όμως, η Ελλάδα πληρώνει ακόμα τις πληγές αυτού του διχασμού.
Ο Παληοτάκης δεν έπαυε να μας λέει πως οι μέρες που ζούμε είναι επικίνδυνες και πονηρές. Συχνά τον ακούγαμε με ελαφρό μειδίαμα πιστεύοντας πως κάποιες πολιτικές φιγούρες είναι απλώς καρικατούρες και μάλιστα θλιβερές και γελοίες. Φοβόμαστε, όμως, ότι αυτά που ακούγαμε από το στόμα του Παληοτάκη, οι σκέψεις και οι αγωνίες που τον βασάνιζαν δεν θα αποδειχθούν τόσο ανεδαφικές. Αρχίζουν να μας προβληματίζουν – ίσως και να μας τρομάζουν – κάποιες πολιτικές συμπεριφορές που βλέπουμε να ξεδιπλώνονται αυτές τις μέρες. Έτσι, παρά τη δυσκολία μας λόγω του χαμού του φίλου και συντρόφου, του Παληοτάκη, επιταχύναμε και “βιάσαμε” τα συναισθήματά μας, προκειμένου να δημοσιεύσουμε αυτή την ανάρτηση.
Καλούμε τους φίλους να διαβάσουν το έργο αυτό με τα αδέλφια που αλληλοσφάζονται. Το έργο, για την εποχή, δεν ήταν μόνο συμβολικό. Για πολλές οικογένειες υπήρξε ζοφερή πραγματικότητα.
Το δεύτερο μέρος, ελπίζουμε, θα ακολουθήσει σύντομα.
Δεν συνεχίζουμε με τα εισαγωγικά σχόλια, γιατί νιώθουμε πόσο μας λείπει ο εμπνευστής αυτής της προσπάθειας και πόσο στερεύουμε από λόγια, όταν δεν αντλούμε από την πηγή της εμπειρίας και της ανάλυσης του Παληοτάκη.
Σου το αφιερώνουμε, Παληοτάκη, για όσα πάλεψες, γι’ αυτά που πίστεψες, για όσα ήθελες και δεν τα έφτασες… Όσο περνάει από το χέρι μας, θα ικανοποιήσουμε αυτό που μας ζήτησες… κάποτε που κανείς δεν πίστευε πως το τέλος ήταν τόσο κοντά και τόσο αιφνίδιο…

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΝΗ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ
ανεβάστηκε για πρώτη φορά από το
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΘΕΑΤΡΟ του ΜΑΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΗ
στις 15 Οκτωβρίου του 1962
στο
ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΛΟΥΤΑ
στην
ΑΘΗΝΑ

Με σκηνοθεσία του ΠΕΛΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ
Σκηνικά και κοστούμια του ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
και χορογραφίες της ΖΟΥΖΟΥ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ

ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

ΠΡΩΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (Παπαμερκουρίου)

ΜΑΝΑ                                                          ΛΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
ΠΑΥΛΟΣ, γιος της, 20 ετών (αριστερός)    Ν. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ, γιος της, 25-30 ετών, (δεξιός)   ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΠΑΣ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (Στεφάνου)

ΠΑΤΕΡΑΣ                                     ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΜΕΝΙΔΗΣ
ΜΑΝΑ                                         ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
ΙΣΜΗΝΗ, κόρη τους, 18 ετών     ΒΕΡΑ ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΥ
ΠΕΡΙΚΛΗΣ, γιος τους, (δεξιός)    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΤΡΙΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ΜΑΝΑ                                             ΜΠΕΤΤΥ ΑΡΒΑΝΙΤΟΥ
ΝΙΚΟΛΙΟΣ, 20-25 ετών, (αριστερός)   ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΡΑΣ

ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Κος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ                      ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΟΠΗ, κόρη του                            ΖΩΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΑΚΗΣ, αρχηγός των Δεξιών      ΘΟΔΩΡΟΣ ΕΞΑΡΧΟΣ
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ, που σκότωσαν το παιδί της  ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΠΕΜΠΕΔΕΛΗ
ΕΝΑΣ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ μαζί με τούς άνδρες του  ΝΙΚΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ
ΕΝΑΣ ΤΥΦΛΟΣ                                  ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
ΤΑΣΙΑ, κόρη του, 16 ετών               ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΟΥ
ΧΑΡΟΣ, με άσπρο κοστούμι και παπιγιόν     ΜΑΚΗΣ ΠΑΝΟΡΓΙΟΣ
ΓΡΗΓΟΡΗΣ, αρχηγός των ανταρτών με τούς άνδρες του Κ. ΧΡΕΛΙΑΣ
ΛΑΪΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ          ΓΡ. ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ

ΛΑΙΚΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΝΕΖΗΣ (Μπουζούκι)
ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΛΕΣΣΑΣ
(Κιθάρα)

ΛΑΪΚΟΙ ΧΟΡΕΥΤΕΣ Δ. ΑΠΥΡΑΝΘΙΤΗΣ, Α. ΜΙΧΑΣ, Ζ. ΣΟΚΟΡΕΛΛΗΣ

ΟΜΑΔΑ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ (Μάνα και δύο αδέλφια)
ΖΟΥΖΟΥ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ (ΛΥΔΙΑ ΓΡΑΒΑΝΗ)
Κ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ Κ. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αρχίζοντας απ’ τ’ αριστερά : Μια χαλασμένη ξύλινη γέφυρα, το σπίτι του Νικολιού, η εξέδρα των μουσικών, άνοιγμα που βγαίνει προς τον Υμηττό, το σπίτι της Ισμήνης δίπατο, με λίθινη σκάλα που οδηγεί σ’ ένα μπαλκόνι – χαγιάτι. Τα τρία σπίτια χτισμένα σε ημικύκλιο σχηματίζουν μπροστά τους ένα είδος ορχήστρας. Πίσω απ’ τα σπίτια συνοικιακές πολυκατοικίες. Στο μέσον πίσω απ’ τον Υμηττό, ένα μεγάλο κομμάτι ουρανού.

ΜΟΥΣΙΚΗ: Δοξαστικό (Με όργανα). Ανοίγει η αυλαία. Φωτισμός ουδέτερος. Οι τρεις μάνες, με μάσκες, πλέκουν καθισμένες μπροστά στις πόρτες τους. Δύο – τρία παιδιά χαζεύουν το φωνόγραφο – με χωνί – απ’ όπου βγαίνει η μουσική.
Μπαίνουν ο Περικλής με τον Ανδρέα. Έχουν σχολάσει απ’ τη δουλειά. Είναι ακόμη βρώμικοι. Ο πρώτος πηγαίνει κατά τη μάνα του, ο δεύτερος προχωρεί προς το φωνόγραφο. Βγάζει τη βελόνα. Σιωπή. Επακολουθεί σκοτάδι.

ΜΟΥΣΙΚΗ : Απρίλης. Οι μάνες στην ίδια θέση και κίνηση αλλά δίχως μάσκες. Τρεις λαϊκοί χορευτές, μπροστά χορεύουν. Οι τρεις της παντομίμας στο βάθος πλάι στην εξέδρα. Ο Ανδρέας πλάι στον Περικλή, μπροστά στο σπίτι του τελευταίου. Η Πόπη κι ο Νικολιός πλάι στη μάνα του. Ο ουρανός αλλάζει χρωματισμούς απ’ το μενεξεδί προς το κόκκινο – αιμάτινο – όλοι γυρνούν και τον παρακολουθούν. Εκτός από τους χορευτές και τις μάνες.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ «Ο ΑΠΡΙΛΗΣ»

Απρίλη μου —Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε
Καρδιά μου πως αντέ-
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
Μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές.

Αστέρι μου – Αστέρι μου χλωμό του φεγγαριού αχτίδα,
στο γαϊτανόφρυδο – στο γαϊτανο – στο γαϊτανόφρυδό σου
κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξώβεργο.

Λουλούδι μου – Λουλούδι μυριστό και ρόδο μυρωδάτο
στη μάνα σου θα ‘ρθώ
Στη μάνα σου – στην μάνα σου θα ‘ρθώ
να πάρω την ευχή της και το ταίρι π’ αγαπώ.

Γιομίζ’ η γειτονιά – τραγούδια και φιλιά.
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
μα το ‘χω μυστικό.

Μπαίνει απ’ το σοκάκι ορμητικά, λαχανιασμένος ο Τάκης ανεμίζοντας το ρεβόλβερ του. Σταματά απότομα και μαζί του ακινητούν τα πάντα. Η μουσική κόβεται με το μαχαίρι και όλοι γυρίζουν κατά τον Τάκη. Όμως πριν ο τελευταίος προφτάσει να σταματήσει το λαχάνιασμά του, για να μιλήσει, ακούγονται ριπές πολυβόλου, στο βάθος αριστερά. Το φως χαμηλώνει: Γίνεται κίτρινο.

Προετοιμάζεται η ΠΑΡΟΔΟΣ.

ΠΑΡΟΔΟΣ
Μπαίνουν στη σειρά, τελετουργικά απ’ το γιοφυράκι πρώτα τα όργανα και στο τέλος ο τραγουδιστής. Είναι όλοι ντυμένοι κατάμαυρα. Τα πρόσωπα έντονα ασπροκίτρινα. Κρατούν τα όργανα παράλληλα προς το σώμα τους, στο δεξί τους χέρι. Πηγαίνουν με βήματα αργά κατευθείαν προς την εξέδρα και κάθονται στη θέση τους.
Μια κοπέλα και δυο παλικάρια έρχονται μπροστά στο προσκήνιο και παίρνουν θέσεις για την παντομίμα. Η κοπέλα περνάει ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της γιατί θα παραστήσει τη μάνα.

Τα παιδιά παίρνουν θέση πλάι τους.

Αρχίζει η Εισαγωγή. Το φως υπάρχει ακόμη ώσπου να μη φαίνονται παρά οι μουσικοί και η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ»

Δυο γιους είχες μανούλα μου, δυο δένδρα, δυο ποτάμια,
Δυο κάστρα Βενετσιάνικα, δυο δυόσμους δυο λαχτάρες.
Ένας για την Ανατολή, κι ο άλλος για τη Δύση
και συ στη μέση μοναχή, μιλάς ρωτάς τον ήλιο:
- Ήλιε, που βλέπεις τα βουνά, που βλέπεις τα ποτάμια,
όπου θωρείς τα πάθη μας και τις φτωχές μανούλες,
αν δεις τον Παύλο φώναξε και τον Ανδρέα πες μου.
Μ’ ένα καημό τ’ ανάστησα, μ’ ένα λυγμό τα εγέννα.
Μα κείνοι παίρνουνε βουνά, διαβαίνουνε ποτάμια.
Ένας τον άλλον ψάχνουνε για ν’ αλληλοσφαγούνε.
Και κει στο πιο ψηλό βουνό, την πιο ψηλή ραχούλα
σιγά – κοντά πλαγιάζουνε κι όνειρο ίδιο βλέπουν.
Στης μάνας τρέχουνε κι οι δυο το νεκρικό κρεβάτι,
μαζί τα χέρια δίνουνε, της κλείνουνε τα μάτια
και τα μαχαίρια μπήγουνε βαθειά μέσα στο χώμα
κι απ’ έκει ανάβλυσε νερό, να πιεις, να ξεδιψάσεις.

Η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ θα πρέπει να είναι απλή ερμηνεία του τραγουδιού.

Η Μάνα δείχνει τους γιους της – τη δύναμή τους, την ευτυχία της.

Ο ένας φεύγει για την ανατολή κι ο άλλος για τη δύση. Δείχνουν όλο το μίσος τους κι η μάνα όλη της την απελπισία.

Μπαίνει ο Ήλιος: Ένα μικρό παιδί που κρατά καρφωμένο σ’ ένα κοντάρι έναν ζωγραφισμένο ήλιο.

Η Μάνα κουβεντιάζει με τον Ήλιο και βγαίνει μαζί του απ’ το γιοφυράκι.

Τ’ αδέρφια βγάζουν τα μαχαίρια τους. Ψάχνουν σκυφτοί και απειλητικοί γύρω τους, προχωρώντας ο ένας προς τον άλλον.

Πλαγιάζουν δίπλα – δίπλα δίχως να ‘χουν ιδωθεί.

Ξυπνούν και τινάζονται μαζί όρθιοι. Τρέχουν προς το σοκάκι, γονατίζουν, δίνουν τα χέρια.

Έρχονται προς τα μπρος. Υψώνουν μαζί τα μαχαίρια και τα χτυπούν με δύναμη στο πάτωμα. Φεύγουν αγκαλιασμένοι.

Με το χτύπημα : Φως, ριπές, κίνηση.

ΜΑΝΑ ΙΣΜΗΝΗΣ
Τάκη, τί, συμβαίνει;

ΤΑΚΗΣ
(Παίζοντας το όπλο του). Πριν σας διηγηθώ τα τελευταία νέα, παίρνω την άδειά σας για να χαιρετήσω τα λαϊκά Όργανα και τον Τραγουδιστή. (Γυρνά και υποκλίνεται ελαφρά, αλλά με αληθινό σεβασμό).
Χαίρε Μπιθικώτση, με την ξυλένια φωνή, που κάποιος, κάποτε θα προσπαθήσει να την πλανιδίσει.
Και συ θα ενδώσεις για να δοξαστείς!
Όμως σήμερα, που ήρθες ανάμεσά μας, σε θερμοπαρακαλώ, ξέχασε τους δασκάλους σου και ξανάγινε απλός! Απλός όσο και μεις, αυτοί οι δρόμοι, αυτά τα σπίτια! Όσο άτσαλα είναι τα λόγια μας κι οι πράξεις μας αλογάριαστες. Γιατί έτσι γεννηθήκαμε, βρεθήκαμε ξαφνικά στη μέση της γης, πάνω σ’ ένα βράχο, με τσαρούχια, με μπιστόλια, θερμόαιμοι μα στο βάθος παιδιά.
Μας καίει το δίκιο και μας θερίζει η αδικία. Όμως το φιλότιμο είναι που μας κυβερνά! Για ένα φιλότιμο ζούμε, για ένα φιλότιμο πεθαίνουμε!
(Ακούγονται μακρινές ριπές. Αλλάζει τόνο).
Με το πεθαίνουμε, θυμήθηκα την ιστορία του θείου του θείου μου απ’ την Κρήτη.
(Γυρίζει προς το κοινό).
Ήταν Πάσχα, χαρά Θεού!
Η βεντέμα ήταν καλή!
Ξεχύθηκε το λάδι στα λαγούμια
κι ο κοσμάκης γιόμισε παρά πολύ!
Κι ο θείος του θείου μου γλεντούσε στα μαγαζιά
με τον πρώτο του ξάδελφο αγκαλιά!
Πίναν και τραβούσαν μπαλοθιές στον αέρα!
Κι ο θείος του θείου μου γυρίζει και του λέει:
«Γιάντα μωρέ σημαδεύεις το Θεό;»
«Και πού θες να σημαδέψω μαθές;»
«Στην καρδιά μου πάνω να σημαδέψεις θέλω».
Και ο ξάδελφος για να μην του χαλάσει την καρδιά
«Μετά χαράς ξαδέλφι μου». Και του τήνε ξεσχίζει.
(Μιμείται τις κινήσεις του και το πιστόλι του μένει ακίνητο σημαδεύοντας το γιοφυράκι όπου περνούν η ΙΣΜΗΝΗ με τον ΠΑΥΛΟ. Η Ισμήνη πετάγεται απότομα, μπαίνει μπροστά του και τον σκεπάζει με το σώμα της. Μια στιγμή αγωνίας).

ΤΑΚΗΣ
Περικλή! Πες στην αδελφή σου να φύγει!

ΜΑΝΑ ΙΣΜΗΝΗΣ
Ισμήνη! (Πάει κοντά της).

ΠΑΥΛΟΣ
(Που ξαφνικά πετιέται κι έρχεται στο μέσον της σκηνής μπροστά στο πιστόλι του Τάκη. Προς το κοινό ).
Είμαι ο Παύλος! Αγαπώ την Ισμήνη! Κάθομαι σ’ αυτό το χαμόσπιτο. (Το δείχνει). Ο αδελφός μου είναι εργάτης, καλός δουλευτής! Τον λένε Ανδρέα! (Τον δείχνει). Αγαπώ την καρδιά του, που ‘μεινε δική του! Μισώ την σκέψη του, που ‘ναι δάνειο ξένων! Όμως πάνω απ’ όλα βάζω την μάνα μου! (Την δείχνει) που μ’ έμαθε να ‘μαι με τον ταπεινό ταπεινός, και με τον άδικο κεραυνός!
(Μουσική)
Πιασμένοι χέρι – χέρι μέσα σε τούτη τη γειτονιά
γίναμε ζωντανή αλυσίδα!
Περνούσαμε ο ένας στον άλλον!
Γιομίζαμε ο ένας απ’ τον άλλον!
Κι όταν κοιταζόμασταν στον καθρέφτη
δεν είμαστε ένας μα μυριάδες!
Και τώρα μπροστά στην έσχατη συνέπεια
(Δείχνει το όπλο του Τάκη)
διαβάζω μέσα στα μάτια τους το θάνατο
και νιώθω θλίψη και πίκρα
που δεν βλέπουν και δεν ξέρουν
όσα πρέπει να βλέπουν και να ξέρουν.
Θα με πουν προδότη και θα με σκοτώσουν…

(Παύση)

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
(Προτείνοντας το όπλο του στον Τάκη).
Τάκη! Σάμπως να βιάζεσαι πολύ!
(Την στιγμή που ο Τάκης γυρίζει ξαφνιασμένος προς τον Νικολιό, ο Παύλος, ο Ανδρέας και ο Περικλής βγάζουν συγχρόνως τα περίστροφά τους και αλληλοσημαδεύονται. Λίγα δευτερόλεπτα δισταγμού – Μουσική έντονη: Εισαγωγή από το ΟΝΕΙΡΟ).

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παύλο παιδί μου! Σκέψου τον αδελφό σου! Είναι πιο μεγάλος! Σ’ έθρεψε και σε σπούδασε! (Ξαναβάζουν, καθώς μιλάει η μάνα, τα περίστροφα στις μέσες τους).

ΤΑΚΗΣ
Κυρά Σοφία, κάντε λίγο υπομονή. (Ήχοι μάχης). Η μάχη άρχισε. Ο κύβος ερρίφθη!

ΜΑΝΑ ΙΣΜΗΝΗΣ
Τι λες παιδί μου;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Τί θες να γίνει μάνα; Πόλεμο θέλουν! Θα τον έχουν!

ΤΑΚΗΣ
Στον Αϊ – Γιάννη ξανάρχισαν τα ίδια… Μαζική συγκέντρωση και τα τοιαύτα. Δηλαδή τα ίδια. Μα να που σήμερα οι δικοί μας αποφάσισαν να βάλουν τέρμα. Τους κύκλωσαν και σε λίγο δε θα μείνει ρουθούνι.

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Παύλο, έλα εδώ!

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Μ’ οργή) Ο Παύλος σου μάνα ή θα βάλει μυαλό ή θα πάει από τους πρώτους!

ΙΣΜΗΝΗ (Με οργή).
Δεν μπορείς να πιστεύεις στα λόγια σου! Τώρα, που μόλις άφησες το τραγούδι και το χορό. Που είναι τόσο όμορφο το σούρουπο!..

ΑΝΔΡΕΑΣ
Ισμήνη, είσαι παιδί… «Τόσο όμορφο το σούρουπο»! Λες και είμαστε πεταλούδες. Φρατς – φρουτς πετάμε από γαρούφαλλο σε γιασεμί και ρουφάμε τσάμπα μέλι, τσάμπα ήλιο, τσάμπα ζωή! Τι με νοιάζει μένα το σούρουπο; Μήπως το ‘δα ποτέ μου; Το πρόσεξα; Τη μια μέρα άρρωστη η μητέρα, την άλλη λεφτά για τις σπουδές του κυρίου από δω! Την τρίτη να πάρουμε σόμπα, την τετάρτη παπούτσια. Την πέμπτη… την έκτη… Μα τ’ είναι για μένα τα σούρουπα κι οι νύχτες και τα χαράματα και τα μεσημέρια! Δουλειά – δουλειά και άγιος ο Θεός!

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Και αμήν ο αφεντικός!

ΑΝΔΡΕΑΣ
(Προς το κοινό). Είμαι ο είλωτας, το ξέρω… κάθομαι στα Τατάβλα κι η μάνα μου κουβαλάει απ’ τη βρύση το νεράκι του σπιτιού… Οι τοίχοι μας είναι από πλιθιές. Πλενόμαστε κάθε Σάββατο στη σκάφη. Τ’ αφεντικό μου τρώει με δυο κουτάλια και πέντε πιρούνια. Έχει κι από ένα μπάνιο για κάθε μέλος του σώματός του, κι ας με συγχωρέσουν οι γυναίκες, κι άλλα τόσα σαλόνια και κουστούμια και παπούτσια και φιλενάδες… (Γυρνά προς τους μουσικούς).
Ξέρω ακόμα πως οι ρίζες μου είναι βαθιές
όσο η περηφάνια μου είναι βουνό
κι η δύναμή μου πλατειά σα τη θάλασσα.
Εσείς έρχεστε από πολύ μακριά,
μακριά λέω μες απ’ τα χρόνια!
Έχετε την ηλικία του Υμηττού!
Τα ‘χετε δει όλα!
Τα ξέρετε όλα!
Γι’ αυτό σας παρακαλώ,
πείτε μου: πού είναι η δύναμή μου;
Ποια είναι η δύναμή μου; (Παύση).
Η μάνα μου κουβαλάει το νερό… Κι όμως! Μήπως δεν είμαστε ευτυχισμένοι; Μήπως στο σπίτι μας, πριν ξεκόψει ο προδότης, δεν ήταν χαρά Θεού να τρως, να κουβεντιάζεις, να πλένεσαι το Σάββατο στη σκάφη; Το πιο σπουδαίο (Γυρίζει πάλι προς τους μουσικούς), το πιο σπουδαίο για το φτωχό μου το μυαλό, είναι να μείνουμε αυτό που είμαστε: Έλληνες! Φτωχοί, πεινασμένοι, χωρίς μπάνια, αλλά Έλληνες. Αυτό μου λέτε σεις, αυτό μου μαθαίνετε, γι’ αυτό κρέμομαι στα χείλη σας. Γιατί μου λέτε με χίλιους τρόπους το ίδιο πράμα! Είσαι γόνος μιας μεγάλης ράτσας που πριν χιλιάδες χρόνια υπάρχει για να τραγουδά και για να χορεύει! Για να μαθαίνει στους άλλους με τι μέτρο γυρίζουν τ’ άστρα, με τι μέτρο γεννιέται και πεθαίνει ο ήλιος κι ο άνθρωπος πεθαίνει και ξαναγεννιέται και ξανά το ίδιο!.. Κι απ’ όλα αυτά δε μένει παρά το τραγούδι που με μαθαίνεις εσύ! Με τα ίδια λόγια πάντα!
Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια.
Υπερμάχω …στρατηγώ …
που θα πει: Μείνε Έλληνας! Όπως έμεινε ο πατέρας σου, κι ο πατέρας του πατέρα σου! Κι ο παππούς του πατέρα του πατέρα σου! Κι ο προπάππος… ως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Μέγα Αλέξανδρο!

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Αγαμέμνων! Η ωραία Ελένη! Δαρείου και Παρισάτιδος!

ΙΣΜΗΝΗ
(Τρέχει προς τον Ανδρέα). Ανδρέα! Άσε με να σε φιλήσω. (Τον αγκαλιάζει). Θεέ μου! Πρώτη φορά σ’ άκουσα να μιλάς τόσο όμορφα! Και τόσο αληθινά! Δεν είναι έτσι Παύλο; (Με αμηχανία). Δεν είναι έτσι Περικλή; Ακριβώς αυτό ήθελα να σου πω, να σου εξηγήσω! Μα δεν μπορούσα να το πω με λόγια. Θυμάμαι στο σχολείο όταν μας μίλησε ο δάσκαλος για τον Αθανάσιο Διάκο:
Ήταν άνοιξη σαν σήμερα!
Ο Πασάς διατάζει να τον φέρουν μπροστά του!
Τον φέρνουν δεμένο σφιχτά, τι ήταν δυνατός!
Τι ήταν ξανθός με σγουρά μαλλιά!
Τα μάτια του ήταν γαλάζια… Του λέει ο Πασάς:
-Αθανάσιε Διάκο, σου χαρίζω τη ζωή!
-Και γι’ αντάλλαγμα τι ζητάς; Τον ρώτησε ο Διάκος, γιατί μάντεψε τη σκέψη του.
-Βεζίρη μου σε κάνω γιατί είσαι παλικάρι και σε θαυμάζω!
-Κι αν αρνηθώ;
-Να πεθάνεις ετοιμάσου τότε μες στους φρικτότερους τους πόνους!
Κι ο Διάκος σηκώνει το κεφάλι και του λέει:
-Αν είναι να πεθάνω για την Ελλάδα, θεία η δάφνη. Μια φορά κανείς πεθαίνει!
-Τα κόκαλα σπάστε του ένα – ένα κι ύστερα σουβλίστε τον, φωνάζει στους δήμιους ο Πασάς.
Τα κόκαλα του σπάσαν ένα, ένα
Κι όταν τον σούβλιζαν στα μάτια του θολώνει μαύρο δάκρυ,
τι γύρω ήταν άνοιξη κι ο Διάκος ήταν νέος!
Και, πριν να ξεψυχήσει, έριξε τη ματιά του ένα γύρω
να δει τα πράσινα λιβάδια, ν’ ακούσει τα πουλιά.
-Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι…

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Προχωρεί αργά προς το μέρος του κοινού). Ο Θεός να μου το συχωρέσει… όμως γνώρισα καλά τον Τούρκο, μέσα στην ίδια την Τουρκιά… Αν δεν τον πείραζες δεν σε πείραζε. Περάσαμε όλα μας τα χρόνια μονιασμένα. Ήσαν τίμιοι, εργατικοί και τίποτα δεν τους ξεχώριζε από λόγου μας. Εξόν που ήσαν αντίχριστοι! Αλλά και κει, τι είχαμε να μοιράσουμε; Εμείς τις εκκλησίες μας. Εκείνοι τα τζαμιά τους. Ώσπου μια μέρα φτάνουν τα ευζωνικά και ξεδιπλώσαμε την γαλανόλευκη. Ανοίξαμε τα σπίτια μας και τα κλείσανε οι Τούρκοι… οι φουκαράδες. Δεν είχαν δάκρυα να πνίξουν την ντροπή τους. Δεν έμεινε κορίτσι απείραχτο και τζαμί αμόλευτο. Κι έτσι είδαμε το μάτι του Τούρκου να κοκκινίζει και βρεθήκαμε, όπως βρεθήκαμε…. Θέλω να πω, κόρη μου, πως αυτές οι ιστορίες είναι ωραίες να τις ακούς. Όμως τι το όφελος;

ΠΑΥΛΟΣ
Μην προσπαθείς να βρεις σε κάθε πράξη όφελος. Ο Αθανάσιος Διάκος πέθανε γιατί πίστευε!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Πες μου σε παρακαλώ κάτι, που να στέκεται πάνω από την ζωή του ανθρώπου.

ΠΑΥΛΟΣ
Η αγάπη για την πατρίδα!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Και τ’ είναι πατρίδα, παιδί μου; Μήπως δεν είμαστε εμείς; Δεν είναι οι ζωές μας που κάνουν την πατρίδα;

ΠΑΥΛΟΣ
Όμως αν πρόκειται κάποιος να θυσιαστεί για να ζήσουν οι άλλοι; Οι πολλοί;

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
Είναι ανάγκη; Δεν μπορούμε να ζήσουμε ήσυχα, μονοιασμένα, όπως ζήσαμε τόσα χρόνια στην Τουρκιά; Χωρίς να χρειάζεται να σκοτωθούνε οι μισοί για να ζήσουν οι άλλοι μισοί;

ΤΑΚΗΣ
(Με μίσος, δείχνοντας τον Παύλο). Όταν ακούω να βγαίνει από τα χείλη του η λέξη Πατρίδα νιώθω ναυτία!

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Όταν κυνηγούσαμε στις γειτονιές τούς Γερμανούς, πού βρισκόσουν τότε, όψιμε πατριώτη;

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Μονάχα γι’ αυτό είσαστε όλοι σας εγκληματίες! Για κάθε γερμανό νεκρό σκότωναν πενήντα δικούς μας!

ΠΑΥΛΟΣ
Πενήντα! Εκατό! Χίλιους! Δεν υπάρχουν δυο τρόποι για να κερδίζεις την λευτεριά σου! Μόνο ένας! Σκότωνε τον εχθρό!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Σκότωνε! Σκότωνε! Σκότωνε!

ΠΑΥΛΟΣ
Σκότωνε για να μην σε σκοτώσουν !

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Όταν ξέρεις πως είσαι με το δίκιο!

ΤΑΚΗΣ
Το δίκιο το δικό σου!

ΠΑΥΛΟΣ
Το δίκιο της ζωής!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Το δίκιο της ζωής, ε; Έτσι μας σκότωσαν τον πατέρα!

ΠΑΥΛΟΣ
(Με κραυγή). Οι Γερμανοί!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Σε αντίποινα για να εκδικηθούν τους δικούς τους!

ΠΑΥΛΟΣ
Που καίγανε και σφάζανε!

ΑΝΔΡΕΑΣ
Αυτός είναι ο νόμος του πολέμου!

ΠΑΥΛΟΣ
Και ντροπή γι’ αυτόν που τον δέχεται!

ΤΑΚΗΣ
Ξεσκεπάζεσαι μόνος σου! Έχεις το ίδιο την ντροπή, με την ζωή του πατέρα σου!

ΠΑΥΛΟΣ
Ο πατέρας μου πέθανε περήφανος γιατί γνώριζε καλά αυτόν τον νόμο!

ΜΑΝΑ ΠΑΥΛΟΥ
(Με φωνή ραγισμένη). Ποιο νόμο παιδί μου;

ΠΑΥΛΟΣ
(Ξαφνιασμένος αλλάζει ύφος. Της αποκρίνεται σχεδόν ψιθυριστά). Το δέντρο της λευτεριάς για να τραφεί θέλει αίμα μητέρα. (Παύση. Ο Τάκης προετοιμάζεται για να επιτεθεί. Έχει πιάσει κιόλας το πιστόλι του που το βγάζει με τα τελευταία του λόγια).

ΤΑΚΗΣ
(Σαρκαστικά). Αυτό λέμε και μείς! Θέλει αίμα! Ας είναι και βρώμικο σαν το δικό σου! (Μουσική έντονη : Εισαγωγή από το όνειρο. Μένουν ακίνητοι. Μπαίνουν ο πατέρας του Περικλή κι ο πατέρας της Πόπης. Κρατάν κι οι δυο τους δίχτυα γεμάτα ψώνια. Είναι χαρούμενοι, που ύστερα από μιας μέρας κόπο βρίσκονται ξανά στα σπίτια τους).

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
(Πατέρας του Περικλή. Με πολλή όρεξη). Καλησπέρα σας! Καλησπέρα σας πέρα για πέρα!

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (Πατέρας της Πόπης). Την αγαπητή ομήγυρη προσκυνώ. Πόπη μου εδώ είσαι και συ; (Την αγκαλιάζει).

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Μας είπαν πως διασκεδάζετε! Πως χορεύετε και τραγουδάτε! Τι κάνετε λοιπόν; Όμως, να και τα όργανα. Επαμεινώνδα, τα είδες;

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Και βέβαια, και βέβαια… Τα αγαπητά όργανα, τον αγαπητό λαϊκό τραγουδιστή. Προσκυνούμε και χαιρετούμε !

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Θα ‘χουμε την χαρά ν’ ακούσουμε κανένα ωραίο τραγουδάκι; Ας πούμε του Μητσάκη;

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Μα τρελάθηκες; Δεν τους βλέπεις πόσο είναι βαρείς;

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Καλά – καλά. Κατάλαβα. Ισμήνη μου, πού ‘ναι η μητέρα; Δεν σε βλέπω να ‘χεις κέφια. (Βλέπει τον Παύλο). Χμ. Τι κάνεις, Παύλο παιδί μου; Έχεις πάντα τα μυαλά πάνω από το κεφάλι σου;

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
(Προς τον Τάκη). Βρε τι σύμπτωση ! Τώρα μόλις χωρίσαμε με τον πατέρα σου στο γκαζοζέν. Ήρθε μισός μέσα, μισός έξω. Φράκαρε η πόρτα και σφήνωσε. Ευτυχώς που το στόμα του ήταν προς τα μέσα κι έτσι μπορέσαμε να κουβεντιάσουμε. Μου διηγήθηκε την ιστορία με τον Άγγλο αξιωματικό κάτω στο Ελληνικό. Εκείνον που τους έκανε το ζόρικο όταν έπιαναν κανένα με καμιά κονσερβίτσα. Για να γελάσουν μαζί του οι εργάτες φτιάχνουνε μια κρυφή σχάρα και την εφαρμόζουνε κάτω από το αυτοκίνητό του. Κάθε μέρα την γιομίζουνε με του πουλιού το γάλα. Βγαίνει ο λοχαγός, παρκάρει στο σπίτι του, πάνε το βράδυ τα παιδιά και ξεφορτώνουν. Στο μεταξύ οι αποθήκες αδειάζουν. Έρευνες, κοντρόλα. Τίποτα. Ώσπου κατεβαίνει ο ίδιος ο στρατηγός για έλεγχο. Σφυρίζουν οι εργάτες καταλλήλως πως ο κλέφτης είναι ο λοχαγός! Διατάζει μπλόκο ο στρατηγός! Ψάχνουν το αυτοκίνητο και ανακαλύπτουν τη σχάρα! Ανάμεσα στις σφαίρες υπήρχε ένα γράμμα χτυπημένο στην μηχανή – αγγλικά βέβαια – που έλεγε πάνω – κάτω: «Αυτό θα ‘ναι το τελευταίο φορτίο γιατί ο βλάκας ο στρατηγός πήρε κάτι μυρωδιά…» Τι ράτσα Θεέ μου!

ΠΑΥΛΟΣ
(Γελά δυνατά). Χα, χα, χα!.. Εξ οικείων τα βέλη. Ο μπαμπάς διαβάλλει τους Άγγλους και ο υιός μάς απειλεί με ρεβόλβερ Μέιντ ιν Ίγκλαντ. Δεν κάνατε καθόλου καλά, κύριε Χαραλάμπους, να μας πείτε αυτή την ιστορία. Μπορεί να προκληθεί οικογενειακό δράμα! Πατροκτονία λόγου χάρη!

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Βρε παιδιά! Έχει γούστο να μιλάτε σοβαρά. Αλήθεια, Τάκη, τι είναι αυτό που κρατάς;

ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Και τι βγαίνει απ’ αυτή την ιστορία; Ε; Ότι είμαστε κοινοί κλέφτες. Ότι ο Άγγλος αξιωματικός κάνει το καθήκον του. Κι ότι από πάνω τον συκοφαντούμε και πάει ο άνθρωπος φυλακή, ενώ οι ένοχοι τρίβουν τα χέρια τους.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Σιγά τους εγκληματίες! Που με πεντακόσιες χιλιάδες τον μήνα (προς τον Τάκη) τόσα δεν παίρνει ο πατέρας σου; Δηλαδή με δέκα κούτες τσιγάρα, τους βάζουν και δουλεύουν δέκα ώρες την ημέρα! Κι έπειτα, αν θέλεις να ξέρεις, ο αξιωματικός της Αυτής Μεγαλειότητος δεν καταδέχεται να κλέψει κονσέρβες! Όλος ο κόσμος ξέρει ότι πουλούσε ολόκληρα καμιόνια! Του κουτιού!
(Μπαίνει μια γυναίκα θρηνολογώντας).

ΓΥΝΑΙΚΑ
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου ‘παν πως το φέρνουν απ’ το ρέμα.
Κι ήρθα να το προϋπαντήσω.
Ξέρετε πώς το λέγαν το παιδί μου;

ΟΛΟΙ
Ξέρουμε!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πόσα χρόνια είχε;

ΟΛΟΙ
Ξέρουμε!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πόσο ψηλό ήταν;

ΕΝΑΣ
Ξέρουμε πόσο ψηλό ήταν και πόσο όμορφο και πόσο καλό.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Πότε και πού το ‘δαν για στερνή φορά;

ΟΛΟΙ
Ψηλά στον λόφο!

ΕΝΑΣ
Στη θέση της καρδιάς είχε πουλί και κελαηδούσε! Τον πήρανε χιλιάδες πουλιά και τον πάνε στον φίλο του τον ήλιο!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Το παιδί μου φορούσε καθαρά ρούχα, είχε αλλάξει σήμερα το πρωί πριν φύγει.

ΕΝΑΣ
Ήξερε πως πάει σε γάμο! Πως πάει σε πανηγύρι!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Του χάρου πανηγύρια και χαρές.

Α
Ήταν ωραίος σα δέντρο!

Β’
Ψηλός σαν κάστρο!

Γ’
Καλός σαν το γάλα !

Δ’
Ήμερος σαν το θάνατο!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Το παιδί μου είχε χαρτζιλίκι. Του ‘δωσα χθες το βράδυ.

ΕΝΑΣ
Ήξερε πως πάει να πιει και να γλεντήσει!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Του χάρου κρασί και γλέντια.

ΑΛΛΟΣ
Ήταν πιο ζωντανός απ’ τη ζωή! Πιο δίκαιος απ’ το δίκιο!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Το παιδί μου είχε αγάπη – τον ξώφλησαν σήμερα το πρωί.

ΕΝΑΣ
Σήμερα το πρωί τον ξώφλησαν γιατί είχε πολλή αγάπη !

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πώς θα ‘ναι ο κόσμος χωρίς το παιδί μου;

ΟΛΟΙ
Ξέρουμε!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Πώς θα ‘ναι ο ήλιος κι η μέρα;

ΕΝΑΣ
Η μέρα οχιά και ο ήλιος πόνος κι ο κόσμος πληγή δίχως γιατρειά.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου φέρνουν το παιδί μου σκοτωμένο.
Μου ‘παν πως το φέρνουν απ’ το ρέμα.
Δεν άντεξα να πάω παρακάτω.
Ξέρετε πώς το λένε;

ΟΛΟΙ
Ιησού!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξέρετε πώς το λένε;

ΟΛΟΙ
Πέτρο – Χάνς και Γιούρι
Άννα – Ζακ και Λιου -Τσε!

ΕΝΑΣ
Είχε δέσει τον ήλιο στην άκρη της κλωστής και τον έπαιζε σαν χαρταετό!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Μα είναι αλήθεια; Το παιδί μου ήταν φτωχό. Δεν ήξερε γράμματα.

ΟΛΟΙ
Άλφα, Βήτα, Γάμα, Δέλτα! Άλφα, Βήτα, Γάμα, Δέλτα!

ΕΝΑΣ
Θα μάθει τώρα το αλφάβητο μετρώντας τ’ άστρα, βγάζοντας τις σφαίρες απ’ το πετσί του.

ΓΥΝΑΙΚΑ
(Μοιρολογώντας).
Σφαίρες μου, καλές μου σφαίρες
μπείτε γλυκά στο κρεατάκι του.
Του το ‘δεσα στάλα με στάλα
δεκαοχτώ χρόνια νύχτα μέρα.
Μη το πονέσετε πολύ. Μπείτε γλυκά
να μη σας καταλάβει και ξυπνήσει.

(ΜΟΥΣΙΚΗ: «Κοιμήσου αγγελούδι μου». Φέρνουν το νεκρό παιδί. Η Μάνα το παίρνει στην αγκαλιά της και το νανουρίζει).

Κοιμήσου αγγελούδι μου,
παιδί μου νάνι – νάνι,
να μεγαλώσεις γρήγορα
σαν το ψηλό πλατάνι.
Να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό
και να ‘σαι πάντα μες στο δρόμο τον καλό.
Κοιμήσου αγγελούδι μου
γλυκά με το τραγούδι μου.

(Η μουσική εξακολουθεί).

ΕΝΑΣ
(Βγαίνει μπροστά προς το κοινό).
Για τη λευτεριά και για το λαό δεν υπάρχει θυσία μεγάλη. Κι ο θάνατος κι ο πόνος είναι μικρός. Οι σφαίρες λίγες – λίγα τα δάκρυα.

ΑΛΛΟΣ
(Το ίδιο).
Για την πατρίδα μας την Ελλάδα λίγοι οι νεκροί – κι οι τάφοι λίγοι.

ΟΛΟΙ
Για την λευτεριά και για το λαό! Για την πατρίδα μας την Ελλάδα!

(Παύση).
ΙΣΜΗΝΗ
Για τη ζωή – για τη ζωή!
Για το νερό όταν αγαπάς!
Για την αγάπη όταν διψάς!
Η πιο μεγάλη θυσία
είναι να ζεις!

ΟΛΟΙ
Θάνατος στο θάνατο!

(Τραγουδούν όλοι μαζί).
Κοιμήσου περιστέρι μου
να γίνεις σαν ατσάλι,
να γίνει κι η καρδούλα σου
σαν του Χριστού μεγάλη
για να μη πεις μες στη ζωή σου δεν μπορώ
κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό.
Κοιμήσου αγγελούδι μου
γλυκά με το τραγούδι μου.

[Οι στίχοι στο τραγούδι αυτό είναι του ποιητή Κ. Βίρβου.]

(Η μουσική συνεχίζεται. Στο μεταξύ η ΓΥΝΑΙΚΑ έχει αποκοιμηθεί αγκαλιά με το παιδί της. Την ώρα που οι άλλοι τραγουδούν, κάποιος πηγαίνει και τους καρφώνει στην πλάτη τους από δυο μικρά φτερά. Κι αυτοί σηκώνονται αργά – αργά και προχωρούν κατά την έξοδο. Εκεί το παιδί σταματά, γυρίζει προς το κοινό και μέσα σε απόλυτη σιγή απαγγέλλει σαν μαθητής της τρίτης δημοτικού:)

ΠΑΙΔΙ
Δόξα στο πνεύμα το αρχαίο.
Παγκόσμιος φωτός πηγή.
Δόξα στα όπλα ηρώων νέων
που λύτρωσαν αυτή τη γη.
Με κείνων τη χρυσή σοφία
με τούτων την αγία ορμή
νέαν ας πλάσουμε ιστορία
γεμάτη δόξα και τιμή.

(Σκοτάδι για λίγα δευτερόλεπτα. Το φως ξανάρχεται σιγά – σιγά).

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
(Στην Ισμήνη). Ισμήνη, καλό μου κορίτσι, έλα δω να σου θυμίσω κάτι που ασφαλώς θα ‘χεις ξεχάσει. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια. Κι όμως και μένα μου φαίνεται σα να ‘χει συμβεί σε μιαν άλλη, μακρινή ζωή. Ήταν τότε που πήραμε το γκαζοζέν και πήγαμε Κυριακάτικη εκδρομή στο Μεγάλο Πεύκο! Φύγαμε ξημερώματα, ολόκληρο τσούρμο. Κάτσαμε μια ώρα στην Αγία Παρασκευή. Δυο ώρες στην Ομόνοια, τρεις ώρες στο γκαζοζέν – θυμάσαι; Σκυμμένοι, τσαλακωμένοι – κι όμως, τι τραγούδι ήταν κείνο, Θεέ μου! (Τραγουδά). «Τέτοια μάτια γαλανά, σαν το πέλαγο μεγάλα». Και κείνο το άλλο «Θα πάω να το πω στον Ερυθρό Σταυρό, πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυο».

ΟΛΟΙ
Μπουλουγούρι!

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Φτάσαμε μεσημέρι σωστό. Στρώσαμε, βγάλαμε τους κεφτέδες (ο Θεός να τους κάνει), τις κονσέρβες, τα κονσερβάκια, τις κονσερβίτσες… Θυμάμαι πως ‘κει που μ’ έπαιρνε ο ύπνος, άκουσα τη φωνή σου. Στην αρχή νόμισα πως έβλεπα όνειρο. Μετά ξεφώνιζε η μάνα σου! Πνιγόσουν! Τρέχω στη θάλασσα. Η μάνα σου με φωνάζει: Πού πας, φουκαρά, αφού δεν ξέρεις κολύμπι; Μπροστά μου τρέχει ο Αντρέας, σε πιάνει και να που βουλιάζετε μαζί. Τρέχει και ο Περικλής μου. Βουλιάζετε και οι τρεις. Γιατί κανείς σας δεν τα κατάφερνε στη θάλασσα. Κι εγώ προχωρούσα. Τι να κάνω; Κι η μάνα σου ξεφώνιζε. Κι η μάνα του Αντρέα, η κυρά Σοφία, τραβούσε τα μαλλιά της. Τότε φάνηκε σα σίφουνας να ‘ρχεται μια βάρκα απ’ τη Φανερωμένη. Στα κουπιά ο Τάκης, ο Παύλος κι ο Νικολιός. 300 μέτρα! 200 μέτρα! 50 μέτρα! Βουτάει πρώτος ο Τάκης και βγάζει τον Περικλή που ‘ταν πια στον πάτο. Βουτάει και ο Παύλος κι ο Νικολιός! Βουλιάζουν – βγαίνουν – ξαναβουλιάζουν – βγαίνουν. – Ξαναπέφτει κι ο Τάκης… Σας φέρανε στην αμμουδιά… Σωθήκατε κι οι γυναίκες ξεφώνιζαν ακόμα. Τέλος πάντων. Μαζεύτηκε κόσμος. Ήρθαν και όργανα. Στήσαμε χορό. Γλέντι τρικούβερτο ως το βράδυ. Μετά κάτσαμε πάλι στις ουρίτσες μας, φτάνουμε στην Αγία Παρασκευή. Κατηφορίζουμε κατά τα Τατάβλα και να ‘σου ο μπλόκος! Μας πιάνουν και μας στοιβάζουν όλους στο υπόγειο του Σχολείου. Κι όμως θυμάμαι πόσο είμαστε χαρούμενοι. Γιατί; Γιατί είχαμε ανάγκη να ‘μαστε όλοι μαζί. Αν ήταν δυνατόν να μη χωρίσουμε ποτές!

ΤΑΚΗΣ
Εγώ νόμιζα πως παίζανε. Μου λέει ο Νικολιός: (Σταματά). Μου λέει ο Νικολιός: «Μωρέ, αυτοί πνίγονται!» – «Μπα, θα παίζουν…» Συμφώναγε μαζί μου και ο… (Κάνει να δείξει τον Παύλο. Συνεπαρμένος). Όταν όμως είδαμε τον κόσμο να μαζεύεται και να φωνάζει, πιάσαμε γερά τα κουπιά: Εεεε – έοοο! Έεεε – έοοο!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΙΟΣ ΤΑΚΗΣ
(Μαζί). Εεεε – εοοο! Εεεε – έοοο! Εεεε – οοοο!
(Κοιτάζονται και σταματούν).

ΑΝΔΡΕΑΣ
Σε μια στιγμή πρόλαβα και σας είδα. Πήρα με μιας θάρρος. Κρατούσα την Ισμήνη απ’ τη μασχάλη, όμως με τραβούσε ο Περικλής απ’ τον ώμο και με βούλιαζε! Έπινα νερό με τις κουτάλες!

ΙΣΜΗΝΗ
Εγώ δεν θυμάμαι τίποτα. Μόνο που ο ήλιος μ’ είχε τυφλώσει και τα ‘βλεπα όλα κάτασπρα και ανάμεσα χιλιάδες φωτίτσες.

ΤΑΚΗΣ
Βλέπω τον Περικλή να πηγαίνει κατευθείαν στον πάτο. Έπιανα τότε 15 μέτρα βυθό!

ΠΑΥΛΟΣ
Σιγά μη τα κάνεις και 20! Μια φορά έπιασες 7 μέτρα και κρατούσες και πέτρα!

ΤΑΚΗΣ
Τον πιάνω απ’ τα μαλλιά και τον τραβώ προς τ’ απάνω.

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Εμένα μ’ άρεσε εκείνος ο βαρύτονος – ο ψηλός – που μας τραγούδησε άριες από όπερες! Με τη φωνή του έσπαγε καρύδια!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Το βράδυ, στο υπόγειο του Σχολείου, ξέρετε γιατί δεν έβγαλα τσιμουδιά; Καθόταν πλάι μας ο πατέρας της Άννας, που μας είχε πιάσει στα πράσα μέσα στο κοτέτσι, και φοβόμουν πως θα μου τις βρέξει! Όμως, ευτυχώς, τα ‘χε κάνει πάνω του από το φόβο του.

ΤΑΚΗΣ
Με το δίκιο του!

ΠΑΥΛΟΣ
Όταν μπήκε η μάσκα, είδατε πώς τράβηξε κατευθείαν επάνω του;

ΑΝΔΡΕΑΣ
Κοιτάχτηκαν στα μάτια τουλάχιστον μισό λεπτό. Τον γνώρισε άραγες;

ΙΣΜΗΝΗ
(Αργά). Μετά σήκωσε αργά το χέρι του (τον μιμείται). Είχε ένα δάχτυλο με μαύρο νύχι. Και τον έδειξε! Θυμάσαι, πατέρα, πώς σφίχτηκα πάνω σου; Μετά η Άννα γύριζε ξυπόλυτη, ώσπου βρήκε δουλειά στους Εγγλέζους. Την είδανε ως και με Ινδούς – με σαρίκι!

ΠΟΠΗ
Δεν καταλαβαίνω τι τους βρίσκουνε! Εγώ τους σιχαίνομαι!

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Κι όμως το βράδυ εκείνο είδα βέβαια για πρώτη φορά τη μάσκα, όμως… Άλλο θυμάμαι… Σκεπτόμουν πως ο Θεός τα ‘φερε τα πράματα με τέτοιο τρόπο που ο ένας να σώζει τη ζωή του άλλου! Αν έλειπε ο Ανδρέας, θα πνίγονταν τα παιδιά μου. Αν έλειπε ο Τάκης, θα πνίγονταν και οι τρεις.. . Και πάλι ο Τάκης μόνος δεν θα τα κατάφερνε. Έπρεπε να βρισκόταν κι ο Παύλος κι ο Νικολιός! Σα μια αλυσίδα! Της βγάζεις ένα κρίκο και δεν είναι πια αλυσίδα!

(Μουσική. Ο πατέρας της Ισμήνης αρχίζει το τραγούδι και σιγά – σιγά σμίγουν μαζί του και οι άλλοι).
Την αλυσίδα τη βαριά
την κάνω χελιδόνι!
Τη φυλακή τη σκοτεινή
την κάνω ξαστεριά!
Την αλυσίδα τη βαριά
εγώ κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ
την κόβουμε μαζί.

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ
Σπάσε την αλυσίδα με τα σίδερα!

ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Φτιάξε την αλυσίδα με τα κύματα!
Σπάσε την αλυσίδα με τα σίδερα!
Φτιάξε την αλυσίδα με τα σύννεφα!
Σπάσε την αλυσίδα με τις ντροπές!
Φτιάξε την αλυσίδα με τις πασχαλιές!
Σπάσε την αλυσίδα με τον αγκυλωτό!
Φτιάξε την αλυσίδα με τον εωθινό!
Σπάσε την αλυσίδα και τη φυλακή.
Φτιάξε την αλυσίδα κορμί με κορμί!

(Τραγουδούν όλοι μαζί).
Την αλυσίδα που μιλά
την κάνω αστροπελέκι!
Των παλατιών σου τη χλιδή
σου κάνω φυλακή!
Την αλυσίδα που μιλά
εγώ κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ,
τη φτιάχνουμε μαζί!

Η Λευτεριά κερδίζεται!
Η Λευτεριά κερδίζεται!
Ραγιάδες σηκωθείτε
φωνάζει ο Κίτσος!
Ραγιάδες σηκωθείτε
φωνάζει ο Κίτσος!

(Μπαίνει το ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΠΕΡΙΠΟΛΟ : Ο επικεφαλής αρχιφύλαξ, ενώ μιλά, παίζει με μιαν αλυσίδα).

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Τι συμβαίνει εδώ;

ΙΣΜΗΝΗ – ΠΑΤΕΡΑΣ
Θυμόμαστε τα παλιά ωραία χρόνια!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Τα προπολεμικά;

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Όχι, της Κατοχής!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Είσαστε μαυραγορίτες;

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Όχι, κρατούμενοι!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
(Τον επεξεργάζεται) . Γνωρίζετε ότι απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις;

ΝΙΚΟΛΙΟΣ
Μπορείτε να μας πείτε τι δεν απαγορεύεται;

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Ευχαρίστως! Οι συλλήψεις! (Γνέφει στους άλλους να τον πιάσουν).

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Προς Θεού, κύριε Αρχιφύλαξ! Ο Νικολιός έσωσε τη ζωή της Ισμήνης, της κόρης μου!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Πώς αυτό; Μήπως στη μάχη πού ‘γινε προ ολίγου;

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Όχι, στο Μεγάλο Πεύκο, στα 1943!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Μου φαίνεται πως με κοροϊδεύετε, κύριε!

ΠΑΥΛΟΣ
(Προχωρεί μπροστά). Προ ολίγου πέρασε από δω αγκαλιά με τη μάνα του ο πρώτος νεκρός. Τον νανουρίσαμε όπως έπρεπε, γιατί εκεί που πάει του χρειάζεται ύπνος πολύς.

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Τους πεθαμένους δεν τους νανουρίζουν. Πρώτα τους ψέλνουν κι ύστερα τους θάβουν. Τα συνεργεία μας δουλεύουν με βάρδιες για να βγάλουν πέρα τη δουλειά. Υπάρχει μήπως μεταξύ σας κανένας ύποπτος; Κανένας που να μην έχει καινούργια ταυτότητα;

ΠΑΥΛΟΣ
(Το ίδιο). Ως και ο θάνατος σήμερα είναι απαιτητικός. Για να σε πάρει του χρειάζονται καινούργια χαρτιά. Και προ παντός καινούργια ταυτότης. Ειδεμή σε παρατά!

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Μετά τη σφαγή του Αγιάννη… Θα μάθατε ασφαλώς πως στην τελευταία στιγμή τούς ήρθαν ενισχύσεις με αποτέλεσμα να μην αφήσουν ούτε έναν ζωντανό.

ΤΑΚΗΣ
(Που συνέρχεται). Τι λες; Εκεί που τους είχαμε για σίγουρους; Από πού; Πώς φτάσανε οι ενισχύσεις;

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
Μάθαμε θετικά πως υπάρχουν δυο πράκτορές τους. Κάπου εδώ γύρω. Έστειλαν μέσα στη νύχτα και τους ειδοποίησαν για τα σχέδιά μας. Έκαναν, λοιπόν, τάχα τους πολιορκημένους και στο μεταξύ περίμεναν να φτάσουν οι άλλοι. Έτσι οι δικοί μας βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο πυρά. Δεν έμεινε ρουθούνι!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
(Βγαίνει μπροστά, με δύναμη). Πατέρα, άσε με να μιλήσω. (Δείχνει το Νικολιό). Ντρέπομαι γιατί του χρωστώ τη ζωή της Ισμήνης.

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
Περικλή, τρελάθηκες; Σου απαγορεύω!

ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Αυτός είναι ο πράκτορας που ζητάτε. Όσο για τον άλλον… (Γυρίζει προς τον Παύλο – όμως εκείνος προφταίνει και βγαίνει τρέχοντας. Ο επικεφαλής τον κυνηγάει και τον πυροβολεί. Μετά γυρίζει).

ΑΡΧΙΦΥΛΑΞ
(Δείχνει το Νικολιό). Βάλτε του χειροπέδες. (Στον Περικλή). Έλα και συ μαζί μας για να καταθέσεις.

ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΣΜΗΝΗΣ
(Στον Περικλή, καθώς σταματά για μια στιγμή μπροστά του). Και να μη ξαναγυρίσεις!
(Η Ισμήνη πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα της.
ΜΟΥΣΙΚΗ. Μένουν όλοι ακίνητοι. Τα κεφάλια γυρνούν όπως και στην αρχή, προς το βάθος. Κοιτάζουν τον ουρανό, που ξαναρχίζει να κοκκινίζει. Τη φράση του τραγουδιού με τα λόγια: «Ένα δειλινό – ένα δειλινό – ένα δειλινό» την τραγουδούν κάθε φορά που έρχεται όλοι μαζί ενώ ό τραγουδιστής συνεχίζει. Στη φράση: «σου κάρφωσαν τα χέρια σου» τινάζεται ο πρώτος χορευτής (ζεϊμπέκικο). Οι άλλοι χορευτές μένουν ακίνητοι.
Στη δεύτερη εισαγωγή της ορχήστρας όλοι οι ηθοποιοί σε μια ευθεία γραμμή.
Στη φράση: «μου κλέψανε την όραση-» όλοι αγκαλιάζονται περνώντας τα χέρια στους ώμους. Οι τρεις χορευτές κάνουν στο προσκήνιο φιγούρες. Στην τρίτη εισαγωγή γέρνουν απότομα, ανά δύο μέτρα, μια προς το ένα και μια προς το άλλο πλευρό. Τα κεφάλια κάτω. Οι χορευτές γονατίζουν.
Στο: «χίμηξε» πηδούν και οι τρεις και χορεύουν με τα χέρια ανοιχτά σαν πουλιά.

Ένα δειλινό – Ένα δειλινό – ένα δειλινό
σε δέσαν στο σταυρό.
Σου κάρφωσαν τα χέρια σου,
μου κάρφωσαν τα σπλάχνα.
Σου δέσανε τα μάτια σου,
μου δέσαν την ψυχή μου.

Ένα δειλινό – ένα δειλινό – ένα δειλινό
με τσάκισαν στα δυο.
Μου κλέψανε την όραση,
μου πήραν την αφή μου,
μον’ μ’ έμεινε η ακοή
να σ’ αγροικώ παιδί μου.

Ένα δειλινό – ένα δειλινό – ένα δειλινό
ωσάν τον σταυραετό
χίμηξε πα στις θάλασσες,
χίμηξε πα στους κάμπους.
Κάνε ν’ ανθίσουν τα βουνά
και να χαρούν οι ανθρώποι.

ΑΥΛΑΙΑ

Τιμώντας τις επιλογές κειμένων και αναρτήσεων που ο ίδιος είχε κάνει και που ήταν βαθιά επιθυμία του να συμπεριληφθούν στην προσφορά του blog των Λαμπράκηδων, κρατάμε το ίδιο κλείσιμο όπως και στις αναρτήσεις προ του φευγιού του, παρά το γεγονός πως το σώμα του Παληοτάκη δεν είναι πια μαζί μας. Όμως, η ψυχή, το μυαλό και ο δυναμισμός του παραμένουν ζωντανά ανάμεσά μας.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Αντίο Σύντροφε Παληοτάκη…

Μάιος 15th, 2018

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων αναλαμβάνει το οδυνηρό και πικρό έργο να ενημερώσει τους φίλους και συνεργάτες, αλλά και τους συντρόφους του από τα παλιά, πως ο Παληοτάκης εγκατέλειψε αδόκητα τον κόσμο των ζωντανών.

Ξεκίνησε ταξίδι χωρίς επιστροφή. Για πού… εκείνος θα μάθει… εκεί που θα πάει…

Ο πόνος μεγάλος, η απώλεια ανομολόγητη.

Δυσκολευόμαστε να βρούμε λόγια που θα εξέφραζαν το μεγαλείο της ψυχής και της προσφοράς του.

Να συλλυπηθούμε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας όσους και όσες τον αγάπησαν και τον πίστεψαν.

Η κόρη του, που τόσο αγαπούσε, θα είναι εδώ με την οικογένειά της, για να αποχαιρετήσει τον αγαπημένο της, όπως ακούσαμε να τον αποκαλεί στον πόνο και στο κλάμα της. Δεν μπορούμε παρά να έχουμε μια ανοιχτή αγκαλιά γι’ αυτό το πρόσωπο στο οποίο αφιέρωσε όλη την απολογία της ζωής του, με όλα τα λάθη αυτής της πολυτάραχης και γεμάτης προσφορά ζωής.

Η νεκρώσιμη ακολουθία θα τελεστεί αύριο, Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018, στις 11.00 π.μ. από τον Ιερό Ναό Ιωάννου του Προδρόμου, στη Σκάρφεια Λοκρίδος.

Καλό ταξίδι αγαπημένε μας φίλε και σύντροφε.

Η ομάδα του blog των Λαμπράκηδων

ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Μάιος 10th, 2018

Κάποιες σημειώσεις, και πάλι, από αυτές που κρατούσα στον καιρό της ενεργού δράσης μου.

Μου είχαν προκαλέσει ενδιαφέρον, κάποτε, τα λόγια κάποιου μεγάλου, δεν ξέρω ποιου, για ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ στη ζωή των ανθρώπων.
Τα λόγια αυτά είναι γραμμένα χρόνια πριν, αλλά τα επαναφέρω, γιατί θεωρώ ότι είναι τραγικά επίκαιρα και εντυπωσιακά διαχρονικά.

Τα Λαμόγια, όπως συνηθίζουμε να ονομάζουμε σήμερα τους υπηρέτες του παράνομου χρηματισμού, τους γνωρίζετε όλοι σας. Τους ζήσατε και ζούμε όλοι στο πετσί μας, εδώ και πέντε χρόνια, τις συνέπειες της δράσης όλων αυτών των τυχοδιωκτών της πολιτικής -και όχι μόνο- ζωής.
Εγώ σήμερα θα ασχοληθώ με το ΧΡΗΜΑ, τον Μαμωνά, όπως το ονομάζουν τα χριστιανικά κείμενα και έχουν συνηθίσει να το αναφέρουν πολλοί ηλικιωμένοι -και ακόμα τίμιοι- άνθρωποι.

Είχα, λοιπόν, διαβάσει και είχα καταγράψει τα παρακάτω:
Το Χρήμα είναι ένα περίεργο πράγμα με δυο ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ:
Είναι ΧΡΗΣΙΜΟ και ΑΧΡΗΣΤΟ μαζί.
Χρήσιμο είναι μόνο όταν το χρησιμοποιείς, δηλαδή όταν το ξοδεύεις.
Αλλιώτικα, είναι εντελώς άχρηστο.
Και, μόλις αρχίσει να γίνεται χρήσιμο, το ΧΑΝΕΙΣ.
Δεν έχεις λοιπόν παρά να διαλέξεις ένα από τα δυο:
Να έχεις στα χέρια σου ένα πράγμα Άχρηστο και να το κρατάς και να το προσέχεις
μη σου πάθει τίποτα
ή να το χρησιμοποιήσεις και να πάψεις να το έχεις.
Διαλέγεις και παίρνεις.

Σημειωτέον ότι αυτό εφαρμόζεται στο λίγο χρήμα,
γιατί, όταν έχεις πολύ,
μπορείς να χαλάς και πάλι άφθονο να έχεις.
Αλλά πότε το χρήμα λέγεται Πολύ και πότε λέγεται Λίγο;
Μέτρο και όριο, δυστυχώς, εδώ δεν υπάρχει,
διότι, όσο χρήμα και αν έχεις, σου φαίνεται λίγο. Πολύ λίγο.
Και όσο πιο πολλά κερδίζεις, τόσο πιο λίγα σου φαίνεται πως έχεις………ΔΥΣΤΥΧΩΣ.

Παληοτάκης

Παραθέτουμε πληροφορίες που βρήκαμε για τον «Μαμωνά»:

Το ουσιαστικό Μαμωνάς δεν εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη, όμως σε εβραϊκά κείμενα χρησιμοποιείται με τις έννοιες “πόρος”, “κέρδος” (κυρίως το ανέντιμο), “αποζημίωση”, “λύτρα” ή “δωροδοκία”, δίνοντας πάντα την αίσθηση του αναξιοπρεπούς και αποτελώντας στόχο ηθικής επίκρισης.
Η θεολογική σημασία του όρου σχετίζεται με την πλεονεξία η οποία είναι μια μορφή ειδωλολατρίας, αφού σημαίνει μεγαλύτερη προσκόλληση στα υλικά αγαθά παρά στο Θεό, σαν να ήταν αυτά οι κύριοί του. [?] ο Μαμωνάς είναι άδικος, αλλά και ψεύτης και απατηλός, αφού είναι μωρία να στηρίζεται κανείς σε φθαρτά αγαθά τα οποία ο χρόνος αφανίζει και ο θάνατος αχρηστεύει.

Αντιγράφουμε από το euro2day ένα κείμενο του Θανάση Μαυρίδη, που «πολύ μας άρεσαν οι 10 εντολές του» και το παραθέτουμε ως επίκαιρο και «διδακτικό».

Τι πρόσταξε ο Μαμωνάς τον κερδοσκόπο

Όταν ο πρώτος κερδοσκόπος εμφανίστηκε στη γη, ο Μαμωνάς του έδωσε δέκα εντολές.
Για να παραμένει πάντα εντός αγοράς και να λατρεύει έτσι τον Κύριό του.
Δέκα εντολές που θα έπρεπε να τις τηρεί ευλαβικά…

Εντολή πρώτη: Παίζε με τα λεφτά των άλλων. Το πολύ πολύ να τα χάσεις, αλλά δεν θα είναι τα δικά σου λεφτά.

Εντολή δεύτερη: Φόρα καλά ρούχα, κάπνιζε ακριβά πούρα, οδήγα ακριβά αυτοκίνητα. Πούλα αυτό που δεν είσαι. Μόνο έτσι θα πείσεις τους άλλους να ακολουθήσουν τις επιλογές σου. Μόνο έτσι θα τους τα πάρεις όλα.

Εντολή τρίτη: Πούλα πρώτος! Πούλα τους όλους!

Εντολή τέταρτη: Πόνταρε στα όνειρα των ανθρώπων και στις προσδοκίες τους. Τα όνειρα δεν μετριούνται, δεν κοστολογούνται και δεν εποπτεύονται.

Εντολή πέμπτη: Μην ακολουθείς το ρεύμα. Ούτε και να του εναντιώνεσαι. Οι άνθρωποι πορεύονται προς τη χαρά ή τη δυστυχία. Εσύ θα διαλέξεις τον τρίτο δρόμο, προς το κέρδος. Το κέρδος δεν έχει ούτε χαρά ούτε λύπη. Έχει, όμως, τις ρίζες του στον ενθουσιασμό και στην απογοήτευση των ανθρώπων.

Εντολή έκτη: Να μην ξέρει κανείς πόσα έχεις κερδίσει. Όταν οι άλλοι κερδίζουν θα λες και εσύ το ίδιο και όταν έχουν χάσει θα καταριέσαι τους αδίστακτους που οδήγησαν τον κόσμο στην καταστροφή.

Εντολή έβδομη: Να μην πιστεύεις. Αν εσύ είσαι καλός ψεύτης, σίγουρα υπάρχει κάποιος καλύτερος.

Εντολή όγδοη: Να μην λυπάσαι για τις ζημιές των άλλων. Τη δύσκολη ώρα δεν θα λυπηθεί κανείς για τις δικές σου απώλειες. Να είσαι σκληρός, ανελέητος και να μην αφήνεις περιθώρια στον αντίπαλό σου να σηκωθεί και πάλι στα πόδια του.

Εντολή ένατη: Μην γυρίζεις πίσω, μην επαναλαμβάνεις σήμερα αυτά που έκανες χθες. Κάποιοι έμαθαν από τη χθεσινή σου δράση και πρέπει πάντοτε να είσαι ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες σου.

Εντολή δέκατη: Να τηρείς πάντοτε όλα τα παραπάνω. Κι αν αυτά δεν σε οδηγήσουν στη γη της επαγγελίας, να θυμάσαι ότι το ίδιο συνέβη και σε άλλους. Διότι οι εντολές αυτές είναι η μισή συνταγή της επιτυχίας. Η άλλη μισή βρίσκεται στα χέρια της θεάς Τύχης και όπως γνωρίζεις, η Τύχη είναι τυφλή.

Καλό ταξίδι, καλέ μου φίλε, Κώστα Λιάσκα

Μάιος 8th, 2018

Δεν το περίμενα ότι θα διαβάσω μια τέτοια είδηση. Ποτέ. Όσο κι αν ακούγεται ανεδαφικό.
Έφυγε ο φίλος, αυτός που για χρόνια τον ένιωθα δίπλα μου, ο Κώστας Λιάσκας.
Αυτός που, όταν μάχιμοι σύντροφοι κρύβονταν, τις πρώτες μέρες και ώρες της δικτατορίας, δεν δίστασε στιγμή να μου δώσει τα κλειδιά του γραφείου του, προκειμένου να βρω καταφύγιο τις πρώτες ώρες της παρανομίας. Και αυτή η προσφορά του ήταν σωτήρια για μένα και άλλους. Συναντηθήκαμε, τυχαίως, την πρώτη μέρα της δικτατορίας, στην οδό Σκουφά. Εκείνος ήταν μαζί με τον Γιάννη Σουλαδάκη και εγώ έψαχνα απεγνωσμένα χώρο να κρυφτώ και να αναδιοργανωθώ. Αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλε τα κλειδιά από την τσέπη του και μου είπε πως μπορώ να παραμείνω για ένα μήνα στο γραφείο του. Εκείνος θα έλειπε γι’ αυτό το διάστημα στην Κρήτη. Οι πρώτες του κουβέντες ήταν η έγνοια του για το πώς έχω διαφύγει τη σύλληψη και αν έχουν συλλάβει τον Μίκη.
Έντιμος και πάντα παρών στις διεκδικήσεις των μηχανικών.
Φίλος για μένα πολύ αγαπητός. Από αυτούς που ποτέ δεν θα ξεχάσω όσο ακόμα ζω και θυμάμαι.
Με πόνεσε πολύ η είδηση του χαμού σου, φίλε Κώστα. Να έχεις καλό ταξίδι. Και να είσαι σίγουρος ότι δεν είμαι ο μόνος που σε θυμάμαι με εκτίμηση και αγάπη.
Ο φίλος σου. Τα θερμά μου συλλυπητήρια σε όσους σε αγαπούν.

Παληοτάκης

Έφυγε από τη ζωή ο συμπατριώτης μας, καταγόμενος από τη Μακρακώμη μηχανικός και για πολλά χρόνια πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Κώστας Λιάσκας σε ηλικία 76 χρόνων.
“Ο Κώστας Λιάσκας, με το συνδικαλιστικό και επαγγελματικό του έργο, αποτέλεσε εμβληματική μορφή της σύγχρονης ιστορίας του ΤΕΕ και των Ελλήνων Διπλωματούχων Μηχανικών. Συνέδεσε την πορεία του στα όργανα διοίκησης του Επιμελητηρίου με μια ολόκληρη εποχή, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Προσπαθώντας να λειτουργεί κατά το δυνατόν συναινετικά, όπως επιτάσσει η ιστορία και η δημοκρατική συγκρότηση του ΤΕΕ, υπηρέτησε τόσο τον τεχνικό κόσμο όσο και την Ελληνική Πολιτεία συνολικά, από πληθώρα θέσεων ευθύνης, εκπροσωπώντας τον τεχνικό κόσμο της χώρας, παραμένοντας πάντα ενεργός στο επάγγελμα του μηχανικού.
Εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια στην οικογένεια του εκλιπόντος αλλά και στους δεκάδες συνεργάτες του στο ΤΕΕ και στο επάγγελμα, που πορεύθηκαν μαζί επί δεκαετίες. Ένα είναι βέβαιο: δεν θα ξεχαστεί.”. δήλωσε ο σημερινός πρόεδρος του ΤΕΕ Γιώργος Στασινός.
Ο Κώστας Λιάσκας σφράγισε με την παρουσία του το ΤΕΕ και τον επιστημονικό και επαγγελματικό στίβο των μηχανικών, αλλά και την κεντρική πολιτική σκηνή. Συμμετείχε, επί δεκαετίες, στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, αφήνοντας παρακαταθήκες προσφοράς, δημιουργικών συνθέσεων, αποτελεσματικού έργου και διαρκούς ανάδειξης του ρόλου και της ευθύνης των Ελλήνων Μηχανικών στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
Τιμήθηκε από τους Έλληνες Μηχανικούς, κατά τις δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες του ΤΕΕ, ως ο μακροβιότερος Πρόεδρος του ΤΕΕ. Ο Κώστας Λιάσκας αναδείχθηκε και υπηρέτησε σε συνεχείς θητείες συνολικά επί 24 χρόνια στη διοίκηση του Επιμελητηρίου, ενώ από το 1988 έως το 2002 θήτευσε συνεχόμενα για 12 έτη στη θέση του Προέδρου του ΤΕΕ
Ο εκλιπών συμπλήρωσε συνολικά 27 χρόνια παρουσίας στα κεντρικά όργανα διοίκησης του ΤΕΕ από το 1975, που εκλέχθηκε για πρώτη φορά μέλος της Κεντρικής Αντιπροσωπείας ΤΕΕ, έχοντας διατελέσει επίσης το 1976 Αντιπρόεδρος και Μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδας.
Παράλληλα ο Κώστας Λιάσκας συγκεντρώνοντας ευρύτερη αναγνώριση και αποδοχή τόσο της προσωπικότητάς του όσο και του θεσμικού ρόλου του, ως Πρόεδρος του ΤΕΕ, διετέλεσε τρείς φορές Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ: στην Υπηρεσιακή Κυβέρνηση Γρίβα (την περίοδο Μαρτίου – Απριλίου 1990), στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα (την περίοδο Νοεμβρίου 1989 – Μαρτίου 1990) και στην Υπηρεσιακή Κυβέρνηση Γρίβα (την περίοδο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1989). Ο εκλιπών σφράγισε την πορεία του με σημαντικό επίσης έργο και προσφορά στον αθλητισμό και το Ολυμπιακό Ιδεώδες. Ήταν από τους πρωτοστάτες για την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα από το 1990 ως Μέλος της Επιτροπής Διεκδίκησης των «Ολυμπιακών Αγώνων 1996» και εν συνεχεία την περίοδο 1995-97 ως Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Διεκδίκησης Ολυμπιακών Αγώνων «Αθήνα 2004», ενώ το 2000 ήταν Μέλος ΔΣ της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων «Αθήνα 2004».
Ο Κώστας Λιάσκας αποφοίτησε με δίπλωμα Πολιτικού μηχανικού από την Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1964. Ακολούθησε και ολοκλήρωσε το 1971 μεταπτυχιακές σπουδές στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Από την περίοδο της αποφοίτησής του από το Πολυτεχνείο, παράλληλα με την συμμετοχή του στα κοινά, ακολούθησε μέχρι σήμερα μια συνεχή και δημιουργική επιστημονική επαγγελματική πορεία, ως ελεύθερος επαγγελματίας μηχανικός, ενώ δραστηριοποιήθηκε σε κατασκευές δημοσίων έργων (μέχρι το 1987) και εν συνεχεία σε μελέτες και κατασκευές ιδιωτικών έργων, στον προγραμματισμό και τη διοίκηση έργων, ως σύμβουλος διαχείρισης, καθώς επίσης και στους τομείς των τουριστικών επιχειρήσεων και της ενέργειας.
Με αφετηρία την Μακρακώμη Φθιώτιδας, τόπο γέννησης και καταγωγής του, διατηρώντας ισχυρές ρίζες στις αρχές, τα ήθη και τα διδάγματα της ελληνικής ιστορίας και των παραδόσεων, αξιοποιώντας παράλληλα τις ιδεολογικές και κοινωνικές αναφορές του, που τίμησε μέχρι τέλους, ο Κώστας Λιάσκας ακολούθησε μία λαμπρή επιστημονική, επαγγελματική πορεία από θέσεις ευθύνης και προσφοράς στον δημόσιο βίο. Ο Κώστας Λιάσκας υπήρξε και αναγνωρίστηκε από τον τεχνικό και επιστημονικό κόσμο αλλά και ευρύτερα από την ελληνική κοινωνία, ως πρωτοστάτης μίας ολόκληρης γενιάς μηχανικών, που ανέλαβε, μετά τη δικτατορία, την επίπονη και συνεχή πορεία εθνικής ομοψυχίας και δημιουργικής συνεννόησης για την ανόρθωση και ανάπτυξη της χώρας, αφήνοντας ισχυρά διδάγματα για τη σημερινή εποχή, τους μηχανικούς και τις νεότερες γενιές.
Η κηδεία του εκλιπόντος θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 8/5/2018 σε στενό οικογενειακό κύκλο και παράκληση της οικογένειας είναι, αντί στεφάνων, να γίνει κατάθεση εις μνήμην του στον σύλλογο «Το Χαμόγελο του Παιδιού».
ΑΠΕ

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Πίνακας Εορτών, Επετείων και άλλων Ιστορικών ημερομηνιών.

Μάιος 4th, 2018

ΠΙΝΑΚΑΣ

Εορτών,  Επετείων  και  άλλων  ιστορικών ημερομηνιών που θα μπορούσαν μαζί και με άλλες περιπτώσεις  να αποτελέσουν  σε πανελλαδική, ίσως, κλίμακα τη βάση μιας εκπολιτιστικής εξόρμησης και άλλης πολιτιστικό – μορφωτικής δουλειάς.

Η παράθεση ολόκληρου του πίνακα δεν σημαίνει ότι αφορά όλες τις  οργανώσεις. Μπορεί, όμως,  να αποτελέσει  έναν,  κατ’ αρχήν,  μπούσουλα, όπου κάθε οργάνωση θα  τον  προσαρμόζει και θα τον πλουτίζει με τα δικά της μέτρα.

Αν θέλουμε να  πετύχει  αυτή  μας  η  προσπάθεια,  πρέπει,  οπωσδήποτε, πρώτα  εμείς εδώ να δημιουργήσουμε - με βάση τον Πίνακαένα αρχείο Υλικού,  έτσι, που να είμαστε σε θέση έγκαιρα να δίνουμε στις οργανώσεις μας τα ανάλογα κείμενα, ταυτόχρονα, όμως, πρέπει και οι τοπικές οργανώσεις να πλουτίζουν το δικό τους αρχείο.

Ξεκινάμε από την Πρωτοχρονιά,  που παρουσιάζει πολλά περιθώρια, όχι για μια, αλλά για πολλές εκδηλώσεις μέσα στα πλαίσιά της, όπως:

- Συγκέντρωση  δώρων  για τα παιδιά

- Πίττα  και  μοίρασμα  δώρων  (γιορτή  για  τα  παιδιά)

- Πρωτοχρονιάτικος  χορός  της  Δ.N.Λ.

Μέσα  στα πλαίσια  της Πρωτοχρονιάς επισκέψεις και κοινωνική δραστηριότητα, π.χ. επισκέψεις σε φυλακές, σε οικογένειες φυλακισμένων, εκτελεσμένων, απόρους, κλπ. Σε νοσοκομεία, Γηροκομεία, Ορφανοτροφεία, κλπ. ιδρύματα.

Με την ευκαιρία  των εορτών  κοινωφελής δραστηριότητα  των  Λαμπράκηδων  σε συνεργασία με τη δημοτική ή κοινοτική αρχή  για τον εξωραϊσμό  του χωριού της συνοικίας, κλπ.:

Η διοργάνωση πρωτοχρονιάτικης εκδρομής με περιεχόμενο προσεγμένο και κατάλληλο, δηλαδή απαγγελίες – ανέκδοτα,  κλπ. Εν συνεχεία την 31.1.1943 Νίκη του Στάλινγραντ, 4.2.1842 (1776 – 1842) θάνατος Κολοκοτρώνη.

09.02.1857

(1798-1857) θάνατος   Δ. Σολωμού

15.02.1871

Επέτειος Παρισινής Κομμούνας

23.02.1943

Ίδρυση Ενιαίας  Πανελλ.  Οργ.  Νέων  (ΕΠΟΝ)

27.02.1943

(1859-1943) θάνατος  Κ.  Παλαμά

27.02.1933

Εμπρησμός  Ραϊχταγ.  από  Ναζί

05.03.1943

Συλλαλητήριο  κατά   της  επιστράτευσης  (10 νεκροί,  100  τραυματίες,  νεκρός  ΤΟΡΟΝ)

06.03.1910

Αγροτική  εξέγερση  Κιλελέρ

08.03

Μέρα  της  γυναίκας

10.03.1944

Κορυσχάδες  Εθν. Συμβ.

15.03.1955

(1879-1955) θάνατος Αϊνστάιν

20.03.1947

Δολοφονία   του  Γιάν.   Ζευγού.

31.03.1951

Εκτέλεση Μπελογιάννη

06.04.1941

Εισβολή Γερμανών στην Ελλάδα

10.04.1826

Έξοδος Μεσολογγίου

12.04.1961

Πρώτος  άνθρωπος  στο  διάστημα  Γ.  Γκαγκάριν

19.04.1824

(1789 – 1824)  θάνατος  Λόρδου  Βύρωνα

21.04.1963

Α ‘ Μαραθώνια  Πορεία  Ειρήνης

22.04.1821

Μάχη της Αλαμάνας

23.04.1821

Σούβλισμα του Αθ. Διάκου

23.04.1827

(1782 – 1827)  θάνατος  ΚαραΪσκάκη (23.5.1827)

24.4.

Παγκόσμια   ημέρα  Νεολαίας  κατά της  αποικιοκρατίας

25.04.1864

(1797-1864)  θάνατος  Μακρυγιάννη

28.04.1944

Ολοκαύτωμα  τριών   Εποπτών  Υμηττού  «ΚΑΣΤΡΟ»

01.05.1886

Εργατική  Πρωτομαγιά  (απεργία  Σικάγου,  καθιέρωση  8ωρηςδουλειάς)

01.05.1944

Καισαριανή εκτέλεση200 Κομμουνιστών  και  Σουκατζίδη

05.05.1941

Μάχη της Κρήτης (5-20.5.1941)

08.05.1821

Μάχη της Γραβιάς «ΧΑΝΙ»

08.05.1945

Παράδοση  ήττα   Χιτλερικής   Γερμανίας

09.05.1956

Απαγχονισμός  Καραολή  και   Δημητρίου

10.05.1956

Συλλαλητήριο  στην   Αθήνα,  δολοφονούν  Β. Γεροντή – Φραγ. Νικολάου  και  Γιαν. Κωνσταντσπουλου.

21.05.1864

Ένωση  Επτανήσου  με  την  Ελλάδα

22.05.1963

Δολοφονία  Γρ.  Λαμπράκη

25.05.1839

Δίκη Κολοκοτρώνη

28.05.1941

Ίδρυση  Εθνικής   Αλληλεγγύης

30.05.1822

Σφαγή  της  Χίου

30.05.1952

Οι  Ελληνίδες   αποκτούν   δικαίωμα  ψήφου

31.05.1941

Ξέσχισμα  Χίτλερ. σημαίας στην Ακρόπολη (Γλέζος – Σάντας)

01.06.1957

Θάνατος  Στρ. Σαράφη

02.06.1941

ΚΑΝΔΑΝΟΣ (Κρήτη) με  θύματα 300  γυναικόπαιδα

05.06.1825

Δολοφονία  Οδυσσέα  Ανδρούτσου

06.06.1821

Ιερός   λόχος   (Δραγατσάνι)

06.06.1943

Κούρνοβο

08.06.1951

Θάνατος   Σικελιανού

10.06.1798

(1757-1798) θάνατος Ρήγα

11.06.1944

Καταστροφή Διστόμου

11.06.1835

Μιαούλη

16.06.1945

Θάνατος   Άρη   Βελουχιώτη

24.06.1879

(1824-1879) θάνατος Βαλαωρίτη

22.07.1943

Συλλαλητήριο   εναντίον   των   Βουλγάρων   «Σταθοπούλου Λίλη – Τεριάκης   Χατζηθωμάς»

23.07.1944

Μπλόκο Καλλιθέας

26.07.1944

Θάνατος Ηλέκτρας Αποστόλου

06.08.1945

Καταστροφή της Χιροσίμα

11.08.1823

(1790-1823)  θάνατος   Μάρκου   Μπότσαρη

14.08.1958

(1900-1958)  θάνατος Φρ.   Ζολιο  Κιουρί

16.08.1960

Δημιουργία   Κυπριακού   Κράτους

17.08.1944

Μπλόκο Κοκκινιάς

01.09.1939

Έναρξη  Β ‘  Παγκοσμίου  Πολέμου

02.09.1877

(1795-1877)  θάνατος   Κανάρη

02.09.1944

Καταστροφή Χορτιάτη

03.09.1843

Επανάσταση   Πρώτο   Σύνταγμα της   Ελλάδας

08.09.1943

(1903-1943) εκτέλεση Ιουλ. Φουτσικ

12.09.1829

Μάχη Πέτρας   (τελευταία   της   Ελλην.   Επανάστασης)

14.09.1964

Ίδρυση Νεολαίας Λαμπράκη

26.09.1814

Ίδρυση Φιλικής Εταιρίας

27.09.1941

Ίδρυση ΕΑ.Μ.

11.10.1944

Μάχη   Ηλ εκτρικής  (Πειραιά)

12.10.1944

Απελευθέρωση

26.10.1912

Απελευθέρωση Θεσσαλονίκης

27.10.1961

Δολοφονία   Στεφ.   Βελδεμίρη

28.10.1940

Εισβολή Ιταλών στην Ελλάδα (Αλβανία)

29.10.1961

Δολοφονία   Διον.   Κερβινιώτη  (εκλογικό πραξικ’  . 61)

30.10.1864

Ίδρυση   της   Α ‘  Διεθνούς

03.11.1918

Ιδρυτικό   Συνέδριο   της   Γ.Σ.Ε.Ε.

07.11.1917

Οκτωβριανή Επανάσταση

09.11.1866

Ολοκαύτωμα Αρκαδίου

10.11.1945

Ίδρυση   ΠΟΔΝ  (Παγκόσμια   Μέρα   Νεολαίας)

17.11.

Διεθνής   μέρα   Σπουδαστών

19.11.1925

Μάχη   της   Αράχωβας

22.11.1938

Δολοφονία   Μαλτέζου   (Γραμμ.   Ο ΚΝΕ)

25.11.1942

Γοργοπόταμος

26.11.1943

Εκτελέσεις   στο   Μονοδένδρι

09.12.1944

Καταστροφή  και  Σφαγή  Καλαβρύτων

10.12.

Παγκόσμια   μέρα   Δικαιωμάτων   του   ανθρώπου

26.12.1943

θάνατος   Δ.   Γληνού


ΠΙΝΑΚΑΣ

Εορτών, Επετείων και άλλων ιστορικών ημερομηνιών που θα μπορούσαν μαζί και με άλλες περιπτώσεις να αποτελέσουν σε πανελλαδική, ίσως, κλίμακα τη βάση μιας εκπολιτιστικής εξόρμησης και άλλης πολιτιστικό – μορφωτικής δουλειάς.

Η παράθεση ολόκληρου του πίνακα δεν σημαίνει ότι αφορά όλες τις οργανώσεις. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει έναν, κατ’ αρχήν, μπούσουλα, όπου κάθε οργάνωση θα τον προσαρμόζει και θα τον πλουτίζει με τα δικά της μέτρα.

Αν θέλουμε να πετύχει αυτή μας η προσπάθεια, πρέπει, οπωσδήποτε, πρώτα εμείς εδώ να δημιουργήσουμε - με βάση τον Πίνακαένα αρχείο Υλικού, έτσι, που να είμαστε σε θέση έγκαιρα να δίνουμε στις οργανώσεις μας τα ανάλογα κείμενα, ταυτόχρονα, όμως, πρέπει και οι τοπικές οργανώσεις να πλουτίζουν το δικό τους αρχείο.

Ξεκινάμε από την Πρωτοχρονιά, που παρουσιάζει πολλά περιθώρια, όχι για μια, αλλά για πολλές εκδηλώσεις μέσα στα πλαίσιά της, όπως:

- Συγκέντρωση δώρων για τα παιδιά

- Πίττα και μοίρασμα δώρων (γιορτή για τα παιδιά)

- Πρωτοχρονιάτικος χορός της Δ.N.Λ.

Μέσα στα πλαίσια της Πρωτοχρονιάς επισκέψεις και κοινωνική δραστηριότητα, π.χ. επισκέψεις σε φυλακές, σε οικογένειες φυλακισμένων, εκτελεσμένων, απόρους, κλπ. Σε νοσοκομεία, Γηροκομεία, Ορφανοτροφεία, κλπ. ιδρύματα.

Με την ευκαιρία των εορτών κοινωφελής δραστηριότητα των Λαμπράκηδων σε συνεργασία με τη δημοτική ή κοινοτική αρχή για τον εξωραϊσμό του χωριού της συνοικίας, κλπ.:

Η διοργάνωση πρωτοχρονιάτικης εκδρομής με περιεχόμενο προσεγμένο και κατάλληλο, δηλαδή απαγγελίες – ανέκδοτα, κλπ. Εν συνεχεία την 31.1.1943 Νίκη του Στάλινγραντ, 4.2.1842 (1776 – 1842) θάνατος Κολοκοτρώνη.

09.02.1857

(1798-1857) θάνατος Δ. Σολωμού

15.02.1871

Επέτειος Παρισινής Κομμούνας

23.02.1943

Ίδρυση Ενιαίας Πανελλ. Οργ. Νέων (ΕΠΟΝ)

27.02.1943

(1859-1943) θάνατος Κ. Παλαμά

27.02.1933

Εμπρησμός Ραϊχταγ. από Ναζί

05.03.1943

Συλλαλητήριο κατά της επιστράτευσης (10 νεκροί, 100 τραυματίες, νεκρός ΤΟΡΟΝ)

06.03.1910

Αγροτική εξέγερση Κιλελέρ

08.03

Μέρα της γυναίκας

10.03.1944

Κορυσχάδες Εθν. Συμβ.

15.03.1955

(1879-1955) θάνατος Αϊνστάιν

20.03.1947

Δολοφονία του Γιάν. Ζευγού.

31.03.1951

Εκτέλεση Μπελογιάννη

06.04.1941

Εισβολή Γερμανών στην Ελλάδα

10.04.1826

Έξοδος Μεσολογγίου

12.04.1961

Πρώτος άνθρωπος στο διάστημα Γ. Γκαγκάριν

19.04.1824

(1789 – 1824) θάνατος Λόρδου Βύρωνα

21.04.1963

Α ‘ Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης

22.04.1821

Μάχη της Αλαμάνας

23.04.1821

Σούβλισμα του Αθ. Διάκου

23.04.1827

(1782 – 1827) θάνατος ΚαραΪσκάκη (23.5.1827)

24.4.

Παγκόσμια ημέρα Νεολαίας κατά της αποικιοκρατίας

25.04.1864

(1797-1864) θάνατος Μακρυγιάννη

28.04.1944

Ολοκαύτωμα τριών Εποπτών Υμηττού «ΚΑΣΤΡΟ»

01.05.1886

Εργατική Πρωτομαγιά (απεργία Σικάγου, καθιέρωση 8ωρης

δουλειάς)

01.05.1944

Καισαριανή εκτέλεση200 Κομμουνιστών και Σουκατζίδη

05.05.1941

Μάχη της Κρήτης (5-20.5.1941)

08.05.1821

Μάχη της Γραβιάς «ΧΑΝΙ»

08.05.1945

Παράδοση ήττα Χιτλερικής Γερμανίας

09.05.1956

Απαγχονισμός Καραολή και Δημητρίου

10.05.1956

Συλλαλητήριο στην Αθήνα, δολοφονούν Β. Γεροντή – Φραγ. Νικολάου και Γιαν. Κωνσταντσπουλου.

21.05.1864

Ένωση Επτανήσου με την Ελλάδα

22.05.1963

Δολοφονία Γρ. Λαμπράκη

25.05.1839

Δίκη Κολοκοτρώνη

28.05.1941

Ίδρυση Εθνικής Αλληλεγγύης

30.05.1822

Σφαγή της Χίου

30.05.1952

Οι Ελληνίδες αποκτούν δικαίωμα ψήφου

31.05.1941

Ξέσχισμα Χίτλερ. σημαίας στην Ακρόπολη (Γλέζος – Σάντας)

01.06.1957

Θάνατος Στρ. Σαράφη

02.06.1941

ΚΑΝΔΑΝΟΣ (Κρήτη) με θύματα 300 γυναικόπαιδα

05.06.1825

Δολοφονία Οδυσσέα Ανδρούτσου

06.06.1821

Ιερός λόχος (Δραγατσάνι)

06.06.1943

Κούρνοβο

08.06.1951

Θάνατος Σικελιανού

10.06.1798

(1757-1798) θάνατος Ρήγα

11.06.1944

Καταστροφή Διστόμου

11.06.1835

Μιαούλη

16.06.1945

Θάνατος Άρη Βελουχιώτη

24.06.1879

(1824-1879) θάνατος Βαλαωρίτη

22.07.1943

Συλλαλητήριο εναντίον των Βουλγάρων «Σταθοπούλου Λίλη – Τεριάκης Χατζηθωμάς»

23.07.1944

Μπλόκο Καλλιθέας

26.07.1944

Θάνατος Ηλέκτρας Αποστόλου

06.08.1945

Καταστροφή της Χιροσίμα

11.08.1823

(1790-1823) θάνατος Μάρκου Μπότσαρη

14.08.1958

(1900-1958) θάνατος Φρ. Ζολιο Κιουρί

16.08.1960

Δημιουργία Κυπριακού Κράτους

17.08.1944

Μπλόκο Κοκκινιάς

01.09.1939

Έναρξη Β ‘ Παγκοσμίου Πολέμου

02.09.1877

(1795-1877) θάνατος Κανάρη

02.09.1944

Καταστροφή Χορτιάτη

03.09.1843

Επανάσταση Πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας

08.09.1943

(1903-1943) εκτέλεση Ιουλ. Φουτσικ

12.09.1829

Μάχη Πέτρας (τελευταία της Ελλην. Επανάστασης)

14.09.1964

Ίδρυση Νεολαίας Λαμπράκη

26.09.1814

Ίδρυση Φιλικής Εταιρίας

27.09.1941

Ίδρυση ΕΑ.Μ.

11.10.1944

Μάχη Ηλ εκτρικής (Πειραιά)

12.10.1944

Απελευθέρωση

26.10.1912

Απελευθέρωση Θεσσαλονίκης

27.10.1961

Δολοφονία Στεφ. Βελδεμίρη

28.10.1940

Εισβολή Ιταλών στην Ελλάδα (Αλβανία)

29.10.1961

Δολοφονία Διον. Κερβινιώτη (εκλογικό πραξικ’ . 61)

30.10.1864

Ίδρυση της Α ‘ Διεθνούς

03.11.1918

Ιδρυτικό Συνέδριο της Γ.Σ.Ε.Ε.

07.11.1917

Οκτωβριανή Επανάσταση

09.11.1866

Ολοκαύτωμα Αρκαδίου

10.11.1945

Ίδρυση ΠΟΔΝ (Παγκόσμια Μέρα Νεολαίας)

17.11.

Διεθνής μέρα Σπουδαστών

19.11.1925

Μάχη της Αράχωβας

22.11.1938

Δολοφονία Μαλτέζου (Γραμμ. Ο ΚΝΕ)

25.11.1942

Γοργοπόταμος

26.11.1943

Εκτελέσεις στο Μονοδένδρι

09.12.1944

Καταστροφή και Σφαγή Καλαβρύτων

10.12.

Παγκόσμια μέρα Δικαιωμάτων του ανθρώπου

26.12.1943

θάνατος Δ. Γληνού

Στην αρχή του Πίνακα αναφερθήκαμε στην Πρωτοχρονιά, μια κατ’ εξοχήν γιορτή με φιλειρηνικό περιεχόμενο. Όμως στο εορτολόγιο πολλές γιορτές προσφέρονται στη διοργάνωση εκδηλώσεων με εκπολιτιστικό και άλλο περιεχόμενο, για παράδειγμα λέμε Απόκρια· πρόκειται για ολόκληρο κύκλο εκδηλώσεων γύρω από τις απόκριες, που είναι:

- τα μικρά και μεγάλα γλέντια (γιορτές στις Λέσχες ή έξω)

- οι αποκριάτικοι χοροί

- η διοργάνωση Καρνάβαλου

- Οι εκδρομές, κυρίως,, την Καθαρή Δευτέρα

Το Πάσχα (γιορτή της Αγάπης) μπορούν να γίνουν

- Γλέντια, χοροί του Πάσχα (από μικροί μέχρι μεγάλοι και εντυπωσιακοί)

- εκδρομές

- κοινωφελή δραστηριότητα

- επισκέψεις όπως της Πρωτοχρονιάς κλπ.

Μέσα σε όλες τις Πασχαλιάτικες εκδηλώσεις μπορεί και πρέπει να δίνεται φιλειρηνικό πνεύμα και χαρακτήρας προεργασία για την Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης.


Τέλος, τα Χριστούγεννα, που είναι ενιαία με τις γιορτές της Πρωτοχρονιάς, ισχύουν όλα αυτά που είπαμε, συν τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα που η όλη διαδικασία του μπορεί να σταθεί αφορμή για έντονη και ωραία δραστηριοποίηση των παιδιών και των κοριτσιών με το στόλισμα, τις γιορτούλες κλπ.

Στην αρχή του Πίνακα αναφερθήκαμε στην Πρωτοχρονιά, μια κατ’ εξοχήν γιορτή με φιλειρηνικό περιεχόμενο. Όμως στο εορτολόγιο πολλές γιορτές προσφέρονται στη διοργάνωση εκδηλώσεων με εκπολιτιστικό και άλλο περιεχόμενο, για παράδειγμα λέμε Απόκρια• πρόκειται για ολόκληρο κύκλο εκδηλώσεων γύρω από τις απόκριες, που είναι:
- τα μικρά και μεγάλα γλέντια (γιορτές στις Λέσχες ή έξω)
- οι αποκριάτικοι χοροί
- η διοργάνωση Καρνάβαλου
- Οι εκδρομές, κυρίως,, την Καθαρή Δευτέρα
Το Πάσχα (γιορτή της Αγάπης) μπορούν να γίνουν
- Γλέντια, χοροί του Πάσχα (από μικροί μέχρι μεγάλοι και εντυπωσιακοί)
- εκδρομές
- κοινωφελή δραστηριότητα
- επισκέψεις όπως της Πρωτοχρονιάς κλπ.
Μέσα σε όλες τις Πασχαλιάτικες εκδηλώσεις μπορεί και πρέπει να δίνεται φιλειρηνικό πνεύμα και χαρακτήρας προεργασία για την Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης.
Τέλος, τα Χριστούγεννα, που είναι ενιαία με τις γιορτές της Πρωτοχρονιάς, ισχύουν όλα αυτά που είπαμε, συν τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα που η όλη διαδικασία του μπορεί να σταθεί αφορμή για έντονη και ωραία δραστηριοποίηση των παιδιών και των κοριτσιών με το στόλισμα, τις γιορτούλες κλπ. -

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Μικροαστική αποανάπτυξη εναντίον ουμανιστικής αποκαπιταλιστικοποίησης;

Απρίλιος 26th, 2018

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

claslessdemocracy@gmail.com,

«Το φαντασιακό μας έχει αποικισθεί, ο εχθρός κρύβεται στο

βαθύτερο μέρος του εαυτού μας».

Σερζ Λατούς

Ο καπιταλισμός βιώνει την παρακμή του, διαισθάνεται την ιστορική χρεοκοπία του και το επικείμενο, αργά ή γρήγορα, τέλος του, γι’ αυτό πέρασε, μέσα από μια ελεγχόμενη ιδιόμορφη αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση που καταργεί το μικρό και το μεσαίο κεφάλαιο, αλλά σε κάποιο βαθμό και τη μισθωτή εργασία, στην αντεπίθεση με στόχο να ταμπουρωθεί πίσω από νεοφεουδαρχικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές δομές. Με αυτόν τον τρόπο ο καπιταλισμός προσπαθεί να αντιστρέψει το βέλος του χρόνου, να βάλει όπισθεν στην πορεία της ιστορίας και να γυρίσει-οδηγήσει την ανθρωπότητα σε ένα καινούργιο Μεσαίωνα, σε ένα νέο σκοτεινό βασίλειο χιλίων χρόνων με μια παγκόσμια κυβέρνηση του κεφαλαίου, στην απόλυτη καπιταλιστική βαρβαρότητα. Αυτή η απειλή δεν είναι ένα κάποιο σενάριο ζόφου, αλλά ο ίδιος ο ζόφος που παίζεται στην παγκόσμια σκηνή ως νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, κι’ αν δεν αποφασίσουμε να χαλάσουμε σήμερα αυτή την παράσταση, στο τέλος, ως σκιές του εαυτού μας, θα χειροκροτούμε τους δήμιους τους δικούς μας, αλλά και του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ατομική αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση στο όνομα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Δύσκολος, ανηφορικός και μακρύς ο δρόμος της ‘επιστροφής’, όπως δύσκολη και μακρά ήταν η κατηφόρα στην οποία οδήγησαν την ανθρωπότητα τα συστήματα της ανισότητας και της εκμετάλλευσης. Μόνο ο δρόμος προς την καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι πιο σύντομος, αλλά αυτός δεν είναι η επιλογή των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, είναι επιλογή του καταστροφικού και απάνθρωπου κεφαλαίου. Γι’ αυτό θα χρειαστεί να βάλουμε την όπισθεν στην ανηφόρα που θα μας βγάλει από το αδιέξοδο κατηφορικό τούνελ του καπιταλισμού στο ξέφωτο, απ’ όπου θα χαράξουμε τη σωστή πορεία, την πορεία που οδηγεί σε μια σύγχρονη αυθεντική εξισωτική κοινωνία του Ανθρωπισμού. Όμως επειδή «μια αυθεντική επανάσταση μπορεί να εκδηλωθεί μόνο αν υπάρχει ένα συγκροτημένο και πρακτικό μαζικό κίνημα [1]1 αυτοσυνείδητοποιημένων ατόμων, το οποίο θα έχει συνειδητά σαρώσει όλες τις μυθοποιήσεις του παρελθόντος»[2], γι’ αυτό ξεκινάμε με την απόφαση αποκαπιταλιστικοποίησης του εαυτού μας[3], δηλαδή να σταματήσουμε τον κατήφορο προς την καπιταλιστική βαρβαρότητα, που σημαίνει πως ξεκινάμε με την απόφαση να καταργήσουμε παντού τον καπιταλισμό, στη σκέψη μας[4], στις συνήθειές μας, στον χώρο που ζούμε και δημιουργούμε, στην πόλη μας, στην πατρίδα μας και στον πλανήτη ολόκληρο. Πράγμα που δεν σημαίνει να σπάζουμε τα κρανία των συνανθρώπων μας, αλλά να συζητούμε με αυτούς. Ούτε και να καταστρέψουμε τα εργοστάσια, αλλά να τα απαλλάξουμε από τους εξουσιαστικούς σφετεριστές τους. Ούτε, βέβαια, σημαίνει να κάψουμε τις πόλεις μας, αλλά να τις απαλλάξουμε από τις μαφίες που τις λυμαίνονται και να τις καταστήσουμε αυτοδιοιηκούμενες Άμεσες Δημοκρατίες. Και, φυσικά, δεν σημαίνει, στο πλαίσιο κάποιων «ελεγχόμενων αταξιών»[5] και στο όνομα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, να καταργήσουμε τις πατρίδες μας, αλλά να τις καταστήσουμε, στο όνομα της οικουμενικότητας της ανθρωπότητας, αυτόνομα συστατικά στοιχεία της κοινής μας πατρίδας, του διαστημόπλοιου Γη και της ενιαίας, οικουμενικής, κοινωνικοποιημένης ανθρωπότητας.

Αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση σημαίνει, επίσης, να πάψουμε να είμαστε υποχείρια θανατόφιλων θρησκειών, της ιδεολογίας της ανταγωνιστικότητας[6] και του ακόρεστου καπιταλιστικού καταναλωτισμού που μας εγκλωβίζουν σε έναν αγοραίο, αντικοινωνικό και τελικά αυτοκαταστροφικό ατομισμό[7]. Πρόκειται για τη διεκδίκηση της Εαυτότητάς μας εντός του αυτοπροσδιοριζόμενου Εμείς και την κατάκτηση της αυθεντικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας πράγμα που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την ομορφιά του μέτρου και το μέτρο της ομορφιάς της ζωής, της ελεύθερης από καταναγκασμούς κοινωνικής συμβίωσης, της συνεργασίας, της συνδημιουργίας και του ανθρωπισμού. Το συστηματικό και οργανωμένο διάβασμα, οι συστηματικές και οργανωμένες συζητήσεις, η συστηματική και στοχευμένη συμμετοχή στα κοινά που διαδραματίζονται γύρω μας και φυσικά μας αφορούν, θα μας βοηθήσει να αυτοαποκαπιταλιστικοποιηθούμε ατομικά και ομαδικά και θα μας ανοίξει τα μάτια για να δούμε τη βρωμιά της εικονικής καπιταλιστικής πραγματικότητας αλλά και την ομορφιά της ζωής και της αληθινής πραγματικότητας που περιμένει να την κάνουμε ακόμα καλύτερη.

Αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας στο όνομα της κοινωνικής Ισότητας

“Ζούμε σε μιά κοινωνία, όπου η τέχνη της επιβίωσης έγκειται στο να προσαρμόζεσαι στα αντανακλαστικά και στις τεχνικές της αρπακτικότητας”.

Ραούλ Βάνεγκεμ

Η οικονομία είναι το κατ’ εξοχήν προνομιακό πεδίου του καπιταλισμού. Έχοντας καταφέρει το Κεφάλαιο να ελέγχει τον παραγωγικό εξοπλισμό και την Εργασία και συνεπώς και τον παραγόμενο πλούτο, κατάφερε να έχει την εξουσία πάνω στους υλικούς όρους ύπαρξης της κοινωνίας, που σημαίνει να ελέγχει και να εκμεταλλεύεται την εργαζόμενη κοινωνία, οδηγώντας την στην εξαθλίωση και στον αποδεκατισμό της μέσω της πείνας, των επιδημιών και των αχόρταγων ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας, συνεπώς, σημαίνει απόσπαση του παραγωγικού εξοπλισμού από τον έλεγχο των επιχειρηματιών και της καπιταλιστικής τάξης και το πέρασμά του, με την κοινωνική αυτοδιαχείριση, στον απόλυτο έλεγχο της κοινωνίας, χωρίς τον οποίο είναι αδύνατη η αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας, την οποία ανέτρεψε ο καπιταλισμός σε βάρος της κοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση είναι η κοινωνία που, αποκαπιταλιστικοποιώντας την οικονομία της, θα επιλέξει τις προτεραιότητες, τη φύση, τη δομή και τη μορφή της οικονομίας, ώστε να βελτιστοποιείται η λειτουργία της και να μεγιστοποιείται η κοινωνική ευημερία.

Η χαώδης, η σπάταλη, η καταστροφική και απάνθρωπη καπιταλιστική οικονομία προκαλεί, όπως άλλωστε είναι φυσικό, έντονες διαμαρτυρίες, κοινωνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις στον οικονομικά καχεκτικό και φτωχό Νότο και έντονες συζητήσεις στον ακόμα ‘αναπτυγμένο και πλούσιο’ Βορρά με αντικείμενο την τιθάσευση, ακόμα και την αντικατάσταση, της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο καπιταλισμός είναι η κατ’ εξοχήν οικονομία της διαρκούς και αυξανόμενης μεγέθυνσης, της διαρκούς και αυξανόμενης σπατάλης των φυσικών πόρων και των κοινωνικών δυνάμεων, γιατί μέσω αυτής της διαδικασίας μεγιστοποιούνται σε ελάχιστο χρόνο τα κέρδη. Όταν αυτή η διαδικασία της μεγέθυνσης, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, διακόπτεται ή σταματάει, τότε υπάρχει κρίση και τα κέρδη γίνονται ζημίες τις οποίες η κυρίαρχη τάξη μεταφέρει στην κοινωνία μέσω της μείωσης των μισθών και ημερομισθίων, του περιορισμού της όποιας κοινωνικής πρόνοιας, της αύξησης της άμεσης φορολογίας και τελικά με τον πόλεμο. Κάποιες φορές, μάλιστα, συμβαίνει ο καπιταλισμός να μπει σε κρίση στασιμότητας και ο κόσμος να πεινάει επειδή έχουν παραχθεί περισσότερα προϊόντα από όσα μπορούν να αγοραστούν ή έχουν συσσωρευτεί περισσότερα χρηματικά κεφάλαια από όσα μπορούν να επενδυθούν. Το αποτέλεσμα αυτών των κρίσεων είναι συνήθως κάποιοι καταστροφικοί πόλεμοι με τους οποίους ο καπιταλισμός ξεπερνάει τις κρίσεις του με προγράμματα ‘ανασυγκρότησης’ των χωρών που κατέστρεψε.

Από την μηδενική μεγέθυνση στην απομεγέθυνση/αποανάπτυξη

Ενός κακού μύρια έπονται

Για τη μελέτη, υποτίθεται και τη ‘θεραπεία’ αυτής της παθογένειας του καπιταλισμού ιδρύθηκε το 1968 ένας αμφιλεγόμενος διεθνής οργανισμός, η Λέσχη της Ρώμης (Club of Rome), η οποία προέβλεπε στην έκθεσή της, που δημοσιεύτηκε το 1972, παγκόσμια οικονομική καταστροφή για το 2000 και πρότεινε, υποτίθεται για τη ‘σωτηρία της ανθρωπότητας’, τη στρατηγική της μηδενικής οικονομικής μεγέθυνσης[8] στον Βορρά και στον Νότο, χωρίς φυσικά να αμφισβητήσει το καπιταλιστικό σύστημα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού οι δημιουργοί του ήταν βιομήχανοι, αμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και αχυράνθρωποι του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου; Ο Βορράς δεν πήρε στα σοβαρά αυτή τη στρατηγική γιατί ήθελε κι άλλη μεγέθυνση για να μη χρεοκοπήσει νωρίτερα από το 2000, και ο Νότος διαμαρτυρήθηκε γιατί είχε αρνητική οικονομική μεγέθυνση ενώ χρειαζόταν μεγάλη και θετική οικονομική ανάπτυξη για την ανατροπή της φτώχειας[9] και όχι ‘οικονομική μεγέθυνση’ για την μεγιστοποίηση του κέρδους και του ιδιωτικού κεφαλαίου.

Η συζήτηση συνεχίστηκε κάτω από τη δυναμική της ογκούμενης καπιταλιστικής κρίσης. Τα τελευταία χρόνια έκανε την εμφάνισή της η «θεωρία της απο-ανάπτυξης», όπως λανθασμένα αποδόθηκε στα ελληνικά ο όρος decroissance ή degrowth, που σημαίνει απομεγέθυνση, αφού όπως είναι γνωστό η μεγέθυνση αναφέρεται στην ποσοτική πλευρά της οικονομίας, η οποία ενδιαφέρει κύρια τους επιχειρηματίες, ενώ η ανάπτυξη αναφέρεται στην οικονομία ως ποιοτικό σύνολο και ως δίκαιη κατανομή του πλούτου που ενδιαφέρει την κοινωνία. Κύριος εκφραστής αυτής της θεωρίας είναι ο Σερζ Λατούς και αφετηρία του είναι η παραδοχή σύμφωνα με την οποία «η εξάλειψη των καπιταλιστών, η απαγόρευση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των αγαθών παραγωγής, η κατάργηση της μισθολογικής σχέσης ή του νομίσματος θα βύθιζαν την κοινωνία στο χάος και δεν θα ήταν δυνατές παρά με το αντίτιμο μιας μαζικής τρομοκρατίας. Κάτι τέτοιο δεν θα αρκούσε για να καταργήσει το καπιταλιστικό φαντασιακό και επιπλέον θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα»[10]. Συμμεριζόμενος τις σχετικές απόψεις του Καστοριάδη, αναζητώντας διαφορετικούς ρόλους για το χρήμα[11] και για την αγορά[12] από αυτούς που έχουν μέχρι σήμερα, και μετεωριζόμενος σε ένα καπιταλιστικό ‘αντικαπιταλισμό[13], ο Λατούς φαίνεται να υιοθετεί τον μύθο του φιλελευθερισμού περί ‘βασιλιά καταναλωτή’ και καταλήγει στην αντίληψη πως «η σοσιαλιστική κοινωνία θα είναι η πρώτη κοινωνία όπου θα υπάρχει αληθινή αγορά (…), σε μια αυτόνομη κοινωνία θα έχετε μια αυθεντική αγορά με την έννοια ότι σ’ αυτήν θα υπάρχει τόσο κατάργηση όλων των θέσεων μονοπωλίου και ολιγοπωλίου, όσο και αντίστοιχα ανάμεσα στις τιμές των αγαθών και στα πραγματικά κοινωνικά κόστη»[14]. Τώρα, πώς μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστική κοινωνία με ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και πώς είναι ευκολότερο να καταργήσει κανείς τα μονοπώλια από το να καταργήσει τον καπιταλισμό τον ίδιο, μόνο ένα σοσιαλδημοκρατικό ‘φαντασιακό’ μπορεί να μας το εξηγήσει, ερμηνεία άλλωστε στην οποία μας παραπέμπει και η απειλή προς τις κοινωνίες να μην επιχειρήσουν κατάργηση του καπιταλισμού γιατί τέτοιες ενέργειες «θα τις βύθιζαν στο χάος και δεν θα ήταν δυνατές παρά με το αντίτιμο μιας μαζικής τρομοκρατίας»[15].

Λογικό είναι, στο πλαίσιο αυτού του συγκεχυμένου σκεπτικού, η θεωρία για ‘απο-μεγέθυνση’ να είναι ασαφής, ατελής και να περιορίζεται σε προτάσεις όπως «να μετατρέψουμε τα εργοστάσια αυτοκινήτων σε εργοστάσια μηχανισμών ενεργειακής (θερμοηλεκτρικής) συμπαραγωγής»[16]. Παρά τη σύγχυση και τις πολλές αντιφάσεις της[17], όμως, είναι αναμφισβήτητο πως η θεωρία της ‘απο-ανάπτυξης’ παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον και θίγει μια σειρά από πρακτικά ζητήματα, που μας βοηθούν να εμβαθύνουμε στην κατανόηση κάποιων κρίσιμων θεμάτων και να διευρύνουμε τους ορίζοντες των αναζητήσεών μας, αλλά για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την οικοδόμηση ενός καινούργιου και καλύτερου κόσμου. Ενός κόσμου απαλλαγμένου από απειλές του τύπου ‘μετά τον καπιταλισμό το χάος’, γιατί ο καπιταλισμός είναι το χάος και η αταξία, στο οποίο μπορούμε και πρέπει να βάλουμε τέρμα για να μπει μια τάξη αρμονίας μεταξύ της Ανθρωπότητας και της Μάνας-Φύσης, καθώς επίσης και μεταξύ των ανθρώπων, των Λαών, των φυλών, των χωρών και των πολιτισμών πέρα κι έξω από την πολιτισμική πολτοποίηση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και την απειλή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Στην ίδια περίπου λογική κινείται και η άποψη του Tim Jackson, όπως αυτή διατυπώνεται στο πρόσφατο βιβλίο του[18], ως ‘στοχευμένη οικονομική απομεγέθυνση’ στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος με μια κάποια ‘προσαρμογή του οικονομικού μοντέλου’ προς ‘καθαρές δραστηριότητες εντάσεως εργασίας’ και με ‘αλλαγή της κοινωνικής λογικής (του καπιταλισμού), για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων μέσω της φορολογίας᾿. Οι “καθαρές’ ή ‘πράσινες δραστηριότητες’ παραπέμπουν στον Clean Development Mechanism (μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης) του ΟΗΕ, που επιτρέπει στις χώρες του Βορρά να αγοράζουν και να εμφανίζουν ως δικές τους τις μειώσεις εκπομπών στον Νότο, πράγμα που ερμηνεύει και το φαινόμενο της αποβιομηχάνισης του Νότου ως μια συνειδητή πολιτική του Βορρά. Όλες αυτές οι προσπάθειες που κατατείνουν στο να δώσουν στον καπιταλισμό κάτι που είναι αντίθετο προς τη φύση του, δηλαδή ένα “ανθρώπινο πρόσωπο”, δεν είναι καθόλου αθώες, γιατί προσπαθούν να κρύψουν τον απάνθρωπο, χαοτικό και καταστροφικό χαρακτήρα του, και με αυτό τον τρόπο να τον εμφανίσουν ως ένα αιώνιο, διαχρονικό-υπεριστορικό σύστημα, κάτι σαν “μοίρα” της ανθρωπότητας, που δεν μπορούμε να την αλλάξουμε και συνεπώς δεν έχουμε άλλη επιλογή από τον συμβιβασμό και την υποταγή. Όμως και ο καπιταλισμός δεν είναι παρά μια παρένθεση, έστω μια διακλάδωση, στην ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία μπορεί και πρέπει, όπως συνέβη και με προηγούμενους τρόπους παραγωγής, να κλείσει, γιατί η ανθρωπότητα υπήρξε και πριν και σίγουρα θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά τον καπιταλισμό.

Βέβαια, στο πλαίσιο της αμεσοδημοκρατικής επιλογής της κοινωνίας για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, είναι προφανές πως αλλάζει ριζικά τόσο η οικονομική φιλοσοφία όσο, κατά συνέπεια, και η δομή της οικονομίας, αφού στο επίκεντρό της δεν θα βρίσκονται τα κέρδη των επιχειρηματιών, που δεν θα υπάρχουν, αλλά ο άνθρωπος και το κοινωνικό συμφέρον και η ευημερία των πολιτών, που και τα δυο μαζί αποτελούν το εθνικό συμφέρον. Έτσι, στο μεταβατικό στάδιο της αποκαπιταλιστικοποίησης της οικονομίας, κάποιοι κλάδοι, όπως οι υποστηρικτικοί της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, θα πρέπει να καταργηθούν, κάποιοι θα αναπροσανατολιστούν παραγωγικά, κάποιοι άλλοι θα ενισχυθούν και κάποιοι νέοι θα δημιουργηθούν, προκειμένου να επιτευχθεί ο μεγαλύτερος δυνατός βαθμός αυτάρκειας και ευημερίας του πληθυσμού της κάθε χώρας, αλλά και της ισότιμης συνεργασίας μεταξύ των Λαών. Αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας, συνεπώς δεν μπορεί παρά να σημαίνει «ο άνθρωπος πάνω από τα καπιταλιστικά κέρδη», και συνεπώς μια οικονομία χωρίς καπιταλιστές και καπιταλιστικά κέρδη, γιατί όσο θα υπάρχουν κέρδη ο άνθρωπος θα είναι πάντα κάτω από αυτά.

Αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας στο όνομα της ελευθερίας

«Δεν υπάρχει εξωκοινωνικός άνθρωπος, δεν υπάρχει ανθρώπινο ‘άτομο’

ως α-κοινωνική, εξωκοινωνική ή προκοινωνική ‘ουσία’, ούτε ως

πραγματικότητα ούτε ως συγκροτημένη φαντασία».

Κορνήλιος Καστοριάδης

Αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας σημαίνει πρώτα-πρώτα κατάργηση όλων των θεσμών και δομών που επιτρέπουν σε μια απειροελάχιστη μειονότητα να κρατάει όμηρο τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού στις θεσμικές σπηλιές του Φόβου, της Άγνοιας και του Σκοταδισμού για να πλουτίζει σε βάρος της λιμοκτονούσας αποφασιστικής πλειονότητας των κατοίκων του πλανήτη. Αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας σημαίνει επίσης απόλυτη κοινωνικοποίηση όλων των μορφών, των πηγών, των μέσων και των δικτύων παραγωγής και διανομής του πλούτου. Σημαίνει ακόμα ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο, που θα αποτυπώνεται σε ένα Νέο Σχέδιο για τον Άνθρωπο και την Κοινωνία του, που θα κατοχυρώνεται με ένα Νέο Καταστατικό Χάρτη της χώρας και στην πορεία με μια Οικουμενική Χάρτα για έναν Ουμανιστικό Πολιτισμό. “Η απανθρωπιά δεν συζητιέται, απορρίπτεται.(…). Είναι καιρός η πάλη ενάντια στην απανθρωπιά να παραχωρήσει τη θέση της σε προτάγματα κοινωνίας, όπου ο εξανθρωπισμός του κόσμου γίνεται ένα με τον ατομικό εξανθρωπισμό”[19] που θα αποτυπώνεται σε, αλλά και θα προκύπτει από, μια ουμανιστική κοσμοθεώρηση και την αντίστοιχη ανθρωποκεντρική κοινωνική φιλοσοφία.

Αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας σημαίνει τέλος και κατά κύριο λόγο ‘αποαποικιοποίηση του κοινωνικού φαντασιακού’, δηλαδή αποϊδεολογικοποίηση της κοινωνίας, δηλαδή αποδυνάμωση και αποβολή όλων των θρησκευτικών, οικονομικών και ψευδοεπιστημονικών μύθων, των ταξικών πολιτικών ιδεολογιών καθώς επίσης και της αγυρτείας των ιερατείων που πλουτίζουν εμπορευόμενα ψευδή ‘γνώση’, παραπληροφόρηση, ανοησίες, ουσίες και εξουσίες. Πράγμα, όμως, που δεν μπορεί να γίνει με ‘επαναστατικά’ διατάγματα, με διοικητικά φιρμάνια και με αφορισμούς, αλλά με τη διάχυση της επιστημονικά έγκυρης και κοινωνικά χρήσιμης γνώσης[20] σε όλα τα κύτταρα της κοινωνίας, για την απελευθέρωση της νοημοσύνης, της κριτικής σκέψης και του ελεύθερου στοχασμού, για την επανάκτηση της Εαυτότητας και της κοινωνικής-οικουμενικής συνείδησης του ανθρώπινου όντος ως συγκεκριμένου πολίτη. Αποϊδεολογικοποίηση της κοινωνίας σημαίνει ηθικός, ιδεολογικός και επιχειρησιακός αφοπλισμός της καπιταλιστικής εξουσίας, πράγμα που διευκολύνει την σταδιακή υπονόμευση μέχρι και την ανατροπή της πολιτικής ηγεμονίας της. Αυτή η διαδικασία θα ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και θα τις καταστήσει ικανές να αντιμετωπίσουν την πολιτική του ‘διαίρει και βασίλευε’ που επιχειρεί το Κεφάλαιο σε βάρος τους, με αποτέλεσμα να φέρνει τη μια κατηγορία εργαζόμενων ενάντια στην άλλη, πράγμα που δημιουργεί ενδοταξικό εμφύλιο πόλεμο και τελικά οδηγεί στην εξάντληση και στην υποταγή των εργαζόμενων. Αυτή η τεχνητή πολυδιάσπαση των δυνάμεων της Εργασίας της Επιστήμης και του Πολιτισμού γίνεται δυνατή χάρη στην καλλιεργημένη ψευδαίσθηση πως κάποιες κατηγορίες εργαζόμενων μπορούν να διεκπεραιώνουν, παράλληλα με τα πρακτικά καθήκοντά τους στον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας, και καθήκοντα κοινωνικού καταμερισμού για λογαριασμό της εργοδοσίας στη βάση κάποιας προνομιακής και μισθολογικής διαφοροποίησής τους από τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Αυτή η τεχνητή πολυδιάσπαση των εργαζόμενων μπορεί και πρέπει να ξεπεραστεί με κοινωνικοπολιτικούς όρους, δηλαδή με τη συνειδητοποίηση της ανάγκης να ξεπεραστούν οι όποιες δευτερογενείς τεχνητές αντιθέσεις μεταξύ των εργαζόμενων, όπως λ. χ. η υποτιθέμενη αντίθεση μεταξύ ‘πνευματικής’ και ‘χειρωνακτικής’ εργασίας, αλλά και να κατακτηθεί η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της ενιαίας οργάνωσης του κοινωνικού αγώνα στη βάση της κυρίαρχης αντίθεσης μεταξύ Κεφαλαίου, καπιταλιστικού κράτους και Εργασίας. Στον βαθμό που θα κατακτιέται αυτή η συνειδητοποίηση και θα μετασχηματίζεται σε ενιαία αλλά αποκεντρωμένη και αντιπυραμιδική έκφραση του αντικαπιταλιστικού αγώνα, στον ίδιο βαθμό θα καταρρέει η ιδεολογική ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης πάνω στην εργαζόμενη κοινωνία, θα συντελείται ο ιδεολογικός αφοπλισμός της εξουσίας του Κεφαλαίου, θα αποσυντίθενται όλοι οι μηχανισμοί κυριαρχίας και καταστολής και θα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια ομαλή αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας και της ανθρωπότητας.

Αποκαπιταλιστικοποίηση του πλανήτη στο όνομα του Πολιτισμού

«Όλες οι εξουσίες σκέπτονται βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα

σκέφτονται μόνο όταν ο αντίπαλος είναι ισχυρός».

Σαμίρ Αμίν

Με την ηγεμονική στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου για την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, υπό ένα ενιαίο κέντρο αποφάσεων, επιδιώκεται η δυναμική αντιμετώπιση των ενδοκαπιταλιστικών κρίσεων μέσω του Οργανισμού Ενωμένων Εθνών, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, με απώτερο στόχο την πλήρη καθυπόταξη των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού μέσω της παραπληροφόρησης, της παραπλάνησης, του Φόβου, της θεσμικής και δομικής βίας, της φτώχειας, της ανεργίας, της βίας, της τρομοκρατίας και τελικά με την ‘παγκόσμια κυβέρνηση’ και τη βαρβαρότητα των τοπικών και ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων καταστολής.

Η βίαιη επιβολή της παγκοσμιοποίησης έχει σχεδόν μηδενίσει τα περιθώρια για εθνικό αυτοπροσδιορισμό των Λαών και για κοινωνική αυτοδιεύθυνση των εργαζόμενων σε μια μόνο χώρα. Αυτή η πραγματικότητα, πέρα από την κοινότητα των συμφερόντων των Λαών, επιβάλλει τον συντονισμό της δράσης των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού σε διεθνή κλίμακα με στόχο την αποσταθεροποίηση των πιο αδύναμων κρίκων του καπιταλισμού, πράγμα που θα επιτρέψει τη συνολική αποσταθεροποίηση του συστήματος. Η δεκαετία που ακολουθεί μπορεί να αποδειχθεί το σημείο της μεγάλης καμπής στην ιστορία της ανθρωπότητας, γιατί, όπως αποκαλύπτεται σταδιακά, από την εξέλιξη της τρέχουσας μεγάλης συστημικής κρίσης του καπιταλισμού, η βίαιη παγκοσμιοποίηση μπορεί να αυξάνει τους δεσμούς μεταξύ των μεγάλων οικονομικών συγκροτημάτων που συνθέτουν το ηγεμονικό κεφάλαιο, τον σκληρό πυρήνα της παγκοσμιοποίησης, μειώνει όμως θεαματικά την επιρροή του πάνω στην εργαζόμενη κοινωνία-ανθρωπότητα, ακόμα και σε κοινωνικά στρώματα μικρομεσαίων επιχειρηματιών που αποδεκατίζονται στον βωμό του καταστροφικού ανταγωνισμού. Η απόφαση μιας μεγάλης κοινωνίας, λ. χ. της ευρωπαϊκής, της βορειοαμεριοκάνικης, της κινεζικής να καταργήσει την πηγή κάθε κακοδαιμονίας, δηλαδή την κοινωνική ανισότητα, κοινωνικοποιώντας μια κι έξω όλα τα μέσα παραγωγής, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια παγκόσμιας εμβέλειας αποκαπιταλιστικοποίηση, που θα ανοίξει τον δρόμο για την κοινωνική αυτοδιαχείριση της οικονομίας και την αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας σε χώρες κλειδιά του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος με αποτέλεσμα τη συνολική κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού. Οι κοινωνίες ήταν πάντα ισχυρότερες και από τα πιο ισχυρά εκμεταλλευτικά συστήματα. Ακόμα κι αν κάποτε αργούσαν, ποτέ δεν παρέλειψαν να το δείξουν.

Αποκαπιταλιστικοποίηση σημαίνει πρώτα και κύρια κατάργηση του κεφαλαίου σε κάθε πιθανή και απίθανη μορφή, σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά του πλανήτη και συνακόλουθα κατάργηση κάθε πιθανής κα απίθανης μορφής μισθωτής δουλείας, για την πλήρη απελευθέρωση της δημιουργικής ανθρωπίας. Σημαίνει ότι για να καταστρέψουμε οριστικά το άχρηστο και επικίνδυνο καπιταλιστικό σύστημα, που αχρηστεύει εμάς και τον ανθρώπινο πολιτισμό, θα πρέπει να γίνουμε με τη συνειδητή συμμετοχή μας σε όλες τις κοινωνικές διεργασίες χρήσιμοι, γιατί μόνο με τη δική μας ατομική και συλλογική χρησιμότητα θα καταστραφεί το άχρηστο σύστημα που μας αχρηστεύει και θα μπορέσει να οικοδομηθεί ένα χρήσιμο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, ένας καλύτερος κόσμος.

Αποκαπιταλιστικοποίηση σημαίνει, τέλος, πως παράλληλα με όλα τα παραπάνω μέτρα εφαρμόζουμε και ολοκληρώνουμε σταδιακά την Άμεση Δημοκρατία σε τοπικό επίπεδο, την Ομοσπονδιακή Συμβουλιακή Δημοκρατία σε περιφερειακό επίπεδο, τη Συνομοσπονδιακή Συμβουλιακή Δημοκρατία σε εθνικό επίπεδο και την Οικουμενική Ουμανιστική Συνεργασία, η οποία συσπειρώνει αλληλέγγυα όλα τα έθνη, όλους τους Λαούς και όλους τους Πολιτισμούς του πλανήτη. Αυτό περίπου θα μπορούσε να είναι το περιεχόμενο και η μορφή της αυριανής ουμανιστικής κοινωνίας, η οποία τελικά δεν είναι ουτοπία γιατί δεν έρχεται από το μέλλον που δεν υπάρχει, αλλά από τους διαχρονικούς αγώνες της ανθρωπότητας. Άλλωστε, όσον αφορά στη μορφή, έτσι είναι και σήμερα περίπου οργανωμένη η ανθρωπότητα, μόνο που στερείται του ουμανιστικού περιεχομένου της, επειδή είναι μια ανελεύθερη και βίαιη μορφή ‘από τα πάνω’, για να εξυπηρετεί ‘τους από πάνω’ και σε βάρος ‘των από κάτω’. Τη διαφορά στο περιεχόμενο τη δίνει το γεγονός πως οι από κάτω δεν θέλουν να αναποδογυρίσουν την πυραμίδα και να γίνουν αυτοί τα νέα αφεντικά της κοινωνίας-ανθρωπότητας, αλλά να καταργήσουν την κοινωνική και κάθε άλλη οικονομική, φυλετική, θρησκευτική, πολιτισμική πυραμίδα.

Κι αυτό γιατί σήμερα οι συνθήκες ωρίμασαν για να γίνει πραγματικότητα το όνειρο όλων των εποχών, όλων των γενεών, όλων των Λαών και όλων των ανθρώπων για την οικονομική-κοινωνική ισότητα. «Η ύπαρξη της κοινωνίας επιτάσσει αμερόληπτα να λήξει ο αγώνας που θέλει την ιδιοκτησία σκοπό και τέλος, γιατί αυτός ο αγώνας περιέχει το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Δημοκρατία στη διακυβέρνηση, αδερφοσύνη στην κοινωνία, ισότητα στα δικαιώματα, καθολική εκπαίδευση προδηλώνουν το εγγύς ανώτερο επίπεδο της κοινωνίας στο οποίο η εμπειρία, η διάνοια και η γνώση τείνουν σταθερά. Αυτό θα είναι μια αναβίωση μέσα σε μια υψηλότερη μορφή της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης των αρχαίων γενών»[21]. Αυτή η επιταγή της κοινωνίας έχει κατανοηθεί πλήρως και από εκείνους που θα ήθελαν να την αποφύγουν. Ο μεταφραστής και εκδότης του ‘Καπιταλιστικού Μανιφέστου’, γραφεί στον πρόλογό του: «Όλοι μας ξέρουμε βέβαια πως δεν μπορεί, δεν γίνεται να μη δοθεί τελικά μια όποια λύση και διαισθανόμαστε πως κατ’ ανάγκη, στο τέρμα του δρόμου, μας περιμένει η αταξική κοινωνία. Η προοδευτική εξίσωσή μας μπροστά στις μηχανές και τη βιομηχανική παραγωγή είναι από τα πιο σίγουρα σημάδια πως την κοντοζυγώνουμε. Άλλωστε η αναζήτησή της είναι συνυφασμένη με τα ιδανικά των εργαζόμενων ανθρώπων. Αν η ανθρωπότητα κατέκτησε μέχρι σήμερα την πολιτική ισότητα και ελευθερία, αν η ιδιότητα του πολίτη, (…) είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη υπόσταση, δεν παύουμε ωστόσο να αισθανόμαστε σαν αναγκαίο παραπλήρωμά της την οικονομική ισότητα και ελευθερία. (…) Δεν βλάπτει να θυμόμαστε τη χιλιοειπωμένη, μα για τούτο όχι λιγότερο ζωντανή παραβολή, πως ‘τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω’. Σίγουρα, λοιπόν, στο τέρμα του δρόμου περιμένει η αταξική κοινωνία. Το θέμα είναι όμως ποιος είναι ακριβώς ο δρόμος που οδηγεί σ’ αυτή με πιότερη άνεση, ασφάλεια και συνέπεια και προπαντός με σεβασμό προς την ίδια την υπόσταση και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου»[22]. Το κύτταρο, το βασικό δομικό στοιχείο της αταξικής κοινωνίας και του ουμανισμού, είναι η Καθολική και Πλήρης Άμεση Δημοκρατία Παντού, για την οποία όλο και συχνότερα γίνεται λόγος τα τελευταία χρόνια. Και, φυσικά, αφού η Δημο-κρατία αναφέρεται βασικά στον Δήμο, παραμένει πρωταρχικής σημασίας ο ορισμός ενός σύνθετου κριτηρίου για το ελάχιστο και το μέγιστο γεωγραφικό και πληθυσμιακό μέγεθος του Δήμου. Επειδή, όμως, κάποιοι την ταυτίζουν με το σύστημα των ‘αυτοδιοικούμενων’ ελβετικών καντονιών και τα συχνά δημοψηφίσματα και άλλοι την ταυτίζουν με τις ‘λαϊκές συνελεύσεις’ της Κούβας του Κάστρο ή της ‘Τζαμαχερίας’ του Καντάφι, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί, για μια ακόμα φορά, πως σε συνθήκες καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρξει Άμεση Δημοκρατία, παρά μόνο ως προσωρινό πείραμα ή ως γελοιογραφία της, γιατί ο καπιταλισμός είναι ταυτισμένος με την ανισότητα, την κλοπή, τη διαπλοκή, την πανουργία, την εκμετάλλευση, την ανελευθερία, τη σπατάλη, τον Φόβο, τη διάσπαση, τον αποπροσανατολισμό, τη βία και τον πόλεμο. Η Άμεση Δημοκρατία προϋποθέτει το τέλος του καπιταλισμού, το τέλος του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης[23] σημαίνει δηλαδή την απόλυτη κοινοκτημοσύνη[24], κοινωνική αυτοδιαχείριση της όποιας οικονομικής δραστηριότητας για την ευημερία όλων και την άμεση κοινωνική αυτοδιεύθυνση[25] σε όλα τα επίπεδα, για τη συλλογική διασφάλιση της ισότητας-ελευθερίας των ατόμων, για την αυτενεργό ανάπτυξη όλων των Λαών και των τοπικών πολιτισμών και τη διασφάλιση της οικουμενικής ειρήνης και της προοπτικής της ανθρωπότητας.

Με όσα ελάχιστα και συνοπτικά παρουσιάστηκαν σ’ αυτό το άρθεο, νομίζω πως καταλήγουμε σε μια ακλόνητη διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία ο αταξικός, ο ουμανιστικός σοσιαλισμός της Άμεσης Δημοκρατίας είναι, ως όραμα, αγώνας και αγωνία, η μόνιμη σταθερά στον κώδικα της ιστορίας της ανθρωπότητας. Και έτσι απαντήθηκε το ένα ερώτημα σχετικά με το «από που ερχόμαστε και πού υπάρχει ένα τέτοιο σύστημα», αφού είδαμε πως αυτό το σύστημα είναι δυναμικά και σταθερά παρόν σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας και σταδιακά ολοκληρώνεται παράλληλα με την ολοκλήρωση της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά και στον βαθμό που εκφράζεται σε αντίστοιχα επίπεδα κοινωνικής συνειδητότητας.

Ο Ilya Prigogine ορίζοντας το βέλος του ιστορικού χρόνου, ως πορεία από το παρελθόν προς στο μέλλον, όριζε ταυτόχρονα τους διάφορους διαδοχικούς τρόπους οργάνωσης της κοινωνίας ως διακλαδώσεις αυτής της πορείας, που κλείνουν τον κύκλο τους για να προκύψουν νέες διακλαδώσεις. «Οι κοινωνίες είναι εξαιρετικά πολύπλοκα συστήματα, όπου υπεισέρχεται ένας τεράστιος αριθμός διακλαδώσεων, όπως δείχνει η ποικιλία πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στο σχετικά σύντομο διάσημα της ιστορίας του ανθρώπου. Ξέρουμε ότι τέτοια συστήματα έχουν μεγάλη ευαισθησία στις διακυμάνσεις. Αυτό αποτελεί ελπίδα, γιατί ακόμα και μικρές διακυμάνσεις μπορούν να ενισχυθούν και να αλλάξουν τη συνολική δομή και επομένως η ατομική δραστηριότητα δεν είναι καταδικασμένη σε ασημαντότητα… Σήμερα χρειαζόμαστε νέες σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και στη Φύση, και ανάμεσα στους ανθρώπους…»[26]. Ο διάλογος, γύρω από το πώς συντελείται η εξέλιξη των κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά και το πού οδηγεί αυτή η αργόσυρτη και βασανιστική εξέλιξη έχει σχεδόν ολοκληρωθεί σε επίπεδο επιστημών και επιστημόνων που σέβονται τον κοινωνικό-ανθρωπιστικό ρόλο τους και την επαναστατική αποστολή τους. Με βάση την Κοινοκτημοσύνη εξασφαλίζεται η Ισότητα, με βάση την Ισότητα χτίζεται η Δικαιοσύνη και η Άμεση Δημοκρατία και με βάση την Άμεση Δημοκρατία εξασφαλίζεται η Ελευθερία και με όλα αυτά μαζί χτίζεται η παγκόσμια Ειρήνη και η Αταξική Κοινωνία σε τοπική, εθνική και οικουμενική κλίμακα.

Εκείνο που απομένει, για να καρπίσει αυτή η σπορά, είναι να κατεβεί στη διψασμένη για γνώση κοινωνία και να μετασχηματισθεί σε επίγνωση, σε όραμα και σε δράση ολόκληρης της κοινωνίας-ανθρωπότητας. Αυτή όμως τη σπορά δεν μπορούμε να την περιμένουμε από τους μηχανισμούς και τους ντελάληδες του καπιταλισμού, γιατί αυτή είναι το ιστορικό χρέος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, δηλαδή του καθενός μας ξεχωριστά και όλων μας μαζί, και με αυτές τις διαπιστώσεις δίνεται η απάντηση στο άλλο καίριο ερώτημα «πού πάμε;», φτάνει να αποφασίσουμε πως ‘δεν θέλουμε άλλο να μας πάνε’, γιατί επιλέξαμε να πάμε μόνοι μας εκεί που εμείς θέλουμε, γιατί ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε. Σήμερα η ανθρωπότητα χρειάζεται ένα καινούργιο μεγάλο όραμα, μια νέα «μεγάλη σημαία»[27] με προοπτική την έξοδο από τον καπιταλισμό. Οι κατατεθειμένες στο Ταμιευτήριο της Ιστορίας εμπειρίες της ανθρωπότητας δείχνουν πως «αυτό που σήμερα προέχει είναι η πίστη στη φυσική ενότητα της ανθρωπότητας με στόχο την επίτευξη, μέσω του ορθού Λόγου, ενός νέου ανθρωπισμού. Είναι ανάγκη να ξεπεραστούν οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια πραγματική διανθρώπινη και διαπολιτισμική επικοινωνία. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ‘ότι ο προορισμός της ζωής στη γη είναι κοινός, πέρα από φυλές, τάξεις, έθνη και φύλα’, γιατί μόνον έτσι είναι δυνατό να επικρατήσει η ανθρώπινη αλληλεγγύη και να θεμελιωθεί η παγκόσμια κοινότητα ανθρώπων. Χρειαζόμαστε γι’ αυτό ένα νέο πολιτικό Διαφωτισμό, απελευθερωμένο από τις ταξικές αγκυλώσεις της αστικής κοινωνίας. Έναν ορθολογικό Ουμανισμό χωρίς ευρωκεντρικές παρωπίδες, που θα αντανακλά τις ανάγκες της ανθρωπότητας στο σύνολό της και δεν θα καταδικάζει δισεκατομμύρια συνανθρώπων μας στην πείνα και στην εξαθλίωση, χάριν της μονομερούς προώθησης του τεχνικού πολιτισμού που στερείται οραμάτων και αξιών. Η διαλεκτική της προόδου, όπως αυτή εξελίσσεται μέσα από τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν οδηγεί σε καμιά περίπτωση στη χειραφετημένη κοινωνία της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ωστόσο να σώσουμε την έννοια της προόδου, αφού πρώτα την απαλλάξουμε από τον ζουρλομανδύα της ξέφρενης και ανεξέλεγκτης επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, υποτάσσοντάς την στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου»[28].

Ο καινούργιος, καλύτερος κόσμος της ισότητας, τους ανθρωπισμού, της άμεσης δημοκρατίας και της αταξικής κοινωνίας είναι ήδη εδώ, ας ανοίξουμε τα μάτια μας να τον θαυμάσουμε κι ας απλώσουμε τα χέρια μας να τον απελευθερώσουμε από τους σκοταδιστικούς και εξουσιαστικούς μύθους και να τον ολοκληρώσουμε.

__________________

http://classlessdemocracy.blogspot.gr/2018/02/blog-post.html

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog

Τα επτά μεγάλα ψέματα για την επταετή Χούντα

Απρίλιος 21st, 2018

Το κείμενο που ακολουθεί το εντοπίσαμε και αποφασίσαμε να το αναδημοσιεύσουμε από το ειδησεογραφικό site news247.gr και την αρθρογράφο Βίκυ Σαμαρά. Μιλάει για τα 7 μεγαλύτερα ψέματα που οι νοσταλγοί της χούντας ισχυρίζονται ότι έγιναν την περίοδο της επταετίας και ωφέλησαν την Ελλάδα και τους Έλληνες….

Παληοτάκης

Για την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας η 21η Απριλίου είναι η επέτειος μίας από τις πιο μαύρες στιγμές στην ιστορία της χώρας. Οι αμετανόητοι νοσταλγοί της χουντικής επταετίας όμως κάθε χρόνο τέτοια ημέρα βρίσκουν την ευκαιρία να επαναλάβουν μία ύπουλη προπαγάνδα με σκοπό τη λήθη και την παραχάραξη της ιστορίας, μέσω του “ναι μεν, αλλά”.

Αν και κανονικά θα έπρεπε να είναι αυτονόητο γιατί μία δικτατορία είναι απεχθές πράγμα, οι μύθοι που κάποιοι προσπαθούν με επιμέλεια να χτίσουν και τα ψέματα που επαναλαμβάνουν με τη γκεμπελική προσδοκία “πες, πες, κάτι θα μείνει”, δε βλάπτει να θυμόμαστε τα στοιχεία που καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς των νοσταλγών της Χούντας.

Ψέμα πρώτο: “Ναι, αλλά δεν κλέψανε”

Ουδέν αναληθέστερον τούτου.

Και από που να ξεκινήσει κανείς. Από το περιβόητο “Τάμα του Έθνους”; Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι ο επικεφαλής της Χούντας Γεώργιος Παπαδόπουλος αποφάσισε να υλοποιήσει ένα σχέδιο των μελών της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης (που είχε πραγματοποιηθεί στο Άργος το 1829) για ανέγερση ναού του Σωτήρος. Οι δικτάτορες εξήγγειλαν ότι θα κτίσουν στα Τουρκοβούνια ένα μεγαλοπρεπή ναό, που θα γινόταν “το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον βυζαντινό Λυκαβηττό”.

Ο ναός δεν κτίστηκε ποτέ, αλλά συνέβη ένα θαύμα: Γέμισαν οι τσέπες των χουντικών!

Άρχισαν να μαζεύουν χρήματα από εισφορές κρατικών φορέων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, από τον κρατικό προϋπολογισμό και με δάνεια. Συνολικά συγκεντρώθηκαν 453,3 εκατομμύρια δραχμές. Στην ανώτατη επιτροπή για το “τάμα του Έθνους” πρόεδρος ήταν ο Παπαδόπουλος και μέλη Παττακός, Μακαρέζος και ο χουντικός αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Επτά χρόνια το μεγαλόπνοο έργο έμενε στη θεωρία και ο κόσμος παρά τη φίμωση των ΜΜΕ βοούσε για το μεγάλο φαγοπότι. Τελικά λόγω των ενδοχουντικών συγκρούσεων, στις αρχές του 1974 έγινε απολογισμός (διότι ο Ιωαννίδης προφανώς και γνώριζε πολύ καλά τα πεπραγμένα του Παπαδόπουλου και όχι βέβαια επειδή εκείνος ήταν άμεμπτος). Στο ειδικό Ταμείο είχαν μείνει μόνο 47,3 εκατομμύρια δραχμές: 406 εκατομμύρια είχαν κάνει φτερά. Φυσικά κανείς δεν τιμωρήθηκε.

Τι να πρωτοθυμηθεί αλήθεια κανείς; Το περίφημο σκάνδαλο με τα σάπια κρέατα του Μπαλόπουλου;

Ο στρατιωτικός Μιχάλης Μπαλόπουλος ήταν υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας αρμόδιος για θέματα εμπορίου το 1972- 1973. Το 1975 καταδικάστηκε για εισαγωγή ακατάλληλων για την υγεία κρεάτων από την Αργεντινή, σε συνεργασία με μεγαλέμπορους της Ροδεσίας. Μάλιστα ο Παττακός είχε εκδώσει διαταγή απαγόρευσης διάθεσης ντόπιου κρέατος για να απορροφηθούν τα εισαγόμενα του Μπαλόπουλου, τα οποία είχαν αρχίσει να σαπίζουν και να βρωμάνε. Στο σκάνδαλο εμπλεκόταν και ο αδελφός του Γεωργίου Παπαδόπουλου, Χαράλαμπος. Μάλιστα ο Μπαλόπουλος ήταν τόσο διαβόητος που είχε μείνει ο όρος “μπαλόσημο” για τις μίζες που εισέπραττε. Έγινε δε σύνθημα στα γήπεδα: Εάν κάποιος ποδοσφαιριστής δεν απέδιδε στο παιχνίδι, η κερκίδα δεν τον φώναζε “παλτό” όπως σήμερα, αλλά “βόδι Αργεντινής” ή “κρέας του Μπαλόπουλου”.

Είχαν βέβαια ξεκινήσει το φαγοπότι με το καλημέρα.

Μία από τις πρώτες αποφάσεις της Χούντας αφορούσε την αύξηση του μισθού του πρωθυπουργού από 23.600 σε 45.000 δραχμές και των υπουργών από 22.400 δραχμές σε 35.000 δραχμές. Θέσπισαν μάλιστα και “εκτός έδρας” της τάξως των 1.000 και 850 δραχμών αντιστοίχως και μετά άρχισαν τις περιοδείες…

Δε τους έφτανε όμως αυτό, ήθελαν και τσάμπα σπίτια. Το 1970 θεσμοθετήθηκε η παροχή κατοικίας για αξιωματικούς που είχαν διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο στο πραξικόπημα.

Διήγαγαν φυσικά βίο σκανδαλωδώς πολυτελή. Τα έλεγαν οι ίδιες οι γυναίκες τους. Είναι χαρακτηριστικές οι διηγήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη και της Δέσποινας Παπαδοπούλου για ντόλτσε βίτα στο Παρίσι, τουαλέτες, “πεσκέσια” από όσους ήθελαν μέσω των γυναικών τους να κολακέψουν τους δικτάτορες, φρέσκα ψάρια, χαβιάρι και καβούρια να καταφθάνουν ως δώρα στο σπίτι.

Ψέμα δεύτερο: “Ναι, αλλά η οικονομία πήγαινε καλά”

Η Χούντα προσπάθησε να κρατήσει χαμηλά τον εξωτερικό δανεισμό, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να υπερτετραπλασιαστεί ο εσωτερικός δανεισμός με την έκδοση ομολόγων και με δημιουργική δημοσιονομική λογιστική.

Οι εργοληπτικές εταιρείες, που αναλάμβαναν κρατικά έργα (και στις οποίες φρόντιζε πάντα να “τρουπώσει” ο γαμπρός του Παττακού) έπαιρναν δάνεια από τράπεζες του εξωτερικού με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Έτσι ο δανεισμός άλλαζε χαρακτήρα και το χρέος χαρακτηριζόταν εσωτερικό. Παρέμενε όμως βαρύς πέλεκυς πάνω από τα κεφάλια των Ελλήνων.

Λαδάς και Ρουφογάλης μοίραζαν θαλασσοδάνεια σε “ημέτερους” και επιβάρυναν τις κρατικές τράπεζες. Το περιοδικό “Ταχυδρόμος” είχε αποκαλύψει το 1974, στην αρχή της Μεταπολίτευσης, έγγραφα του Ρουφογάλη, που ανέφεραν χαριστικά και επισφαλή δάνεια: Στα χορηγηθέντα καταγραφόταν ποσό μεγαλύτερο του 1,5 δισεκατομμυρίου δραχμών και στα υπό έγκριση ποσό μεγαλύτερου του 1,6 δισεκατομμυρίου δραχμών.

Σε κάθε περίπτωση το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε επι Χούντας. Από 37,8 δισεκατομμύρια δραχμές το 1967 έφτασε τα 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973. Το εμπορικό έλλειμμα πενταπλασιάστηκε. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν κατά 25%. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών οκταπλασιάστηκε.

Όσο για την υποτιθέμενη μείωση της ανεργίας αυτή “επετεύχθη” χάρη στο γεγονός ότι μετανάστευσαν500.000 Έλληνες: Όταν φεύγουν οι άνεργοι από τη χώρα προφανώς και υπάρχουν λιγότεροι άνεργοι…

Με δυο λόγια όπως είχε πει ο κάθε άλλο παρά κομμουνιστής Ξενοφών Ζολώτας “η οικονομική πολιτική της δικτατορίας ήταν πολιτική οικονομικής μεγεθύνσεως και όχι οικονομικής αναπτύξεως”. Και είδαμε ποιοι επωφελήθηκαν από την οικονομική μεγέθυνση.

Ψέμα τρίτο: “Επί Χούντας έφαγε ο κόσμος ψωμάκι”

Τη χουντική νύφη πλήρωναν βέβαια οι φορολογούμενοι πολίτες. Οι δικτάτορες μείωναν κατά τρόπο εξωφρενικό τους φόρους των επιχειρήσεων στην υγεία του φορολογούμενου κορόιδου: Το 1971 οι φοροπαλλαγές των 464 μεγαλύτερων επιχειρήσεων ήταν τριπλάσιες από τους φόρους που είχαν καταβάλει! Κάποιοι έφαγαν όχι απλώς ψωμάκι, αλλά παντεσπάνι- πάντως δεν ήταν ο κοσμάκης που επωφελήθηκε από το επταετές φαγοπότι.

Τα νοικοκυριά σήκωναν το βάρος του 91% των φορολογικών εσόδων. Το55% των φορολογικών εσόδων του κράτους προερχόταν από έμμεσους φόρους, που πάντοτε πλήττουν τους ασθενέστερους, και το 36% από την φορολόγηση των νοικοκυριών. Ντόπιοι και ξένοι μεγαλοκαρχαρίες όχι μόνο έμεναν ανέγγιχτοι, αλλά οι πραξικοπηματίες τους έκαναν όλα τα χατίρια, αφού άλλωστε μαζί λυμαίνονταν τη χώρα.

Επί Χούντας ο πληθωρισμός κάλπαζε. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε 15,3% από το 1972 στο 1973 και κατά 37,8% την επόμενη χρονιά, και μάλιστα στα είδη πρώτης ανάγκης και την υγεία. Και αυτό ενώ τη δεκαετία του 1960 η Ελλάδα είχε το μικρότερο πληθωρισμό από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 4%. Το υποτιθέμενο “οικονομικό θαύμα της Χούντας” δεν ήταν παρά μία προπαγάνδα.

Ψέμα τέταρτο: “Ναι, αλλά έφτιαξαν δρόμους”

Και δρόμους να έφτιαχναν οι δικτάτορες, θα αναιρούσε αυτό τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, την τρομοκρατία, τον γύψο στο λαιμό του ελληνικού λαού; Η απάντηση για όποιον θέλει να λέγεται όχι μόνο δημοκράτης, αλλά απλά άνθρωπος, είναι αυτονόητη. Για να δούμε όμως τι δρόμους έφτιαξαν και πως.

Όλα τα αυταρχικά καθεστώτα φροντίζουν να κάνουν και μερικά έργα, για να δείξουν ένα υποτιθέμενο κοινωνικό πρόσωπο και επειδή γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν έχουν τη στήριξη του λαού. Καμία φορά όμως οι δρόμοι δε φτιάχνονται καθόλου, αλλά κάποιοι πλουτίζουν ως εκ θαύματος- θα είχαν προσευχηθεί στον προαναφερόμενο ναό του Σωτήρος που δεν κατασκευάστηκε ποτέ φαίνεται…

Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η περίπτωση της Εγνατίας, που φυσικά δεν κατασκευάστηκε επί Χουντας. Αυτό δεν εμπόδισε κάποιους να βγάλουν λεφτά όμως.

Ο Αμερικανός “ενδιάμεσος” Ρόμπερτ Μακντόναλντ πήρε αμέσως τη δουλειά χωρίς καμία μελέτη και μπορεί να μην έφτιαξε την Εγνατία, έφτιαξε όμως την τύχη του τσεπώνοντας 4,5 εκατομμύρια ως αμοιβή και περίπου 33 εκατομμύρια δραχμές σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου έναντι των εξόδων του.

Συνήθως αυτό το ψέμα περί δρόμων, πάει πακέτο με το “χάρισαν τα χρέη στους αγρότες” και “αύξησαν τις κοινωνικές δαπάνες”.

Πράγματι η Δικατορία τον πρώτο χρόνο διέγραψε χρέη των αγροτών γιατί όπως είπαμε τα ολοκληρωτικά καθεστώτα πάντα προβαίνουν σε κινήσεις με στόχο να αποκτήσουν το λαϊκό έρεισμα που δεν έχουν ή/και να περιορίσουν τις αντιδράσεις εναντίον τους. Κατάφεραν όμως πέραν όλων των άλλων να διαλύσουν και την αγροτική παραγωγή, να μειώσουν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα, με αποτέλεσμα οι αγρότες να μεταναστεύουν και έτσι η Ελλάδα να μειώσει τις εξαγωγές και να αυξήσει τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων.

Επίσης πράγματι τον πρώτο χρόνο η Χούντα αύξησε τις κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Και μετά άρχισε να τις μειώνει χρόνο με το χρόνο, έτσι όταν κατάρρευσε αυτό το τραγικό ανέκδοτο το ποσοστό των κοινωνικών δαπανών επί του ΑΕΠ είχε πέσει στα επίπεδα του 1965.

Ψέμα πέμπτο: “Ναι, αλλά δεν έκαναν ρουσφέτια”

Συχνά οι ξεδιάντροποι υπερασπιστές της Χούντας, καταγγέλλουν την οικογενειοκρατία, που επί Δικτατορίας δεν υπήρχε, διότι μπορεί να ήταν λίγο φασίστες βρε αδερφέ, αλλά ήταν έντιμοι.

Ας δούμε πόσο έντιμοι ήταν και πόσο δεν βόλευαν τους δικούς τους.

Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος διόρισε τον έναν αδελφό του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο στρατιωτικό ακόλουθο, γενικό γραμματέα του υπουργείου Προεδρίας, Περιφερειακό Διοικητή Αττικής αλλά και Υπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, και τον άλλο αδελφό του Χαράλαμπο Παπαδόπουλο γενικό γραμματέα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης.

Ο Παττακός ήταν πάλι καλός πεθερός, αφού φρόντισε να αναλάβει ο γαμπρός του Ανδρέας Μεϊντάσης τεχνικά έργα στο δήμο Αθηναίων (όπως το υπόγειο γκαράζ στην Κλαυθμώνος) και μελέτες αξιοποίησης δημοτικών ακινήτων λαμβάνοντας… “ευτελή” ποσά της τάξως του ενός εκατομμυρίου και εκατό χιλιάδων δραχμών!

Νικόλαος Μακαρέζος πάλι διόρισε τον κουνιάδο του Αλέξανδρο Ματθαίου υπουργό Γεωργίας και υπουργό Βορείου Ελλάδος. Ο Ιωάννης Λαδάς διόριζε συγγενείς του στην ΑΣΔΕΝ και το υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Ψέμα έκτο: “Ναι, αλλά ήταν πατριώτες”

Πως γίνεται την πατρίδα πάντα να την προδίδουν αυτοί που δηλώνουν με στόμφο τον υποτιθέμενο πατριωτισμό τους;

Προδοσία της πατρίδας είναι εξαρχής η κατάλυση της Δημοκρατίας, οι φυλακίσεις, εκτελέσεις και βασανισμοί Ελλήνων, η αφαίμαξη του δημόσιου ταμείου προς ίδιον όφελος. Αλλά οι πραξικοπηματίες δεν σταμάτησαν εκεί.

Παπαδόπουλος και Ιωαννίδης όχι μόνο διέλυσαν τον ελληνικό στρατό, αλλά -ως αποδεδειγμένα πράκτορες της CIA και πιόνια του Κίσινγκερ- πρόδωσαν την Κύπρο, δίνοντας με το ανόητο πραξικόπημα την αφορμή στην Τουρκία να εισβάλλει στο νησί.

Παρέδωσαν μια χώρα κυριολεκτικά στα συντρίμμια και θυσίασαν τις ζωές χιλιάδων Ελληνοκυπρίων στις προσταγές των ξένων, εξυπηρετώντας τη συνωμοσία κατά του Ελληνισμού. Πέτυχαν αυτό που έγκαιρα είχε προβλέψει, από το 1968, ο Ευάγγελος Αβέρωφ ότι δηλαδή, «δυστυχώς το καθεστώς των συνταγματαρχών θα καταρρεύσει επί των ερειπίων και του αίματος του Ελληνισμού!»

Οι συνταγματάρχες με «αριστοτεχνικό» τρόπο εκτέλεσαν το σχέδιο των Αμερικανών οι οποίοι ήδη από το 1964 μιλούσαν για διχοτόμηση της Κύπρου. Μαζί με τον Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β΄ (που χρηματοδοτούνταν από τη CIA) συνωμότησαν για την ανατροπή του Μακάριου με το επιχείρημα περί “κομμουνιστικού κινδύνου”. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να κάνουν το χατίρι της CIA, που τόσο άλλωστε τους είχε στηρίξει. Μάλιστα η Χούντα φέρεται να ενημέρωσε απευθείας την Τουρκία πως «όσο είναι ο Γρίβας στο νησί δεν θα χυθεί τουρκικό αίμα». Κατά τον ανταποκριτή του BBC, Λέσλι Φίσερ ο Γρίβας ως αρχηγός της ΕΟΚΑ –Β είχε σταλεί με σκοπό τη δημιουργία ταραχών ώστε να επέμβουν οι συνταγματάρχες και να «αποκαταστήσουν την τάξη». Έτσι και έγινε. Μόνο που αυτό προκάλεσε την τραγωδία.

Πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα της Χούντας, στις 20 Ιουλίου 1974, οι Τούρκοι μπαίνουν στην Κύπρο, αποβιβάζοντας 30.000 στρατιώτες.

Κατά το δεύτερο Αττίλα και ενώ η Δικτατορία είχε καταρρεύσει υπό το βάρος της προδοσίας της Κύπρου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διαπίστωσε ότι οι πραξικοπηματίες είχαν αφήσει την Ελλάδα παντελώς γυμνή από στρατιωτικής απόψεως και ανέτοιμη για εμπλοκή με την Τουρκία.

Όπως του εξήγησαν οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, ετοιμοκίνητο στην Κρήτη δεν ήταν παρά μόνο ένα σμήνος πολεμικών αεροσκαφών. Για να φτάσουν στην Κύπρο θα έπρεπε να φορτώνουν μόνο δύο αντί για τέσσερις βόμβες. Ακόμη και εάν δεν αναχαιτίζονταν και πετύχαιναν τους στόχους τους, δε θα μπορούσαν να επιστρέψουν στη βάση τους. Τα Φάντομ δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η εκπαίδευση του προσωπικού τους. Τα Μιράζ και τα Κορσέρ δεν είχαν ακόμη φτάσει. Το ΝΑΤΟ και η Μεγάλη Βρετανία ένιπταν τας χείρας τους. Οι πραξικοπηματίες είχαν παραδώσει την Κύπρο και την Ελλάδα χωρίς καμία σκέψη.

Ψέμα έβδομο: “Ναι, αλλά αν δεν μιλούσες, δε σε πείραζε κανείς, μόνο τους κομμουνιστές κυνηγούσαν”

Πόσο αναξιοπρεπής πρέπει να είναι κανείς για να μένει ευχαριστημένος που δεν τον πειράζει ένας δικτάτορας επειδή δεν τολμάει να διαφωνήσει; Πόσο απάνθρωπος μπορεί να είναι για να μην τον πειράζει να διώκονται και να δολοφονούνται άνθρωποι επειδή έχουν διαφορετική πολιτική ιδεολογία από εκείνον;

Πέρα από αυτά τα ερωτήματα με αυτονόητες ελπίζουμε απαντήσεις, η Χούντα δίωξε και βασάνισε απηνώς τους αριστερούς, αλλά όχι μόνο.

Τη νύχτα της 21ης Απριλίου μία από τις πρώτες κινήσεις των πραξικοπηματιών ήταν να συλλάβουν το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας, δεξιούς και κεντρώους. Και δε δίστασαν να συλλάβουν και να βασανίσουν δημοκράτες που κάθε άλλο παρά κομμουνιστές ήταν. Αντιστάθηκαν όμως στη Χούντα και το πλήρωσαν.

Ο Τάσος Μήνης είχε φέρει σε πολύ δυσκολη θέση τη Χουντα ως αξιωματικός και ήρωας του Ελ Αλαμέιν. Αυτό δε τον γλύτωσε φυσικά από τα βασανιστήρια. Αυτός ο πραγματικός πατριώτης δεν άνοιξε το στόμα του στη φυλακή, αλλά μιλήσε στη δίκη, καταπέλτης κατά των προδοτών της πατρίδας και της Δημοκρατίας:

“Ως αξιωματικός ορκίστηκα να τηρώ το Σύνταγμα. Και το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος λέει ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Θεώρησα σωστό να τηρήσω τον όρκο μου”.

Ο Σπύρος Μουστακλής είχε αγωνιστεί στην Εθνική Αντίσταση με την οργάνωση ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ του καθόλου κομμουνιστή Ναπολέοντα Ζέρβα, με την οποία και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1948-49 ως αξιωματικός πεζικού συμμετείχε σε μάχες εμφυλιου πολέμου, ενώ το 1952-53 πολέμησε στην Κορέα. Παρασημοφορήθηκε πολλές φορές για τη δράση του. Συνελήφθη για τη συμμετοχή του στο Κίνημα του Ναυτικού, βασανίστηκε και έμεινε ανάπηρος μέχρι το τέλος της ζωής του.

Αριστεροί και μη, όσοι αντιστάθηκαν στη Χούντα υπέστησαν φρικαλέα βασανιστήρια. Το News 24/7 δημοσίευσε πέρυσι ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο: Την καταγραφή των βασανιστηριών που υπέστη στο κολαστήριο της ΕΑΤ- ΕΣΑ ο παιδίατρος Στέφανος Παντελάκης.

“Ενώ με έβριζαν με τις χυδαιότερες εκφράσεις και με κορόιδευαν μου έβγαλαν το σακάκι, με ξάπλωσαν ανάσκελα στο μπάγκο, μου κατέβασαν παντελόνι και σώβρακο, με έδεσαν σφιχτά πόδια χέρια σώμα με ένα σφικτό σχοινί και μου έβαλαν μια πετσέτα στο στόμα για να μην βλέπω. Τώρα όλοι γελούσαν, έλεγαν πώς είμαι πούστης ξεφτιλισμένος και ξεκολιάρης. [...] Μου είπανε ότι είχα άλλα 5 λεπτά για να μιλήσω πριν αρχίσει η περιποίηση. Και επειδή δεν μιλούσα άρχισα ξαφνικά να αισθάνομαι ένα αιχμηρό αντικείμενο να γδέρνει το κάτω μέρος της κοιλιάς. Και σε λίγο με ένα παράγγελμα που έδωσε κάποιος μπήκε το μηχάνημα μπρος και άρχισαν να αισθάνομαι κάτι τρομακτικούς πόνους. Νόμιζα ότι μου ξέσχισαν το κρέας, τιναζόμουν ολόκληρος. Αυτό όλο και γινόταν πιο δυνατό, το πήγαιναν σε όλο το υπογάστριο και τα γεννητικά όργανα. Ούρλιαζα από τους πόνους. Νόμιζα ότι μου έκοβαν τα γεννητικά μου όργανα”.

“Επειδή φώναζα μου δίνανε κτύπους στο κεφάλι και προσπαθούσαν να μου κρατήσουν το στόμα μου κλειστό εγώ όμως εσπαρταρούσα με τέτοια δύναμη που το αριστερό μου χέρι λύθηκε από το σχοινί και προσπαθούσα να αμυνθώ. Τότε το έπιασαν και με μοχλό την πλάτη του πάγκου το πίεζαν λυσσασμένοι, νόμιζα ότι θα το σπάσουν, παρ’ όλα αυτά το χειρότερο ήταν κάθε φορά που το αιχμηρό αντικείμενο περιφερόταν στην κοιλιά μου”.

Αυτή ήταν η Χούντα, που κάποιοι τολμούν να προσπαθούν να ξεπλύνουν.

Παληοτάκης
Για το blog των Λαμπράκηδων
www.lamprakides.gr/blog